ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
αριστερή προπαγαντιστική ποίηση

ΕΝ ΕΤΕΙ 1988 ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡIΓΚΕΛ, ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΟΣ,
ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΣΊΩΝ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ
ΚΑΙ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΥ

ΗΜΕΡΕΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ

σε προσμένω ανάμεσα σε εκρήξεις και καπνούς
με οινοπνεύματα με βρισιές και μεθυσμένα τραγούδια
στα χαλάσματα μιας κάποτε λαμπρής πόλης
ανάμεσα σε πόρνες και πρεζόνια, άστεγους και πεινασμένους

και συ έρχεσαι σκονισμένος, όρθιος πάνω σ’εκείνο το μυθικό τζιπ
μπαίνοντας την κυριακή των βαΐων
στην «πλατεία της ουράνιας ειρήνης»
εκατομμύρια κόσμου ήταν μαζί σου επάνω του
ξωπίσω σου στρατιές βασανισμένων, φυλακισμένων
νεκρών και ζωντανών
κουρελιάρηδων αμάχων, δολοφονημένων απεργών

σε θυμάμαι πάντα να μην συμβιβάζεσαι
να σηκώνεις τη σημαία της αιώνιας ανταρσίας την κόκκινη
και να κηρύσσεις στο όρος των ελαιών:
―«αμφισβητείτε τις αυθεντίες»
―«τολμάτε τη γνώμη σας»
―«γκρεμίζετε τους γραφειοκράτες και τους σφετεριστές της εξουσίας»
―«να είστε ρεαλιστές επιδιώκοντας το αδύνατο»

οι μανδαρίνοι, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι του κόμματος,
οι στρατιές των ειδικών και των τακτικών εξοργίστηκαν                 
«πόλεμος παντού» θα πεις, «τόσο το καλύτερο, 
το προλεταριάτο τάξη του αγώνα δε φοβάται τις θύελλες»
―«τολμάτε να αγωνίζεσται, τολμάτε να νικάτε»

                               *
τη σημαία σου, σημαία εξέγερσης,
πήραν οι άνεμοι και χάθηκε μεσ΄το σκοτάδι
οι φυλακές γέμισαν κόκκινους
και το βλέμμα σου, νεκρό, σε μαυσωλείο.
…μια μικρή πορτίτσα κάπου αιμορραγεί
το κόκκινο ποτάμι κρυφά αργοκυλάει
η σημαία της εξέγερσης αναδιπλώνεται
κυματίζει ξανά κάπου κατακόκκινη                                                                       

                        *                                                                                    
σε ξαναείδα εκείνο το βράδυ στη σόλωνος   
είχες υποχωρήσει απ’την πρώτη γραμμή της σύγκρουσης
γύρω πυκνές βολές, καπνογόνα, άνθρωποι πεσμένοι
πανό πατημένα, διαλυμένη εξέγερση
προβολείς μηχανοκίνητων έκοβαν σαν μαχαίρια τους καπνούς,
ομάδες εξεγερμένων υποχωρούσαν
συγκροτώντας ευέλικτους πυρήνες αντίστασης
στα στενά των εξαρχείων

σ’ένα στενό σε περίμενε ο θάνατος
πραιτοριανοί, πληρωμένοι φονιάδες, σε λιντσάρισαν                 

κι εγώ σε καλώ ξανά και ξανά μ’επιμονή                                                     
σε προσμένω να έρθεις
και συ έρχεσαι από έναν άλλο κόσμο μνήμης ξεχασμένο
έρχεσαι απ’το σφαγείο των φυλακών της μάλαγγα
ο παπάς πάντα εκεί το λιβανιστήρι
η συνοπτική εξομολόγηση αντί για δίκη
ο γκρίζος τσιμεντένιος τοίχος, οι βολές, τα αίματα, τα νερά,
καθαριότητα να μην πέσουν αρρώστιες

κάποιος θα κλάψει, τόσο άδικα, τόσο νέος, σχεδόν παιδί
άλλος, ο αγράμματος αγρότης, οπερετικά κορδωμένος
μα απύθμενα δραματικά, περπατά τον ηρωικό βηματισμό
σαν μέσα σ’άλλο κόσμο
τραγουδώντας δυνατά και παράφωνα τη διεθνή
αργά και εκκωφαντικά σαν καμπάνα επιτάφιου
προκαλώντας βαθύ πόνο σε όλους εμάς τους κρυμμένους
-σ’εμάς που έπρεπε έστω, να τραγουδήσουμε μαζί του-              
ολομόναχος στο παράλογο θέατρο του άδικου θανάτου
με σηκωμένη τη γροθιά του θριαμβικά

                                *
περιφέρω τη μάσκα της οδύνης του προσώπου σου
τα αίματα από τις πληγές του κορμιού σου
τα δείχνω σε βουστάσια πολιτισμένα ολόασπρα με γεμάτα παχνιά,
οι γελάδες με παρδαλές φούστες το χόρτο κάνουν γάλα
τα έκπληκτα μάτια τους φανερώνουν τρόμο
οι μασέλες δουλεύουν γρηγορότερα μηχανικά
οι ποτίστρες αδειάζουν βλέποντας χορευτικό σόου στην τηλεόραση

τα ματωμένα ιμάτιά σου περιφέρω δείχνοντάς τα
περιμένοντας κάποιαν απόκριση
καθώς πρέπει χοίρος πίνει μπίρα με το γνάθος προτεταμένο
τραγουδά: Ντώιτσε Ντώιτσε ούμπρερ άλλες
με το κενό του βλέμμα κοιτώντας λοξά                                        
αφ’υψηλού, σκληρά περιφρονητικά
η γουρνοπούλα λικνίζεται χορεύοντας έξαλλα
τινάζοντας τα μαλλιά της εδώ κι εκεί
ο λύκος με τα μαύρα γυαλιά πίσω απ’το παραβάν
περιμένει το μερδικό του

δείχνω τις ματωμένες πληγές σου στο πλήθος
κι αυτό σ’απόκριση ζητωκραυγάζει το νέγρο αλογάκι
που τρέχει και πηδάει –τέσσερα χρυσά μετάλλια-
ο πάνσοφος θεός αυτό διάλεξε να δώσει τα δώρα του
να δείξει τη δόξα του –εκατομμύρια δολάρια-                                    
πάνω του σκελετωμένος καβαλάρης ολόασπρα ντυμένος,
με το χρυσό μαστίγιο ξεσκίζει τις ράχες των νέγρων ομοφύλων του

το προσωπείο τις οδύνης του θανάτου σου
σε άσπρο ύφασμα κόκκινη στάμπα περιφέρω σε ανθρωποτροφεία
τη μικρή μάνα αρμέγουν κι αυτή δεν έχει άλλα δάκρυα
θανατερά λευκή με πετρωμένο πρόσωπο
στην πισίνα ο μεγιστάνας λιάζεται ξαπλωμένος
θα πιει το γάλα της δροσερό –του κάνει καλό

το παιδί της χθες βράδυ το φάγαν στο δείπνο
οι εκπρόσωποι των ξένων τραπεζών
συζητώντας την υπόθεση του δανείου
μόλις στερέψει το γάλα κι αυτή θα σφαχτεί
θα γίνει λουκάνικα να τρων όλο το χρόνο οι σκύλοι                    
οι φύλακες με τα μαύρα γυαλιά και τα γαλόνια
στη Λατινική Αμερική κι όπου αλλού χρειάζεται φύλαξη
ο ελεύθερός μας κόσμος.

κρύβω το πρόσωπό σου μέσα στην καρδιά μου                          
έξω απ’το παράθυρό μου αφηνιασμένοι ταύροι
ποδοπατούν λάσπη από ανθρώπινη σάρκα
οι μπουλντόζες ανοίγουν λάκκους και παραχώνουν
να μην πέσουν αρρώστιες

κύριε ελέησον κύριε
οι αγέλες των λύκων στους δρόμους της πόλης ουρλιάζουν, 
στο πολυτελές του σπίτι ο ιερός επίσκοπος ακούει,
κουνώντας επιτιμητικά το ολόλευκο κεφάλι με απλή σοφία
―όποιος βγαίνει απ’το μαντρί τον τρώνε οι λύκοι―
αυτό ισχύει για όλους και επαληθεύει πανηγυρικά το νόμο του θεού.

τις πληγές σου κρύβω, διπλώνω τη λευκή σινδόνη
με τον τύπο της οδύνης του προσώπου σου
μέσα στο στήθος μου κύριε                                                                    
προσπαθώ να κρατήσω ζωντανό

χιλιάδες κόσμου παραληρούν σε στάδια
τα θηρία τρώνε σάρκες
το αίμα των σταυρωμένων σουρώνει στα πόδια
στην τεράστια οθόνη ο ογδοντάχρονος πρόεδρος
βαμμένος σαν πόρνη με δόντια στην εντέλεια όλα ψεύτικα με κινήσεις
που θα ήταν σίγουρες αν δεν έτρεμε,
μωρολογώντας και χαμογελώντας πονηρά όλο νόημα και ασυνάρτητα
ο κόσμος όλος όμως προσέχει καλά τι θα πει                                                       

στην καισαριανή στο σωρό της θυσίας
μαζί με τους άλλους ίσως σ’αποθέσω
όμως όχι κύριε θα σ’αποθέσω σε μυστική γωνιά κάποιας αλάνας
απόμερα κάτω από φουγάρα,
μεσ΄τη βουή του κόσμου της δουλειάς
ανάμεσα στα παιδιά που παίζουν μπάλα με πάθος μέσα στη σκόνη
εκεί σίγουρα θα φυτρώσεις κάποτε
θα φυτρώσει η λευτεριά
που θα μας θυμίζει εσένα και όλους τους άλλους
τους ατέλειωτους

Ιάκωβε Κουμή                                                                                


ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΗΣ

οι ιεροί εκπρόσωποί σου κύριε, τη σημαία σου περιφέρουν
μια σημαία αντίστασης και θυσίας κουρελιασμένη
στα χέρια συμβιβαστών οδηγείται στο πανηγύρι
την ήττα τραγουδάνε για νίκη
17 νοέμβρη ημέρα σταύρωσης το αίμα μυρίζει στον αέρα   
βεβηλωμένοι νεκροί ζητάνε εκδίκηση

μικρό παλικαράκι έτσι γίνεται πάντα στον κόσμο μας, 
μόλις αγγίξεις τη χαρά της λευτεριάς πεθαίνεις
οι δήμιοί σου δε θα μάθουν ποτέ τι θα πει λευτεριά
να μπορούσα να σου ορκιστώ εκδίκηση
είμαι αδύναμος μικρός ταπεινωμένος
όταν υπάρχουν νεκροί
οι μεγαλόστομες κουβέντες είναι κούφιες

όταν χτύπησαν βίαια οι καμπάνες
οι καμπάνες της εξέγερσης                                                     
όλοι έκαναν ένα βήμα πίσω και συ ένα βήμα μπρος
έμεινες μόνος κι απροστάτευτος                                                     
ήταν η στιγμή που όλα τα μάτια στράφηκαν επάνω σου
ένας ολόλευκος αμνός επί σφαγή
ο επίσκοπος στο όνομά σου
καταράστηκε τους αθέους
ο αξιωματούχος λύσσαξε με τους αντάρτες
ο παλιός δημοκράτης λούφαξε περιμένοντας εξελίξεις
ο ρεφορμιστής ωρύεται για την προβοκάτσια
ο επαγγελματίας φοβήθηκε την έκβαση του εμπορίου
μόνον ο ελεύθερος σκοπευτής κύριε                                                                      
μόνον αυτός σε περιέπτυξε με την ακρίβεια
της περισσής φροντίδας του

ο γιατρός ήθελε, μα δεν μπορούσε
κύριε, κύριε, ο ναός του ήταν κλειστός
έφτανε ως στην πόρτα
δάγκωνε τα χέρια κι έκλαιγε μα δεν άνοιγε
εδώ πολυτεχνείο εδώ πολυτεχνείο ―τον καλούσε
έξω φωτιές σειρήνες, πυκνές βολές καπνοί
κάποιος κλαίει από πόνο κάποιοι αγκομαχούν
κάποιον μεταφέρουν
η πόρτα χτύπησε ―δεν έκανε το βήμα.                                   

διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι καλούν ν’αντισταθεί
στον παράλογο τρόμο της κτηνώδους βίας
καλούν το δημοκράτη πολιτικό, τον ιερωμένο, τον θεολόγο,
τον ιερό επίσκοπο, τον λόγιο, τον συγγραφέα, τον ποιητή,
τον καλλιτέχνη
δεν βγήκε…   συνεχίστηκε η σφαγή

ο ιούδας ο πιστός σου μαθητής
αυτός που αργότερα βρήκε τη θέση του στο κοινοβούλιο
κρυμμένος τότε- τώρα μιλά για νίκη
εκφωνεί λόγους πύρινους
οδός πολυτεχνείου- οδός ηρώων πολυτεχνείου                   
εκπομπές παράτες τρισάγια στεφάνια λιτανεία
όλοι μαζί, ο αξιωματούχος, ο δημοκράτης,
ο ρεφορμιστής, ο έμπορος, μα πιο μπροστά
ο επίσκοπος που τότε καταριόταν, πρώτος

Αχ να μπορούσα,
μεσ’τη βοή της γιορτής, τα τραγούδια της νίκης και της χαράς
τη λιτανεία, τους σουβλατζήδες, τους κουλουράδες
και τους πλανόδιους πωλητές, τα στεφάνια των κομμάτων,
το στεφάνι της ΓΕΣΕΕ, το δήμαρχο, τους βουλευτές,   
να μπορούσα να φωνάξω, να κλάψω γοερά, να χαλάσω τη γιορτή
αχ να μπορούσα να χτυπήσω ταμπούρλα δυνατά                               
να σαλπίσω εκκωφαντικά να ξυπνήσουν
να γίνουν στρατιά για χάρη σου κύριε

για χάρη σου Διομήδη Κομνηνέ

ΕΙΣ ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΠΟΝ

κύριε ελέησον με κύριε                                                                                 
σε είδα όταν έπεσες και δείλιασα, κρύφτηκα
είδα τους πραιτοριανούς να αλαλάζουν
κτυπώντας τα ξίφη στις ασπίδες εκκωφαντικά
είδα την κόκκινη κηλίδα που απλωνόταν
και μεγάλωνε στο παγωμένο πεζοδρόμιο
σταμάτησε όταν το κορμάκι σου ήταν κρύο
κι άσπρο σαν το μάρμαρο    
στα μάτια σου εικόνα τελευταία
το λερό πεζοδρόμιο, το πηγαινέλα,
και οι αλαλαγμοί θριάμβου των φονιάδων

οι φίλοι σου
αυτοί που σού’πιασαν τα παγωμένα χέρια να ζεστάνουν,
αυτοί που φώναξαν με τη φωνή σου «κάτω ο φασισμός»
θα δικαστούν για απείθεια κι αντίσταση κατά της αρχής

σε προσμένουμε στη δίκη κύριε
μέσα σε φωνές και απειλές
ανάμεσα σε τραμπούκους και ροπαλοφόρους
ανάμεσα σε φύλακες κι ασφαλίτες
έλα κύριε έλα! μαζί με τον Κουμή και την Κανελοπούλου
με τον παιδικό σου φίλο Διομήδη Κομνηνό
να δικάσετε τους δικαστές, τους νόμους και τη δικαιοσύνη
ολόλαμπροι αρχάγγελοι με ολοκάθαρα ρούχα         
με ολόλευκα πουκάμισα και στο στήθος
την άλικη κηλίδα για τεκμήριο μνήμης
σας προσμένουμε στους λερούς διαδρόμους                            
των δικαστηρίων που στάζουν αδικία, συναλλαγή

σε προσμένουμε κύριε
και συ περνάς βαδίζοντας ανάμεσα σε πραιτοριανούς
με ασπίδες και ρόπαλα, σε προπηλακίζουν
σε σπρώχνουν και σε βρίζουν κύριε
ένας πιστός σε φτύνει με μίσος και περιφρόνηση κατάμουτρα
και σε ραπίζει γελώντας χυδαία
περιμένει να γυρίσεις και την άλλη παρειά κύριε

σε προσμένουμε ν’απαιτήσεις απάντηση                                                            
γιατί η πολιτεία σε καταδίκασε σε θάνατο
γιατί σου απαγόρευσε να ενηλικιωθείς, να κάνεις οικογένεια
ν’αφήσεις παιδιά κι εγγόνια σ’αυτό το μικρό αλωνάκι
το τόσο βρόμικο, το τόσο πονεμένο το τόσο περιζήτητο

17 νοέμβρη ημέρα σταύρωσης
πλανώνται οι φίλοι σου ανεπιθύμητοι                                            
― όλοι μαζί νεκροί και ζωντανοί ―
τροφοδοτώντας με αίμα τη ζωντανή μνήμη
πίσω πολύ πίσω στα σκοτεινά στενά των εξαρχείων
εκεί που ακούγονται οι εκρήξεις και τα μηχανοκίνητα
μακριά απ’τις παράτες, τα λουλούδια, τις δοξολογίες
τα τραγούδια της «νίκης», τα στεφάνια, τα κόκκινα γαριφαλα,
τους χυδαίους «εκπροσώπους του λαού»

έτσι γίνεται πάντα
οι πονηροί μικρόψυχοι θα στήσουν χορό και φαγοπότι            
ακριβώς εκεί που άλλοι θυσιάστηκαν να τους «τιμήσουν»
οριοθετώντας το μέγεθος της θυσίας
ως τη θύρα της προσωπικής τους ευδαιμονίας

οι επώνυμοι «αγωνιστές» κι «επαναστάτες»
της σοσιαλδημοκρατίας νίπτουν τας χείρας τους
κι αυτές συνεχώς ξαναματώνουν
θλιμμένοι κι αμήχανοι πεθαίνουν κάθε μέρα

και συ Μιχαλάκη Καλτεζά τους τιμωρείς
ανάμεσα σε εκρήξεις σε καπνούς και φωτιές, στη σόλωνος
με ένα γλυκό μα πικραμένο χαμόγελο

Ο ΙΟΥΔΑΣ

όταν ο σταματημένος τροχός άρχισε να γυρίζει
λαϊκοί, εργάτες και σπουδαστές συνέρρεαν                                 
συνιστώντας το κύμα της διεκδίκησης

την ώρα που φτάναν οι εκπρόσωποι των αγροτών απ’τα Μέγαρα   
κι οι οικοδόμοι ενώνονταν με τους διαδηλωτές
σ’ένα πανδαιμόνιο διακήρυξης συνθημάτων
και απαγορευμένων τραγουδιών
όταν ομάδες πηγαινοέρχονταν καλώντας για εξέγερση
αυτός βγήκε κρατώντας νευρικά μα αποφασιστικά
ανακοίνωση συντονιστικής επιτροπής
παλικαράκι λουσμένο με μιαν ωχράδα θανάτου
διάβασε και χάθηκε μέσ’το πέπλο της ωχρότητάς του                           

μετά το μακελειό τον είχα θεωρήσει νεκρό
τον ξαναείδα πολύ αργότερα ύστερα από χρόνια αγέρωχο
μιλούσε τότε άνευ χειρογράφου σε συζήτηση φανερά μεθοδευμένη
φαινόταν πως είχε ήδη πάρει τα ανταλλάγματά του

τον είδα σε κοινοβουλευτική ομάδα, σε κεντρική επιτροπή,
τον περιμένω και υπουργό να καταριέται τους εξτρεμιστές
που δεν κατανοούν τον εκσυγχρονισμό,
την αξία της «κοινωνικοποίησης» που δίνει τα πάντα στους εργάτες
εκτός από τη δύναμη να τα πραγματοποιούν
αφού τα όπλα έχουν οι ταξικοί τους εχθροί

οι «εξτρεμιστές» δεν πουλάμε μετρητοίς καλέ μου κύριε               
πιστώνουμε μέχρι τέρμα
σε κρατικούς συνασπισμούς δε μπαίνουμε
είμαστε πάντα στον πυθμένα του κόσμου
η εξέγερσή μας θα τελειώσει
όταν θα κάνουμε το κράτος να μην χρειάζεται,
το χρήμα να μη χρειάζεται, τη διάκριση να μην υπάρχει

σε καλώ πριν χαράξει ν’αρχίσεις μαζί μας οκτάωρο
στα τσιμεντάδικα στα μηχανουργεία στα γιαπιά στην αγορά
στα καφενεία με το γκαρσονάκι που φέρνει καφέ,
τον τραβαγιέρη, τον οδηγό, τον ταξιτζή, το βιοτέχνη
τους βαστάζους στα λιμάνια και τις αγορές,
τον ναυτικό εκεί που οι άνεμοι σου κόβουν την ψυχή
που τη μια στιγμή πνίγεσαι και την άλλη ζωντανεύεις
σε καλώ στα ορυχεία   
σε καλώ όπου η δουλειά μετουσιώνει τον κόσμο τούτο
και λογίζεται τόσο καταφρονεμένη και φτηνή
είναι οι μυρμηγκιές των εργατών που στηρίζουν
αυτό το σαθρό σας οικοδόμημα με το δικό τους αίμα

αν καταλάβουν;
έχεις δει οργισμένο πρόσωπο αδικημένου;
δε μπορείς να του εξηγήσεις τους λεπτούς χειρισμούς                
που μετατρέπουν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό
ένα σοσιαλισμό με κεφαλαιοκράτες με ξένα κεφάλαια 
με «χαριστικά» δάνεια ξένων τραπεζών
διακεκριμένα επαγγέλματα, με κεφάλι, με πατούσες
πολύχρωμο δελεαστικό  
με κόκα κόλα και καρκινογόνα αποσμητικά
με μπαρ και πόρνες κάθε ηλικίας και φύλου
με Κηφισιές και Δραπετσώνες, με στρατηγούς, λουστράκια,
διευθυντές γραφειοκράτες, δικαστές, αστυνόμους, καθαρίστριες
ανάπηρους λαχειοπώλες, καζίνα ιππόδρομο τεκέδες. . .                               

στα μάτια αυτού του οργισμένου, ο σοσιαλισμός είναι πρωτόγονος
θέλει οπωσδήποτε ελευθερία ισότητα αδελφότητα
δουλειά και πολιτισμό, είναι κόκκινος μόνο
το χρώμα που οι νεκροθάφτες του καπιταλισμού                      
βάφουν τις πένθιμες κορδέλες τους

Η ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ

σε θυμάμαι να σαλτάρεις από οδόφραγμα σ’οδόφραγμα
με μιαν «αραβίδα» στα χέρια  παλικαράκι μαχητής
όπως ο φίλος σου ο Νικολής
που με μια σπάθα για την εκ του συστάδην μάχη
-όπως λέγεται- ή σώμα με σώμα
κουτσοπηδώντας με δεκανίκι αφού είχε ένα πόδι
και τέσσερις ιταλικές χειροβομβίδες στη ζώνη
χάθηκε στου μακρυγιάννη
σε μιαν «ηρωική επέλαση» τον κόκκινο δεκέμβρη

τώρα σ’απασχολεί η κερδοφορία των επενδύσεων
κι παραγωγικότητα των εργαζομένων
για να ξεπεραστεί η κρίση
ο έλληνας είναι ωραίος -λες-
όμως αλητάκος με την καλή έννοια
γι’αυτό θέλει λίγο βουρδουλάκο

γραφειοκράτη, διακεκριμένε οικονομολόγε
κάτω απ’την πατούσα σου υπάρχει δυσφορία
δυσαρέσκεια αναταραχή εξέγερση
κραυγάζεις για τους αγώνες σου 
τις διώξεις τις φυλακίσεις ―για χάρη του προλεταριάτου           
τα λόγια σου δεν ακούγονται
καλύπτονται απ’τη βοή του πλήθους που πλησιάζει
είναι η βοή ενός ανταριασμένου κόκκινου ποταμιού
που θα σαρώσει πρώτα πρώτα εσένα 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΙΡΛΑΝΔΟ ΑΠΕΡΓΟ

Έφυγες ανάμεσα απ’τα κάγκελα του κελιού
αφήνοντας πίσω ένα κορμάκι λιωμένο
απ’την απεργία πείνας
σε πήραν οι ιαχές της στρατιάς του Σπάρτακου                                  
των εξεγερμένων της κομμούνας
της στρατιάς των εργατών του Λένινγκραντ
του Στάλινγκραντ και του Κούρσκ
της στρατιάς των πεινασμένων του Μάο και του Χο
αυτές οι ματωμένες στρατιές που σ’οδηγούν ανάλαφρα        
πάνω σ’ένα ποτάμι κόκκινες σημαίες                                             

από τη μια η υστερικιά μέδουσα, η στρίγγλα, η Θάτσερ,
οι εγγλέζοι, οι γερμανοί, οι φασίστες,
οι τακτικοί στρατοί όλου του κόσμου              
οι γραφειοκράτες, οι δικτάτορες, οι ρεφορμιστές
οι πύραυλοι κι οι ατομικές βόμβες
ποντάρουν στη λογική
ποντάρουν πως θα λυγίσεις

από τη άλλη η πικρή μάνα
δεν υπογράφει να σου προσφέρουν τον ορό, να σε σώσει.
πίσω της τα αλάνια της Καλκούτας, του Σαντιάγκο,
της Αφρικής… οι εργάτες ναυπηγείων, ορυχείων
οι εργάτες της βιομηχανίας κι οι πονεμένοι
μεροκαματιάρηδες όλου του κόσμου
η φτωχολογιά, οι παρίες, οι άνεργοι, οι μειονότητες
οι κόκκινοι φρουροί του Μάο μέσα σε φυλακές
απάνθρωπες σκοτεινές, απολιθωμένοι γίγαντες
προσμένοντας το σάλπισμα

οι εχθροί σου θέλουν να ζήσεις λυγώντας
κι οι φίλοι σου να πεθάνεις αλύγιστος
και συ πεθαίνεις                                                
σ’ένα πανδαιμόνιο συγκρούσεων, συλλήψεων, εκρήξεων και φόνων
ο πολιτισμένος κόσμος ρίχνει το αγγελικό προσωπείο
πίσω του μορφή αποτρόπαια φρικτή καταραμένη
δείχνει την αληθινή ψυχή του

όμως μέσ’τα κελιά
άλλοι δέκα αρχίζουν στη θέση σου ν’απεργούν
να σε τιμήσουν με τη ζωή τους
Μπόμπυ Σανς

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟ ΜΑΧΗΤΗ                           

προχωρώντας αναζητώντας το θάνατό του
οδηγώντας τον μέσα από πίκρες χαρές κι αγώνες
ένας θάνατος έρχεται κι οδύρεται
από καταχνιές πολέμων, συμφορών
από ωχρά νοσοκομεία, καμένα χωριά, κοινοτάφια, κρεμάλες
τον συνάντησε στο ιερό κάστρο της Βηρυτού το προδομένο
στις ομαδικές σφαγές αμάχων παλαιστινίων
στους οικισμούς σάμπρα και σατίλα
που οι μπουλντόζες παράχωναν νεκρούς και ζωντανούς
ναι ήταν μια ανάμνηση από Άουσβιτς και Νταχάου                  
μόνο που τότε ο κόσμος αγωνιζόταν,                                                         
τώρα παρατηρούν και καταγράφουν αντικειμενικά
καταγγέλλουν τα εγκλήματα και νίπτουν τας χείρας των                                                   
μετά ξαναγυρίζουν γρήγορα στη σιγουριά
και το κέρδος του εμπορίου με τον σφαγέα έμπορο.

εκεί σ’αυτή τη συνάντηση ο θάνατός 
του θύμισε την πολιορκία του Λένινγραντ
τα κατάστικτα στήθια των προλετάριων μαχητών
το γίγαντα ηγέτη―ούτε ένα βήμα πίσω είχε πει―
τη μάχη του Στάλινγκραντ, από σπίτι σε σπίτι
από σαλόνι σε κουζίνα από όροφο σε όροφο
την ήττα του φασισμού
το κόκκινο ποτάμι των νεκρών, των καλύτερων
σκιές φαντασμάτων στις λάμψεις των βομβαρδισμών

ένα απ’αυτά τα φαντάσματα είμαι κι εγώ
είπε ο θάνατός του,  ώρα να μ’ακολουθήσεις
ένα ισχυρό κτύπημα, ένας ξαφνικός πόνος                                       
ένα ανάλαφρο ταξίδι σ’ένα κόσμο που γινόταν όλο και πιο θολός

αν ένιωθες μετά θά’βλεπες ένα κατακρεουργημένο λείψανο,
το δικό σου, να αλαλάζει και να χορεύει πάνω του
ο καπιταλισμός της αμερικής, ο σοσιαλισμός της Ευρώπης,
ο χριστιανός ο μουσουλμάνος ο εβραίος
αν είχες μάνα θα την χλεύαζαν
σπρώχνοντάς την βίαια με τον υποκόπανο του όπλου
απειλώντας την, που ζητάει το κουφάρι για ταφή
αυτό πρέπει να μείνει εκεί και να σαπίζει
να χαίρονται οι εχθροί και να φοβούνται οι φίλοι του   
θυμίζοντας εκείνη την αρχαία ιστορία
      «εἰς κρανίου τόπον»

πίσω όμως στο βάθος σκοτεινά,
εκεί στις βρόμικες εργατουπόλεις
στη σκόνη και τη λάσπη των τενεκεδόσπιτων
πίσω απ’τους καπνισμένους τοίχους και τα φουγάρα               
μικρά παιδιά παίζουν πόλεμο  
κι έτσι θα παίζουν
ως που να μπορούν να σηκώσουν αληθινά όπλα.

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Λεονάρδε Μπερστάιν αγαπημένε μας, μαέστρο,
στο νέο κόσμο παίζεις μουσική ντύνοντας με αίγλη και κουλτούρα
την κτηνωδία των νεοναζί πατρόνων σου.
στο μεγάλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον πολιτισμένο μας κόσμο,
καθένας ή είναι χρήσιμος στους αφεντάδες ή χάνεται
άλλος σκλάβος, άλλος γελωτοποιός, άλλη πόρνη, εσύ μουσικός
παίζεις δυνατά στους πάνω ορόφους
να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά
αυτών που βγάζουν τα νύχια στο υπόγειο      

σε προσμένουν ν’ακούσουν αγγελικούς ύμνους
οι πεινασμένοι και διψασμένοι σκελετοί στην Αφρική και την Ασία,
οι τυφλωμένοι λωποδύτες με ακτίνες ποδηλάτου
από αστυνομικούς στην Βομβάη
τα ευνουχισμένα αγόρια στα πορνεία της Ασίας
οι νέγροι εργάτες της Ναμίμπια
που αντί για ονόματα έχουν αριθμούς και θάβονται μ’αυτούς

στη φυλακή του Ντιαγιαρμπακίρ χίλιοι απεργοί πείνας
δίνουν την τελευταία τους παράσταση
σου έχουν θέση φυλαγμένη στα επίσημα έδρανα
θα δεις να θριαμβεύει η «Pax Americana»                                                 
εκεί αγκαλιά ο απεργός πείνας κι ο οπιομανής ποινικός
σωριασμένοι μαζί ποιος νεκρός ποιος ζωντανός

βιάσου η παράσταση τελειώνει
σήμερα πρώτη Ιούνη 1984 είναι ήδη εκατό οι νεκροί απεργοί

ΕΛ ΣΑΛΒΑΔΟΡ

ιερέ επίσκοπέ μας,
όταν έδινες το σώμα και το αίμα του κυρίου
ν’αντλούμε κουράγιο και υπομονή
σ’έσφαξαν μπροστά στο ιερό
γεμίζοντας αίμα και σάρκες το θυσιαστήριο
κι εμείς ήπιαμε απ’το αίμα σου
φάγαμε την καρδιά σου τη σπλήνα και το συκώτι σου
να πάρουμε δύναμη από τη δύναμή σου
η αρχαία ιεροτελεστία απαιτούσε όρκο για εκδίκηση
ο σταυρός η ταπεινοφροσύνη κι η υπομονή ξεχάστηκαν              
η προαιώνια λατρεία του αίματος ξαναγύρισε

Σαν Σαλβαδόρ,
το σύμβολό σου δεκατετράχρονο αγόρι αρματωμένο περήφανο,
βαρύ πυροβόλο στους ώμους του
το στήθος του ζωσμένο δεσμίδες
αυτό το παιδί είναι ο κυματοθραύστης της παγκόσμιας αντίδρασης
δέχεται την πίεση της υστερικά φασιστικής Αμερικής
κι αντέχει ακόμα
δέχεται την ύπουλη πίεση της πόρνης Ευρώπης, της φιασιδωμένης
με χρώματα της δημοκρατίας, που ξεφτάνε και φαίνονται οι πληγές

τα παιδιά της Παλαιστίνης έφτιαξαν τείχη ολόκληρα
με τα κατακρεουργημένα κορμιά τους
απλώνουν να ενώσουν τα χέρια
ο πολιτισμένος κόσμος της μουσικής της τέχνης και της επιστήμης            
με τανκς κανόνια και βόμβες δεν τα αφήνει
αυτά όμως στο πείσμα του Ρήγκαν του Σμιτ της Θάτσερ του Μιτεράν
του Αντρόπωφ της Γκάντι του Πινγκ του Πάπα του Μπέγκιν
και όλων αυτών των λευκών ποντικών του πολιτισμένου κόσμου
απλώσανε δεσμίδες πυροβόλων κι ενώνοντας τον κόσμο
αντίθετα με τα παιδάκια του ΟΗΕ που το έτος του παιδιού
πλέκουν τα χεράκια τους με λουλούδια και φέρνουν την «παγκόσμια ειρήνη»

ο άγγελος ειρήνης ντυμένος στα γαλάζια με λευκές φτερούγες
κάτω απ’το διάφανο πέπλο του που φτάνει ως τη γη,
κρυμμένοι σε τεράστια πυραμίδα εκατομμύρια κολασμένοι
εξεγείρονται και σφάζονται
τραγουδώντας παράταιρα αγγελικούς ύμνους                                                        
ο άγγελος πάντα χαμογελαστός ανεβοκατεβαίνει παραπατώντας
κάνοντας το σχήμα της ευλογίας
                            ―Pace―
εμπρός αετόπουλα όλου του κόσμου
βουλώστε το στόμα των προστατών, των σωτήρων
και των ιεραπόστολων με φωτιά και σίδερο

ΤΟ ΕΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

όλοι εμείς μαζί της οργάνωσης για την προστασία του παιδιού,
ευαίσθητες κοπέλες και πλούσιες κυρίες παλιοί επαναστάτες,
σοσιαλδημοκράτες, αστοί διανοούμενοι και φιλάνθρωποι,
εκπρόσωποι της αρχιεπισκοπής και ιεραπόστολοι
κάνουμε το γύρο του κόσμου.

εκεί τα χαράματα στη Βομβάη έχουν κιόλας
οι στρατιές των ανηλίκων φτιάξει αρκετό βαμβακερό
για τις προσοδοφόρες αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής          
στα ορυχεία της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής
στους αγρούς του Σιάμ και στα ορεινά βοσκοτόπια της Μεσογείου,
στα εργοστάσια του Χονκ Κονγκ και της Ταϊβάν
με θαυμάσια ακρίβεια μικρά δακτυλάκια, σε εξαντλητικά ωράρια
και για μπουκιά ψωμί, παράγουν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας

στα λιμάνια της Ευρώπης και της Αμερικής στα λιμάνια της Ασίας και της Αφρικής
ενωμένα με υπόγειες σήραγγες υποκόσμου αγοράζεις και πουλάς ότι θέλεις
αρκεί να έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας
και να είναι δεμένο με τ’αόρατα δεσμά του χασίς και της ηρωίνης.

ξέρω ευαίσθητη κυρία θα παίρνατε εσείς τη θέση τους να τα λυτρώσετε
και σεις φιλάνθρωπε πρωθιερέα θα δουλεύατε στα υφαντουργία
ή ακόμη και στα ορυχεία,  μα δε σας θέλουν
είναι τόσα που μπορούν αυτά τα παιδάκια, που μας αφοπλίζουν                           

κάτι πρέπει να κάνουμε ευυπόληπτοι πολίτες
να εντείνουμε τις ιεραποστολές τις ομάδες ιατρικής περίθαλψης,
τις αποστολές τροφίμων
να κάνουμε καμπάνιες και τηλεοπτικά προγράμματα, φεστιβάλ,
να διαφωτίσουμε την κοινή γνώμη
να μαζέψουμε λεφτά

χρήμα από εύπορους λαούς
που είναι μέρος της υπεραξίας της δουλειάς των φτωχών
θα φροντίζουμε να γυρίζει κάπως πίσω σ’αυτούς
στις θέσεις προώθησης των προγραμμάτων
θα μπαίνουν φιλάνθρωποι γόνοι πλουσίων οικογενειών,
κατάσκοποι, πληρωμένοι φονιάδες πολιτικών στόχων,
που κάνοντας έτσι κοινωνική εργασία θα βγάζουν και τα έξοδά τους

το Λακόστ που φοράμε εμείς σήμερα
είναι βέβαια από το καλύτερο βαμβακερό -κοτόν περλέ-
ίσως απ’το εργοστάσιο που όταν οι εργάτες απήργησαν στο κάιρο
την απεργία οι αιγύπτιοι σοσιαλφασίστες έπνιξαν στο αίμα
σκοτώνοντας πενήντα εργάτες -τους περισσότερους ανήλικους-

ο κόσμος μας
κέρδους, παλιανθρωπιάς, εγκλήματος και βίας απ’τη μια,              
λευτεριάς κι αγώνα απ’την άλλη

λευτεριά
«σε γνωρίζω απ’τις κάννες των όπλων τις τρομερές
σε γνωρίζω από τη όψη που με βία μετρά τη γη»
σε βλέπω νά’ρχεσαι ανηφορίζοντας,
σέρνοντας μισοσπασμένες αλυσίδες
με κόκκινο φόρεμα κουρελιασμένο μέσα απ’τους αγώνες
βαρύ σκονισμένο πυροβόλο στους ώμους σου
ξοπίσω σου παρίες άνεργοι φτωχοί μεροκαματιάρηδες,
καταφρονεμένοι, ζητιανάκια με τεχνητά σακατεμένα άκρα
και βρόμικους επιδέσμους,  ψυχές φυλακισμένων
φέρετρα με μανάδες να ζητούν εκδίκηση
πεινώντες και διψώντες: το ψωμί, το νερό, τη δικαιοσύνη

λευτεριά τους οδηγάς και περνάνε καταστρέφοντας
κι αρπάζοντας, σπάνε μαγαζιά καίνε τράπεζες και διοικητικά κτίρια, 
τους οδηγάς στο δρόμο της αρπαγής αγαθών
που ενώ τα παρήγαν αυτοί, τους τα στερούν, 
τους οδηγάς στην ανταρσία
αφού μη μπορώντας να εξουσιάσουν δε δέχονται να εξουσιάζονται

λευτεριά με χέρια τραχιά απ’τη σκαπάνη και τη δουλειά,
με πόδια τσακισμένα απ’την κακουχία, με μάτια πεινασμένα
σώμα γεμάτο πληγές
το σκοπεύουν αιώνες τώρα οι τακτικοί στρατοί όλου του κόσμου
το αίμα σου ποτάμι κόκκινο δείχνει το δρόμο                                             

ένοπλο παιδί της Παλαιστίνης της Λατινικής Αμερικής
της Αφρικής και της Ασίας
εσύ που κινείς τα εργοστάσια στις χώρες της δυστυχίας
δείξε στους μεγάλους που πάνε τα ματωμένα χνάρια

στα χέρια σου κρατώντας τη φωτεινή σπάθα της δικαιοσύνης
ξαναμοίρασε τη γη

Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1980
«Τα σώματα ασφαλείας είναι αρχάγγελοι δεν χτυπούν με γλαδιόλες χτυπούν με ρομφαίες».
 Γ.Ράλης υπουργός δημοσίας τάξης και κυριότερος εκπρόσωπος της φωτισμένης δεξιάς

άν σε είχαν κτυπήσει σαράντα φορές με γλαδιόλες
οι αρχάγγελοι του Ράλη, τώρα θα ζούσες.
όμως σ’εγκλώβησαν σ’εκείνη τη στοά
αυτό εμείς το είδαμε! κάποιος ρώτησε: «και τώρα τι κάνουμε;»
άλλος είπε: «μπορούμε να τους τσακίσουμε»
ο πιο έμπειρος όμως είπε: «καλό ξεκίνημα»
εννοώντας «θα τη συλλάβουν πολλές φορές ακόμα»                        
διαδήλωση διαμαρτυρίας είναι, άοπλοι είμαστε…

δέχτηκες σαράντα κτυπήματα από γκλόπς στο κρανίο
απ’τους άνδρες των ΜΑΤ,  δε βρέθηκε κανείς να καμαρώσει
γι’αυτή την προσφορά του στη Δημοκρατία, 
μόνο ο Ράλης, τηρώντας την οικογενειακή του παράδοση        

εσύ που ήσουν ο κίνδυνος για τη δημοκρατία
και η απειλή για τους αρχάγγελούς της
είσαι ντυμένη με σάβανο νυφούλας και στεφάνι λεμονιάς
ο Ράλης ο φωτισμένος δημοκράτης υπουργός
και το μπουλούκι των φονιάδων
«οι αρχάγγελοι της δημοκρατίας» σε άμυνα
μοιράζουν συγχαρητήρια μεταξύ τους
κι εμείς «οι ηρωικοί αγωνιστές» κατά του φασισμού
τραγουδάμε τη διεθνή

την ώρα που η μάνα σου έκλαιγε
και σ’έσφιγγε στο πικρό νυχτερινό σου κατευόδιο
εμείς ανύποπτοι θριαμβολογούσαμε για «νίκη»
ο Ράλης με περισσή στοργή αγκάλιαζε την κορούλα του
φιλώντας με αγαλλίαση τα εγγόνια του
οι πρατωριανοί χάιδευαν τρυφερά τα παιδάκια τους
και τους περιέβαλλαν μ’αγάπη και στοργή οι γυναίκες
κι οι μανάδες τους
στο ιερό αυτό βραδινό νεκροδείπνο
το δείπνο αυτό που θέλει θυσίες για να είναι
και για να μην ξεχνάμε, κάποιες φορές θυσίες ανθρώπων                                                                             

την ώρα του απολογισμού
την ώρα που ίδια η δημοκρατία μετράει τι έδωσε και πήρε                  
κανείς δεν αναρωτήθηκε ποιοι ήταν αυτοί οι ήρωες
οι  φύλακες της δημοκρατίας
ούτε ποιος έδωσε τη διαταγή του φόνου ―της θυσίας―
απλά κάποιοι μουρμούρισαν, «ήταν χωρίς πρόγραμμα»
δεν είχαν προκαθορισμένο χώρο δράσης;  ήταν συμμορίες;
άλλοι είπαν «ας καθόταν σπίτι της κορίτσι πράμα,
ας μην πήγαινε γυρεύοντας»

πέντε χρόνια μετά γι’αυτά τα γεγονότα οι σοσιαλδημοκράτες
επικροτώντας τις πρακτικές της «επάρατης»
πλην όμως φωτισμένης δεξιάς
θα δικάσουν τους συντρόφους σου
για διατάραξη της τάξης και θρασύτητα κατά της αρχής           
Σταματίνα Κανελοπούλου

οι σοσιαλδημοκράτες η χολέρα της γης

Ο ΤΖΟΡΝΤΑΝΟ ΜΠΡΟΥΝΟ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ 4-12-84      

οι φάλαγγες των πραιτοριανών
λυσσασμένα σκυλιά μπλοκάρουν τα εξάρχεια
θέλουν το Τζορντάνο Βρούνο
θα τον πιάσουν θα του βάλουν χειροπέδες
θα τον προσάγουν βίαια να απολογηθεί στο ιερατείο
οι σοφοί ακαδημαϊκοί κουνούν το λευκό τους κεφάλι επιτιμητικά πολιτισμένα 
―έτσι πρέπει
η ιερά εξέτασις θα ρωτήσει: Τζορντάνο Μπρούνο
πες καθαρά και χωρίς περιστροφές μ’ένα ναι ή ένα όχι,
πρέπει οι άγνωμοι εργάτες να νομοθετούν και να εξουσιάζουν;
― ναι.   
αυτή την απάντηση περίμεναν
οι πραιτοριανοί χτυπούν τα ρόπαλα πάνω στις ασπίδες
εκκωφαντικά ― βιάζονται
οι οφικιάλιοι είχαν δώσει από πριν την εντολή
ο σωρός των ξύλων ήταν έτοιμος
οι νομοταγείς πολίτες ωρύονται: στην πυρά, στην πυρά
τ’άγνωμα πλήθη περιμένουν το θέαμα με λαχτάρα στην τηλεόραση
οι σοφοί δικαστές αναμένουν την εντολή
άραγε ο Πάπας θα ξανακάψει τον Τζορντάνο Μπρούνο
στο τέλος εικοστού αιώνα στα εξάρχεια;

Καλέ μου φίλε τα σκυλιά ουρλιάζουν
η φωνή σου δε θ’ακουστεί
καληνύχτα                                                                                                 

ΕΙΡΗΝΗ

την πρωτομαγιά στο μπαλκόνι των ομιλητών                                                
ο αγαπημένος ποιητής απαγγέλει, ακούμε λόγια απλά
«τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη αδελφέ μου»
«ειρήνη είναι ένα ζεστό ποτήρι γάλα αδελφέ μου»
        Ναι ναι έτσι πρέπει να είναι Αδελφέ μου

όμως ο άλλος μου εαυτός ο σκοτεινός ο ταραγμένος
θαμμένος χρόνια μπορεί και αιώνες μέσα μου
δε βολεύεται βγαίνει απ’τη σπηλιά του

ειρήνη είναι οι φλογισμένοι δρόμοι                                     
κι η αντίσταση κατά των ισχυρών
ο ένοπλος εργάτης που περιπολεί τη νύχτα στο δρόμο
το λαϊκό δικαστήριο στην πλατεία της γειτονιάς
να δικάζει καταχραστές της λαϊκής βούλησης
ειρήνη είναι το λαϊκό κοινοβούλιο ο λαϊκός στρατός
οι εργατικές επιτροπές ν’απόφασίζουν την παραγωγή στα εργοστάσια

ναι είναι έτσι αδελφέ μου που δε μπορούμε πάντα να λέμε
ούτε τα σύκα σύκα ούτε τη σκάφη σκάφη Αδελφέ μου

όταν αυτός ο σκοτεινός εαυτός βγαίνει απ’το σκοτάδι
το λαμπερό του φως με τυφλώνει
δεν ταιριάζουμε οι δυο μας,  εγώ τότε μπαίνω στη σπηλιά            
αυτός σπαθί εγώ πένα, αυτός φωτιές εγώ δροσιές
αυτός στραμμένος νοτιοανατολικά
βλέπει σφαγές πείνα δυστυχία
εγώ βορειοδυτικά βλέπω πανεπιστήμια συναυλίες
παχουλά εστιατόρια αγώνες για αφοπλισμό,
δίαιτα για σιλουέτα κι αποσμητικά

έχω μιαν ισορροπία
όταν βγαίνει αυτός εγώ κρύβομαι, όταν κρύβεται βγαίνω
αν η ισορροπία ταραχτεί και βγούμε και οι δυο μας;

ΒΑΛΜΥ

η λαμπρή στρατιά των ιπποτών προχωρεί
νικώντας χωρίς μάχες                                                                                           
ο κόσμος όλος προσμένει
θα κάνει περίπατο ως το Παρίσι
θα στήσει κρεμάλες και καρμανιόλες
θα δώσει σκληρό μάθημα
στην εξεγερμένη φτωχολογιά

άθλιο συναξάρι ξυπόλητων κουρελιαρέων                                   
με στρατηγό προδότη κι αξιωματικούς φευγάτους
τους φράζει το δρόμο                                                                               

την ανατολή του ήλιου οι περήφανες στρατιές
αήττητες πάνω σ’άλογα με τα λαμπρά τους λάβαρα
οι στρατιές των Πρώσων
μα πάνω απ’όλα πιο λαμπρή κι απ’τον ήλιο
η φεουδαρχική έπαρση κι αλαζονεία
πολύχρωμες στολές λαμπερά κράνη με φτερά               
θώρακες πειθαρχία ατσαλένιες λάμες
σκηνοθεσία τρόμου και νίκης

γέρνοντας ο ήλιος και μαζί του ο κόσμος όλος
είδε τους λαμπρούς ιππότες
να γκρεμίζονται από τ’άλογα
με σημαίες και λάβαρα πατημένα κατάχαμα
να πισωγυρίζουν στον κουρνιαχτό
να τρέχουν να σωθούν

οι στρατιές των φτωχών των κουρελιάρηδων
οι στρατιές του Βαλμύ
φουσκωμένο ποτάμι τους ακολουθούν

ΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ                                            
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ

Μας προσμένουν εκεί που υπάρχει καταπίεση
εκεί που υπάρχει αντίσταση, σε σταυροδρόμια
που ουρλιάζουν σειρήνες και καίνε φωτιές                                                

μέτρησες με γρήγορη ματιά σαν αστραπή το βάθος του ορίζοντα
εκεί που σκοτεινιάζουν τα πλήθη των πραιτοριανών
η πορεία με τα κόκκινα πανώ θα προχωρήσει
ο ουρανός θα σκοτεινιάσει  πυκνές βολές καπνοί

αν είχες χαθεί μια τέτοια στιγμή, θα σε τιμούσαμε κατεβαίνοντας
στα ξεχασμένα οδοφράγματα με την σημαία της τρικυμίας,
της αιώνιας ανταρσίας την κόκκινη
όμως όχι ο θάνατός σου ύπουλος σ’ωχρό νοσοκομείο                          

όταν ακούσω ξανά βουή φουρτουνιασμένου πλήθους                    
απειλητικό μούγκρισμα μηχανοκίνητου
όταν ακούσω βολές πυροβόλου, θα σε θυμηθώ
θα σε θυμηθώ όταν ακούσω κλάμα παιδιού
στην αγκαλιά δολοφονημένης μάνας
στην Παλαιστίνη ή όπου αλλού

ήρθαμε όλοι εδώ περιμένοντάς σε
να ρίξουμε λίγο χώμα της Καισαριανής κόκκινο
είναι εδώ ο Τάσος Βέλας η Μαρία η Τασούλα η Κάκια
ο Θοδωρής Δρίτσας ο Τάσος Κατίντσαρος ο Ταβάνης ο Βρόντος. . .
οι φίλοι σου μεγάλη θάλασσα                                                                           
κίτρινα φύλλα που θροΐζουν το φθινόπορο
ωχροί αρχάγγελοι με πρόσωπα θρυμματισμένα
χωρίς ρομφαίες χαμένοι στο πέλαγος της θλίψης                  
θα πουν λόγια που πονούν, εσένα όμως δε σ’αγγίζουν
είναι το πέτρινο σεντόνι που μας χωρίζει
ήρθα κι εγώ ο μακρυσμένος φίλος
όλο αντιρρήσεις κι αναστολές όλο αντίλογο
μα δε μ’ακούς
δεν ακούς το πλήθος που κλαίει

ταμ ταράμ τατάμ
το τύμπανο της καρδιάς χτυπά εμβατήριο πένθιμο
οι ψυχές σαλπίζουν θρήνο γοερό
τα χείλια Αθάνατος θα πουν
βόμβος παράταιρος η Διεθνής
εμπρός της γης κολασμένοι, της γης κολασμένοι
μα ξάφνου, θα πέσει συντρίμμια αλλόκοτη βοή                      
γαρίφαλα κόκκινα στη γη πατημένα
Είναι Αυτός Εδώ
ο θρίαμβος του θανάτου                                                 

καλέ μου φίλε σκοτείνιασε
το κύπελό σου μ’ανόθευτο κρασί ας μην αδειάσει ποτέ
έχε Μέθη αιώνια.      καλή νύχτα

ΡΟΝΑΛΔ ΡΗΓΚΑΝ
ιππότη της τιμής, προστάτη της δικαιοσύνης
μαχητή της δημοκρατίας
σταυροφόρε του Χριστού. ο πάπας σε ευλογεί

άκου το παιδί αυτό που σε φωνάζει
σε φωνάζει να το σώσεις                                                                  

είναι αυτό το παιδί στο Σαλβαδόρ
στην κοιλιά αποκεφαλισμένης νέας
χτύπησέ το με τον υποκόπανο του όπλου σου
λύτρωσέ το απ’ την αγωνία του

ΚΑΝΤΟ ΧΕΝΕΡΑΛ

αγαπώ την τέχνη της νόησης
την τέχνη του λόγου, της απεικόνισης, του ήχου, της κίνησης                                     
η καλαισθησία κι η νόηση συνθέτουν χορό πρωτοποριακό                       

αγαπώ τη μηχανή
αριστούργημα απεικόνισης η φόρμα του αυτοκινήτου
σύγχρονη μουσική σύνθεση ο βόμβος της μηχανής του
το σφύριγμα το σκίσιμο του αέρα
το ρολάρισμα των τροχών του στους ατέλειωτους δρόμους
τώρα είμαι εδώ, σε λίγο σχεδόν πετώντας
στην άλλη άκρη του κόσμου

αγαπώ τον ξυλουργό τον πρωτομάστορα
τα μαγικά του χέρια το άμορφο ξύλο αγαθά για χρήση
και αριστουργήματα ομορφιάς κάνει
όμως πιο πολύ αγαπώ το τεράστιο κύτος                                               
που ξαπλωμένο μέσα, κόβει και ταξιθετεί το δάσος                
απ’τη μια καταπίνει γέρικη ξυλεία
κι απ’την άλλη ξερνά αγαθά πάνω σε τρένα ξαναμμένα
που μονομιάς στις άκρες του κόσμου πηγαίνουν

μέσα στο κύτος πανδαιμόνιο, τρελή σύνθεση χορευτικής όπερας
έμβολα μοχλοί φώτα πρέσες
άνθρωποι με κράνη και στολές κουμαντάρουν όργανα σύνθετα
ανεβοκατεβαίνοντας τρελά και φωνάζοντας
στα βάθη της κοιλιάς του τεράστιες στέρνες
γεμάτες υγρά που βράζουν
άνθρωποι με στολές ολόσωμες και σκάφανδρα                        
βυθίζουν ξυλεία συνθέτοντας έργο εβδόμης τέχνης
πρωτοποριακό

πίσω απ’όλα αυτά πιο αγαπημένο και κρυφό
το σύστημα ηλεκτρονικού ελέγχου
φωτεινά καντράν και συντεταγμένες
δίνουν στους προσεχτικούς τεχνικούς
το μέγεθος της ποιότητας και της ποσότητας της παραγωγής

τι να πω για τον ιστιοπλόο
που σχίζοντας περίτεχνα τη θάλασσα,                                                                
του αρκεί η αγάπη για το νερό ένα μαδέρι και το πανί
όμως μαγεύομαι πιο πολύ απ’το τεράστιο πλεούμενο
που δε μετράει ανέμους για να βγει                                                           
χωρίς πάντα στη μάχη με το κύμα
να βγαίνει κερδισμένο

αυτή την ποιητική σύνθεση που κόβει την πνοή
σύνθεση ανθρώπων σιδερικών πλαστικών και ξύλων
σύνθεση απαράμιλλης τεχνικής
η τεράστια εξέδρα πετρελαίου στη βόρεια θάλασσα
που κρατιέται ενάντια στο θεόρατο κύμα                                             
που πασχίζει να την αποκολλήσει                                               

όμως ακόμα πιο πολύ με συγκλονίζει ο Νορβηγός καπετάνιος
και το πλήρωμά του, με το σωστικό του σκάφος
καβάλα στο λυσσασμένο κύμα και βλαστημώντας τον καιρό
μηδαμινό στίγμα στην ενωμένη θάλασσα με τον ουρανό 
πιάνει την αποκολλημένη εξέδρα που παραδέρνει
σαν μεθυσμένος γίγαντας

βλέπω τις ζωοφόρους του Παρθενώνα
τον Διόνυσο, το κεφάλι του αλόγου, τον Έφηβο των Αντικυθήρων
τις τοιχογραφίες της Πομπηίας και των μακεδονικών τάφων,
μπορώ ώρες να θαυμάζω ατέλειωτα έργα ανυπολόγιστης αξίας
χωρίς να τα χορταίνω
το διαστημικό όχημα όμως θα φύγει την καθορισμένη στιγμή                  
θα οργώσει όλο το ηλιακό σύστημα
θα στείλει χρωματιστές εικόνες και πληροφορίες
σε χωροχρονική πορεία εκατομμυρίων χιλιομέτρων
και λεπτών, προδιαγεγραμμένη με σχεδόν απόλυτη ακρίβεια
μου φαντάζει σαν το μεγαλύτερο έργο τέχνης
που έκανε ποτέ ο άνθρωπος

αγαπώ το υπόγειο πυρηνικό εργαστήρι, τους αντιδραστήρες,      
τους επιταχυντές, σοφοί σκυμμένοι καταγράφουν
κι όχι μόνο περιφρονούν τον κίνδυνο μα θεωρούν προνόμιο
να βρίσκονται εκεί μέσα υλοποιώντας το πάθος τους

εκεί σχοινοβατεί η γνώση, νικάει και συντρίβεται
κι η τελική νίκη δεν είναι σίγουρη ούτε το μέλλον προδιαγεγραμμένο
είναι το παρόν που πρέπει συνεχώς να χάνεται
παραχωρώντας τη στείρα σιγουριά του στην αβεβαιότητα,
για να μπορεί αυτός ο κόσμος να αλλάζει

όλ’αυτά όμως δεν είναι τίποτα χωρίς το μεγάλο τεχνίτη
τον απλό άνθρωπο αυτόν που επανδρώνει τις μηχανές
που τις καταστρέφει όταν πρέπει και γεννάει άλλες όταν θέλει                 
αυτός που ξέρει να ζει ειρηνικά που κάνει φίλους, ν’αγαπά τη ζωή
                                                           
εκεί όμως μέσα σ’αυτούς υπάρχει το πιο ακριβό
που είναι αυτός ο αβόλευτος ο μοναχικός μέσα σε πλήθος φίλους
που καραδοκούν να τον κρίνουν μέχρι τέρμα θανατερά
αναμένοντας άγρυπνα κι ανυπόμονα τις αντιφάσεις
που συνεχώς αλλάζουν κρίνοντας πεισματικά τις εξελίξεις

καβάλα στη φλόγα που καίει το παλιό και γεννά το νέο
τις πιο πολλές φορές χάνεται χαμογελώντας πικρά
σφίγγοντας τη γροθιά του θριαμβικά                                                  
κρύβοντας τον βαθύ του πόνο
αφού έτσι πρέπει να βλέπουν όλοι φίλοι και εχθροί
για διαφορετικούς λόγους ο καθένας

αυτοί οι σπόροι της κοινωνικής αλλαγής
διαφορετικοί μεταξύ τους
είναι που δίνουν στον κόσμο
απεριόριστες επιλογές για το μέλλον.


ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Πρόθεσή μου ήταν να συγκεντρώσω κάποια συμβάντα σαν χρονικό γεγονότων απ’ το 73 ως το 88 περίπου και κάποια άλλα παλιότερα, για λόγους απροσδιόριστους.  Τα περισσότερα είναι γεγονότα προσωπικής μαρτυρίας ή από δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, που βγαίνοντας όμως σαν  συναισθηματικές ριπές απομακρύνθηκαν απ’το χρονικό αλλά δεν κατάφεραν να φτάσουν στην ποίηση.   Έτσι κάποια μοιάζουν με αριστερές προπαγαντιστικές διακηρύξεις. Κι αφού η εποχή μας τριάντα χρόνια μετά,  τα ζωντανεύει  τα επεξεργάστηκα ξανά  τηρώντας τους όρους  που γράφτηκαν.        
Φαίνεται πως όταν γράφτηκαν δεν ήταν και τόσο προπαγαντιστικά, αλλά αλήθειες που πονούσαν.


η κληρονομιά
 

Θα μεθύσουμε πάλι με μπαρούτι
στ’ άλογο καβάλα του Βελουχιώτη
με φυσεκλίκια σταυρωτά και παντιέρες
να κυματίζουν στο βορινό καιρό
ο αέρας ανήκει σ’ όλους
και το νερό ανήκει σ’όλους
ακόμα κι η γη ανήκει σ’όλους
μολονότι όλοι ανήκουν σ’αυτήν
οι φρουροί της κομμούνας ανήκουν σ’όλους
κι οι στρατιές του Βαλμύ
οι κόκκινες σημαίες της ανταρσίας
κι οι ματωμένοι επίδεσμοι

ανήκει σ’όλους ο Τσε Γκεβάρα ο άγιος
κι ο γεράκος ο χαμογελαστός
ο ήρεμος ο Χο τσι Μινχ
που πήρε βαριά ευθύνη με το λαό του
να ταπεινώσουν τους πιο ισχυρούς
και πιο αλαζόνες

κι αυτός ο υπέροχος ο αιώνιος αντάρτης ο Μάο
με τις στρατιές των φτωχών των κολασμένων
ανήκει κι αυτός σε όλους
μαζί του κι ο Ατσαλένιος γίγαντας
πού’πεσε μαχόμενος
στους διαδρόμους του Κρεμλίνου

και συ Βλαδίμηρε Ίλιτς
χωρίς να καβαλικεύεις αλόγατα
χωρίς τη μαντσέτα και το τουφέκι
του Εμιλιάνο Ζαπάτα και του Βίγια
και συ μαζί μ’αυτούς είσαι δικός μας
είσαι ολονών

όπως τ’αεροπλάνα του αέρα
το σίδερο τα σπίτια και τα εργοστάσια της γης
ακόμα και η Δικαιοσύνη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΛΗΘΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΤΩΝ