Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΛΗΘΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΤΩΝ


Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΛΗΘΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΤΩΝ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
  1.Ο ΤΡΕΛΟΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 3
  2.ΜΙΣΗ ΜΙΣΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .16
  3.ΚΛΑΡΑ ΚΙΓΚΑΝ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .32
  4.ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 35
  5.Η ΦΟΝΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 46
  6.ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . 52
  7.Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΙ Ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .55
  8.ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 66
  9.Ο ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .28
10.ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΠΑΠΠΟΥ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  . . . . . . 89
11.ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 111
12.24 ΙΟΥΛΙΟΥ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  . . . . . . . . . . . . . . . . .114
13. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡO ΤΗΣ ΚΑΤΙOYΣΑΣ ΤΣΑΡΟΓΛΟΥ ΜΕΞΗ. . . . . . . . . .  . 117
14.Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ. .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .146

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Επειδή οι ιστορίες και τα ονόματα είναι μισοαληθινές, μπορεί να παραπλανηθεί ο αναγνώστης που έζησε εκείνη την εποχή στη γειτονιά. Δηλώνω λοιπόν ότι οι όποιες συμπτώσεις δεν απηχούν απόλυτα την πραγματικότητα. Επίσης κάποιες διηγήσεις στηρίζονται στις αναμνήσεις παιδιού τεσσάρων έως επτά ετών κι υπό το πρίσμα της κοινωνικής βίας εκείνης εποχής. Αυτές οπωσδήποτε περιέχουν υπερβολές, κριτικά λάθη κι ανακρίβειες.

1.                               Ο ΤΡΕΛΟΣ

Ήταν τότε που μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος, αλλά στα βουνά συνεχιζόταν ακόμα το αντάρτικο κι ο αντίκτυπος του βασίλευε παντού. Όλα τα σπίτια της γειτονιάς είχαν και κάποια πληγή, που ήταν πρόχειρα κρυμμένη, αφού όλοι την γνώριζαν και κανείς δε συζητούσε ποτέ γι’αυτήν.
     Οι φανερές πληγές ήταν οι τρελοί.  Όλες οι γειτονιές είχαν τους τρελούς τους που κανείς δε μπορούσε τότε να κρύψει σε ιδρύματα, αλλά κυκλοφορούσαν στη γειτονιά κάνοντας κάτι εδώ κι εκεί στην αγορά, δηλαδή θελήματα κι έτσι δεν ήταν στο περιθώριο.  Λίγο τους πείραζε ο κόσμος, λίγο τους συμπονούσε κι εκείνοι που τότε ήταν πάρα πολλοί, που βρίσκονταν στο έσχατο σημείο της μιζέριας, παρηγορούντο πως υπάρχουν και χειρότερα. Έτσι ο μύλος άλεθε όλο αυτό τ’ανθρώπινο υλικό με κρυφό πόνο και πίκρα που χάριν στους τρελούς έπαιρνε κάποιο χρώμα.
     Ο Φώτης ήταν παραγιός στον παγοπώλη της γειτονιάς.  Το παγοπωλείο ήταν «παράρτημα» του παντοπωλείου, που ιδιοκτήτης ήταν ο Χερουβήμ Σμαΐλογλου. Αυτό αποτελείτο απ’το μπακάλικο, το μανάβικο και το καρβουνιάρικο που ήταν στο πίσω μέρος, στην αυλή του κτιρίου, όπου υπήρχαν και τα βαρέλια με το κρασί. Εκεί σε μια γωνιά της αυλής, κάτω απ’το κεραμοσκεπές υπόστεγο που αποθηκεύονταν τα κάρβουνα, υπήρχε η παράγκα που ήταν το γραφείο και δίπλα στην παράγκα αυτή, σ’ένα μικρό δωματιάκι που η πόρτα έκλεινε με μάνταλο, κοιμόταν ο Φώτης και τ’αδελφάκι του ο Νικολάκης. Λίγο πιο κει υπήρχε το τεράστιο ψυγείο πάγου που ήταν ένα μεγάλο ξύλινο δωμάτιο με μονωμένους τοίχους. Το γραφείο ήταν πάντα κλειδωμένο και τ’άνοιγε μόνον ο Χερουβήμ κάθε φορά που θά’βαζε τα τιμολόγια σ’ ένα φάκελο ή όταν ερχόταν ο «Καμπούρης» με την τσάντα. Ο Καμπούρης ήταν ελεγκτής της εφορίας κι ο λογιστής της γειτονιάς που γύριζε κάθε μέρα τα μαγαζιά για τον έλεγχο.   Του άνοιγε το γραφείο ο Χερουβήμ, το ξεσκόνιζε πρόχειρα ο Φώτης με το φτερό κι ο Καμπούρης καθόταν κι έφτιαχνε τα λογιστικά του καταστήματος, κάνοντας την ίδια στιγμή και τον φορολογικό έλεγχο.

3
    Ο Φώτης στο δωματιάκι δίπλα είχε μια γκαζιέρα πετρελαίου κι έδινε εντολή στο Νικολάκι, τ’αδελφάκι του, που «κρατούσε το νοικοκυριό» και τα είχε όλα στην εντέλεια, να ψήσει ένα βαρύ γλυκό στον κύρ-Αριστείδη (αυτό ήταν τ’όνομα του Καμπούρη αλλά τον προσφωνούσαν Αριστείδη μόνον όταν ήταν παρών κι αποτείνοντο σ’αυτόν).
     Έτσι ο Φώτης έφευγε ήσυχος κι ο Νικολάκης που ήταν ολοκάθαρος και λίγο γυναικωτός, πήγαινε τον καφέ στον καμπούρη. Ο Νικολάκης ήταν ένα παιδί κάπου είκοσι χρονών που δεν είχε μεγαλώσει ανάλογα, ούτε στο μπόι ούτε στο μυαλό, λόγω της εκ γενετούς νοητικής του καθυστέρησης απ’τη σύφιλη της μάνας του, που όπως έλεγαν στη γειτονιά, όταν ζούσε, ήταν πόρνη με το όνομα Ρόζα στη «σπηλιά» του Φιλοπάππου. Η Σπηλιά ήταν το πορνείο της περιοχής όπου Μαμά ήταν η φοβερή Βικτόρια, βοηθός της η αδελφή της Αμαλία και Νταής ο γιος της Γιωρίκας, που τον έλεγαν Ζωρίκα λόγω του βίαιου χαραχτήρα του.
    Ο καμπούρης είχε μεγάλη αδυναμία στο Νικολάκι, όταν τό’βλεπε τον έπιανε ταραχή. Έδινε λοιπόν εντολή στο Χερουβήμ να μην τον ενοχλεί κανείς όταν είναι στο γραφείο, γιατί κάθε λάθος στα λογιστικά, μπορεί να είχε ανεπανόρθωτες οικονομικές συνέπειες.  Φώναζε λοιπόν το Νικολάκι και τού’δινε μια σοκολάτα τεράστια, «Ατσάρου», απ’την ομώνυμη σοκολατοποιεία που υπήρχε στη γειτονιά. Εκεί που δούλευαν σχεδόν όλες οι κοπέλες τις γειτονιάς, για να φτιάξουν την προίκα τους ή να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένειά τους. Πλησίαζε ο Νικολάκης και καθόταν στην απέναντι καρέκλα κι ο καμπούρης για λίγη ώρα τον κοίταζε με τρυφερότητα κι αγάπη.  Αυτό το όμορφο πλάσμα, το αγνό, είχε ακριβώς ότι έλειπε απ’αυτόν κι αυτός ότι έλειπε από 'κείνον.   Ο Νικολάκης έτρωγε τη σοκολάτα και τον κοίταζε παραξενεμένος. Τότε ο καμπούρης τού’πιανε το χέρι το χάιδευε και το φιλούσε.  Στα μάτια του τρέχανε δάκρυα κι ο Νικολάκης έπαιρνε ένα ύφος περίλυπο, που δε μπορούσε να του γιατρέψει τον πόνο. Τότε πρόσωπό του γινόταν ακόμα πιο αστείο, κάτι που έκανε τον καμπούρη να συγκινείται περισσότερο και να του σκίζεται η καρδιά.

4
    Το μπακάλικο ήταν χωριστό απ’το μανάβικο, αλλά επικοινωνούσαν μ’ένα αρκετά μεγάλο άνοιγμα κι έτσι η είσοδος για το μανάβικο ήταν απ’το μπακάλικο, για να μπορεί να ελέγχει τα πάντα ο Χερουβήμ.  Το «τεφτέρι» με τα χρωστούμενα των γειτόνων, ήταν στο συρτάρι με τα λίγα λεφτά που υπήρχαν πάντα στο ταμείο για τα ρέστα.  Το τεφτέρι ήταν χωρισμένο σε τρία μέρη, όπου αναγράφετο τ’όνομα του χρεώστη, το ποσό και το προϊόν που είχε αγοράσει. Δηλαδή εμπορεύματα απ'το μπακάλικο, το μανάβικο και το καρβουνιάρικο, που περιείχε ακόμα το κρασί και τον πάγο.  Κάθε φορά που κοίταζε το τεφτέρι ο Χερουβήμ ένιωθε τον κοινωνικό χαρακτήρα του μαγαζιού του.  Εκεί θα έγραφε κάτι πάρα πάνω σ’αυτούς που είχαν, για να εξισορροπήσει αυτούς που αδυνατούσαν να ξεπληρώσουν. Υπήρχε λοιπόν ένα είδος κοινωνικής ισορροπίας κι ανθρωπισμού σ’αυτό το τεφτέρι, αφού χωρίς το μαγαζί του και φυσικά το τεφτέρι, πάρα πολλοί δε θα τα κατάφερναν.
     Το καρβουνιάρικο άνοιγε μετά τις δέκα, γιατί ο Φώτης έλειπε για να μοιράσει τον πάγο. Κι’επειδή η διανομή του πάγου ήταν κάτι που δεν χρειαζόταν «γραφειοκρατία» γιατί οι πελάτες ήταν πάντα ίδιοι, ο Χερουβήμ είχε γραμμένο ένα σταθερό ποσό σε κάθε σπιτικό κάθε μήνα.
     Με το καρότσι, τη λαστιχένια ποδιά, τα χοντρά λαστιχένια γάντια, τις γαλότσες και το γάντζο, ο Φωτ-φώτ (έτσι τον έλεγαν γιατί ψεύδιζε), ξεκινούσε ανεβαίνοντας το Γολγοθά της Καλλισθένους κάθε πρωί, αφού ήταν χωματόδρομος και βαθιά αυλακωμένος απ’τη βροχή, είχε γίνει ρέμα. Ακούμπαγε στην εξώπορτα κάθε σπιτιού τον πάγο, που ήταν κομμένος έτσι, που να χωράει στο «ψυγείο πάγου».  Αυτό ήταν ένα ξύλινο ντουλάπι χωρισμένο σε δυο μέρη. Το επάνω, που έμπαινε ο πάγος πάνω στον ελικοειδή σωλήνα που ξεκινούσε από ένα μικρό ντεπόζιτο, όπου έμπαινε το νερό και κατέληγε σε μια βρύση.  Και στο κάτω μέρος, που ήταν το ντουλάπι, που έμπαιναν τα τρόφιμα για να  διατηρούνται.
Βέβαια τα τρόφιμα ήταν πολύ λίγα, σχεδόν αρκούσαν για μια μέρα ή το πολύ για δύο,  έτσι η ψύξη  ήταν υπεραρκετή.
    Όλοι έβρισκαν τον πάγο στην πόρτα τους κι ο καθένας ήξερε ότι στο τέλος της βδομάδας

5
θα πήγαινε στον Χερουβήμ να πληρώσει. Όλα ήταν τόσο απλά, εκτός αν κάποια νοικοκυρά ήθελε να πάρει λίγο περισσότερο πάγο γι’άλλη χρήση, (το παγωτό ή τις μπίρες), αν είχαν κάποιο γλέντι, ή ακόμα αν κάποια νοικοκυρά, ήθελε να «κάνει κέφι» με το Φώτη.  Να του κάνει φλερτ κι ο Φώτης να τη ζητάει σε γάμο και να κανονίζουν τα στέφανα και τον κουμπάρο που δεν αργούσε να βρεθεί.  Ακόμα, όταν ήταν πολλές γυναίκες μαζί, για να μην πάρει θάρρος και ορμήξει, του κάναν διάφορα ερωτικά υπονοούμενα και η πλάκα μπορούσε να τραβήξει πολύ μακριά.  Το πανηγύρι όμως ήταν τις Κυριακές το πρωί που ο πάγος ήταν κάτι ιερό, αφού θα πάγωνε τη μπίρα κι όλοι περίμεναν πως και πως να πάρουν και λίγο περισσότερο. Ήταν το κυριακάτικο φαγητό, δηλαδή κρέας, που ψηνόταν στο φούρνο της γειτονιάς και ήταν ιερουργία.
     Ο Φώτης την Κυριακή θα σταυρωνόταν και θ’αναστηνόταν εκατό φορές. Θα έτρωγε φάπες ή μπορεί και κανένα γιαούρτωμα κι αυτός για να εκδικηθεί θα έλεγε όλα τα ξόμπλια και τις κακίες που λέγονταν γι’αυτούς στη γειτονιά. ―κλάμα και γέλιο―. Στο τέλος θά’τρωγε κα’να μεζεδάκι, θά’πινε μερικά ουζάκια, μπορεί και κανένα φιλάκι και θα γύριζε στ’αφεντικό του κλαμένος, χαρούμενος και μεθυσμένος.   Άσε  οι προτάσεις  γάμου, ίσα με δέκα  κάθε Κυριακή πρωί, κι έπεφτε σε βαθύ συλλογισμό, αφού ήταν πολύ δύσκολο να διαλέξει νύφη.
    Την Κυριακή το απόγεμα, ο Φώτης στον αγώνα της ομάδας, του δοξασμένου Ακράτητου, θά’σπαγε μια κολόνα πάγο σε κομματάκια μέσα σ’ένα μεταλλικό κουβά πού’λαμπε από καθαριότητα και θα γύριζε στο γήπεδο πουλώντας λεμονάδες, πορτοκαλάδες ή γκαζόζες· αυτές με το μόνιμο καπάκι από πορσελάνη, που με ένα συρμάτινο μοχλό άνοιγαν κάνοντας αυτό το θαυμάσιο ήχο, σαν σαμπάνιες και βέβαια μερικές μπίρες για τους μερακλήδες.
     Η έδρα  της ομάδας  ήταν το γήπεδο  του Φωστήρα,  που ήταν «ο φονεύς των γιγάντων» και το γήπεδο αυτό ήταν η «Μόσχα». Όσοι αντίπαλοι έρχονταν να παίξουν εκεί, έλεγαν «έχουμε αγώνα μεσ’ τη Μόσχα».  Δηλαδή  ότι δεν ήταν «παίξε-γέλασε». Οι κερκίδες του γηπέδου ήταν από χωματόλοφους όπου κάθονταν οι φίλαθλοι που εμψύχωναν την ομάδα

6
τους, «τρομοκρατώντας» τους αντιπάλους ή που τραγουδούσαν τον ύμνο της ομάδας τους: "Ακράτητε των Άνω Πετραλώνων όλες τις ομάδες ανικάς".  Ο Αρκούδας ο έφορος της ομάδας με τη στεντόρεια φωνή, καλούσε την ομάδα να επιτεθεί κι ο Τζακ, ο Κύκλωπας, με το γυάλινο μάτι, απειλούσε όσους αντιπάλους έπαιζαν βρόμικο παιχνίδι: “αγόρι μου πρόσεξε έχω μια βδομάδα να φάω άνθρωπο” κι έβγαζε το ψεύτικο μάτι του και το γυάλιζε.
     Η ομάδα δεν συμπλήρωνε πάντα εντεκάδα, αφού οι παίκτες ήταν σκληρά εργαζόμενοι και δεν ήταν πάντα διαθέσιμοι. Κυρίως όμως κατέβαινε με τερματοφύλακα τον Κωλάρα, μπακ τον Καμπάκο και τον Κουγιουμτζή, δηλαδή τον Καλαμαζού, σέντερ μπακ τον απροσπέλαστο Τσολακάκη, κέντρο το Μηνά Παπάζογλου και τον Μπέμπη Σαΐτη, ακραίους τον Χατζιγιαννάκη και τον Καβάση και τριπλέτα τον Τσιλιμπή(ζογλου), το Μήμη Σαΐτη και τον Κωτσόβολο. Βέβαια η ομάδα είχε πάρα πολλούς άλλους παίκτες, όπως τον φοβερό Κολοβίνα που πήρε ο Παναθηναϊκός, το Λάμπρο Λύρα κι άλλους, αλλ’αυτοί κυρίως ήταν οι βασικοί. Μετά τον αγώνα όλοι στο καφενείο ξεφαντωμένοι είχαν ξεδώσει πια κι ο Φώτης μπορούσε να κάτσει χωρίς πειράγματα σε τραπέζι που παίζαν χαρτιά ή τάβλι, να παρακολουθεί κι αυτός με τους άλλους σαν ίσος προς ίσον και να κάνει, όπως όλοι, επικρίσεις. Ας πούμε αν παίχτηκε καλά η ζαριά, αν η πόρτα ή το πιάσιμο ήταν το σωστό κι είχε την αντιμετώπιση που είχαν κι οι άλλοι. Έτσι κυλούσαν οι μέρες κι όλοι ήξεραν ότι ο Φώτης στο καφενείο ούτε θελήματα έκανε, ούτε πειράγματα, ούτε χαρτζιλίκι δεχόταν. Κάποτε που καταπατήθηκε αυτή η «άγραφη» συμφωνία, ο Φώτης έκανε ένα μήνα να φανεί στο καφενείο του Φάνη, κι οι μάγκες πικράθηκαν κι ένιωσαν ότι δε φέρθηκαν εντάξει.  Έτσι πήγε κάποιος τον παρακάλεσε κι ο Φώτης ξαναγύρισε θριαμβευτής.

Ο Κώστας ο επιλεγόμενος χωροφύλακας, ήταν ένα παλικάρι απ’την Πελοπόννησο, νέος κάτοικος -φερτός-.  Ήταν ψηλός, ολόξανθος, ωραίος,  σαν αρχαίος θεός  και τον έλεγαν χωροφύλακα  γιατί πολύ μπαινόβγαινε  στο Θ΄του Θησείου.  Εκεί που ήταν τα άδυτα

7
της ασφάλειας που όλοι ήξεραν ότι κανείς δεν έμπαινε χωρίς λόγο και όπου παλιά εκεί έδρευαν οι Χίτες. Οι Πετραλωνίτες το 46, μετά από «σκληρή μάχη» στο Φιλοπάππου, «πήραν φαλάγγι» τους Χίτες, τους αστυνομικούς και τους «ευυπόληπτους» πολίτες του Θησείου και μπήκαν νικητές στο Θ΄.  Λέγεται ότι οι πειναλέοι πρόσφυγες των Πετραλώνων, που φυσικά ήταν κομουνιστές, μπήκαν στα πλουσιόσπιτα των εμπόρων (έμποροι εκείνη την εποχή ίσον μαυραγορίτες) και δεν άφησαν τίποτα. Κουβέρτες, στρώματα, πιάτα, ρούχα, τυριά, λάδια κι ότι ποθούσε η ψυχή τους μιαν ολόκληρη ζωή, τ’απόχτησαν εκείνη την αμαρτωλή νύχτα. Ακόμα κι η Βικτόρια, η πουτάνα που έκανε πιάτσα στη σπηλιά του Φιλοπάππου, μεταξύ άλλων, εσωρούχων και σεντονιών που ήταν αναγκαία για την αναβάθμιση του μαγαζιού, πήρε για τον εαυτό της ένα θαυμάσιο ολομέταξο κεντητό νυχτικό, που το φορούσε όποτε πήγαινε κάποια Κυριακή στη εκκλησία, αφού νόμιζε πως ήταν τουαλέτα. 
    Όμως το μίσος του Θ΄ για τους Πετραλωνίτες, όλοι ξέρουν ότι ήταν άλλο. Οι τοίχοι του κτιρίου ήταν γεμάτοι φωτογραφίες αστυνομικών με αναμμένα από κάτω τους καντηλάκια, θυμίζοντας την κομουνιστική αναρχία και θηριωδία. Άλλοι πέσαν στις μάχες κι άλλοι, είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι και δικάστηκαν σαν Χίτες απ’το λαϊκό δικαστήριο στην Πλατεία Μερκούρη. Καταδικάστηκαν κι εκτελέστηκαν λίγο πιο κάτω, στις Τρεις Γέφυρες.  Γι’αυτό όταν κάποιος έμπαινε στο Θ΄, κι απ’τη διεύθυνσή του φαινόταν πως ήταν Πετραλωνίτης, ο αστυνόμος υπηρεσίας ή ο αστυφύλακας, που τον υποκαθιστούσε, κουνούσε το κεφάλι τονίζοντας: «κάτοικος Πετραλώνων», σοβάρευε, ξερόβηχε και συμπλήρωνε «καλώς». Σαν να έλεγε σ’έχω υπόψιν μου.  Ο πολίτης έπρεπε νά’χει κατεβάσει το κεφάλι ελαφρά, γιατί ήταν Πετραλωνίτης κι έπρεπε να νιώθει τύψεις.  Όταν όμως έβγαινε απ’το τμήμα έχοντας την εικόνα των καντηλιών στο νου του, τον έπιανε ένα νευρικό χαιρέκακο γέλιο, σαν νά’ λεγε: την άλλη φορά θα γεμίσουμε όλο τον τοίχο καντηλάκια, ―αδιόρθωτοι κομουνισταί.
      Εκείνη τη μέρα ο χωροφύλακας είχε ρέντα. Τά’χε πιάσει στο μπαρμπούτι που είχαν στήσει τάκα-τάκα  και με την “άδεια της αστυνομίας”, αφού κι ο χωροφύλακας παρών μέσ’το παιχνίδι.

8
  Και λέει: Φωτάκι έλα σού’φεξε, τσάκω το κατόμπαλο, γιατί απ’την ώρα που αρχίνισε το παιχνίδι κι έριξα την πρώτη ζαριά σ’έχω γούρι μου, (κατοστάρικο τότε ίσον δυόμισι μεροκάματα).  Ο Φώτης κόμπιασε λίγο και του είπε:  «Ε-εντάξει όμως δ-δουλεύω, ε-έχω λ-λεφτά κράτ-τα τα θα τ-τα χ-χρειαστείς», και τα μάτια του είχαν αυτή τη λάμψη του τρελού γέλιου που ήταν την ίδια στιγμή πειραχτική.  Ο Κώστας σοβάρεψε, γύρισε και τον κοίταξε αμήχανα. «Έλα ρε Φωτάκι τώρα με προσβάλεις». Ο Φωτ-Φωτ έπαψε να έχει αυτό το πειραχτικό γέλιο, ένιωθε ότι τον πρόσβαλε αλλά δε μπορούσε να τα πάρει.  Το βλέμμα του έγινε θλιμμένο και είπε πολύ σοβαρά: «σ-σε π-παρακκαλώ, ε-εγώ δ-δουλεύω».  Ο Κώστας φουρκίστηκε και το πράγμα θα σταματούσε εκεί, αν η παρέα που κατάλαβε την αδυναμία του Κώστα δεν άρχιζε το «γαζί».  Ο Φάνης ο καφετζής δίνει μια φιλική φάπα στο Φώτη, γιατί ήταν άνθρωπος που είχε δει πολλά και μυριζόταν τις κακοτοπιές. Λίγο τίμιος, λίγο άτιμος, λίγο προαγωγός, λίγο χασικλής κι «έμπορος», λίγο ρουφιάνος, λίγο πονόψυχος, λίγο φιλάνθρωπος· λίγο απ’όλα, πολύ τίποτα γιατί βλάφτει.  «Πάγαινε ρε Φωτάκη σπίτι κι αύριο πάλι».  Ο Φωτ-Φωτ σηκώθηκε, κοίταξε τον καφετζή κατάματα με πολύ νόημα, έτσι που το πρόσωπό του έγινε πιο αστείο μα και πιο πικραμένο, γιατί ένιωθε πως εδώ χάνονταν όλα του τα κεκτημένα και είπε: «ρε Φ-φ-φάνη δ-δεν είμαι π-πελάτης; Φ-φιάξε κ-καφέ». Ο χωροφύλακας είχε κουρδιστεί τόσο πολύ, που είχε γίνει εκτός εαυτού. Ο τρελός δεν ήθελε τα λεφτά του, τον περιφρονούσε κι όλα αυτά τα κουμούνια γύρω το γλένταγαν πολύ. Το κύρος του χανόταν, από χωροφύλακας, γινόταν απλά ρουφιάνος. Αυτή τη λεπτή διαφορά την είχε καταχτήσει με τη συμπεριφορά του και τον άνετο τρόπο στο καφενείο. Το παιχνίδι του ξέφευγε, άρπαξε το Φώτη απ’το γιακά και τον τράνταξε πέρα-δώθε, είχ’αφρίσει: «παλιοκουμούνι παλιοκουμούνι». Τού’δωσε μια σπρωξιά κι ο Φώτης έπεσε πάνω σ’ένα τραπέζι σκορπώντας την τράπουλα κατά γης.  Ο Φώτης τα πήρε στο κρανίο,  βουτάει την καράφα του νερού απ’το τραπέζι κι ορμάει στο χωροφύλακα. ―Πουτάνα χαφιέ, θα σε γαμήσω (δεν τραύλησε). Τον χτύπησε ξώφαλτσα στο κεφάλι. Ο χωροφύλακας τον άρπαξε  απ’το λαιμό και τον έσφιγγε. Τα μάτια του Φώτη είχαν πεταχτεί έξω.
  
9
  Το πράγμα παράγινε κι ο Φώντας ο Ρεΐσογλου, ένας χασικλής που είχε μια βδομάδα “έξω” κι είχε την αίσθηση της αξιοπρέπειας κάπως αυξημένη, πιάνει το χέρι του χωροφύλακα να τον σταματήσει: ―Έλα ρε μαλάκα φτάνει, μας την έχεις δώσει, ας τον άνθρωπο ήσυχο. Ο Κώστας σπρώχνει το Φώτη και τον ξαπλώνει ανάσκελα. Ορμάει στο Φώντα. Ο Φώντας τραβάει μαχαίρι. Ο χωροφύλακας βγάζει απ’την εσωτερική του τσέπη ένα μικρό πιστόλι ασημί εννιάρι γυαλιστερό, γυναικείο. Δέχτηκε τη μαχαιριά στο στήθος κι ίσα που πρόλαβε να πυροβολήσει στο ταβάνι. Τον πήρε ο Γιώργος Γιώτης, ο αναρχικός με το «πειρατικό» του στον Ερυθρό Σταυρό, ο επωνομαζόμενος Ταμπάχανας (είχαν πρόβλημα τα “εργαλεία” του). Μαζί του πήγε ο Ασημάκης Μάνου ο νοσοκόμος, κι ο Αντρέας Ιωάννου ή Κολλητήρης. Τη γλίτωσε στο τσακ. Στην ανάκριση κανένας δεν ήξερε τίποτα κι ο Φάνης, ο καφετζής, είπε πως τα παιδιά κάτι έλεγαν κάτι έπαιζαν χωρίς ένταση ή παρεξήγηση και ξαφνικά χωρίς φανερό λόγο έγινε το κακό, αλλά για πυροβολισμό τσιμουδιά. Το πρόβλημα λύθηκε όταν συνήλθε ο Κώστας. Είπε λοιπόν ότι κάνανε μια πλάκα με το μαχαίρι που κρατούσε ο Φώντας. Αυτό τό’χε φέρει στο καφενείο, ένας λαθρέμπορας ναυτικός περαστικός. Κάποια στιγμή ο Κώστας έπεσε κατά λάθος πάνω στο μαχαίρι κι έγινε το κακό. Έτσι ο χωροφύλακας ξανακέρδισε την εμπιστοσύνη του καφενείου και θα μπορούσε να συνεχίζει τη δουλειά του, με πιο πολύ προσοχή από δω και πέρα κι ο Φώντας θά’μενε «έξω», γιατί κι αυτός θα ήταν χρήσιμος στη ασφάλεια για κάποια πληροφορία, όταν θα είναι ανάγκη. 
       Όλα έγιναν όπως πριν με μια μοναδική απώλεια: Ο Φώτης δεν ξαναπήγε στο καφενείο, ούτε στο παγοπωλείο. Δεν ξαναπούλησε λεμονάδες στο γήπεδο. Τα μάτια του δεν είχαν πια αυτό το πειραχτικό γέλιο με τη λάμψη της τρέλας, αλλά μια θλιμμένη απορία. Γύριζε στα σπίτια ζητιανεύοντας. Οι οικοκυρές δεν τον ξαναπείραξαν ούτε ξαναγέλασαν μαζί του. Κι ο Νικολάκης βγήκε απ’το προστατευτικό του κέλυφος, φόρεσε την ποδιά, τις γαλότσες, τα λαστιχένια γάντια,  πήρε το γάντζο,  ζώστηκε το καρότσι  και μοίραζε πάγο στη γειτονιά.

10
ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
"Τελευτή λέξεως αρμόττει η ασύνδετος όπως επιλογος και ουχί λόγος ει". Αριστοτέλης―Ρητορική                   
                                                                          
Το καφενείο δεν άλλαξε συνήθειες.  Τα παιδιά καθόντουσαν το καλοκαίρι έξω στο πεζοδρόμιο καβάλα στις καρέκλες κι έκαναν κριτική στα κορίτσια που περνούσαν. Όταν περνούσε η Ματούλα Σιντηλή, που περπατούσε σαν αγριόγατα, ο κόσμος χάλαγε. Η Μάτα ήταν πρωταθλήτρια μήκους κορασίδων. Είχε ρεκόρ τεσσεράμισι μέτρα.
    Το τι έλεγαν σέρνοντας τη φωνή τους με πάθος, δεν περιγράφεται. Να την έχεις έτσι ή αλλιώς, εδώ ή εκεί κι έπαιρναν ανάλογες στάσεις κι ανάλογο αποχαυνωμένο ύφος βαριανασαίνοντας προσποιητά. 
    Η Ματούλα προχωρούσε αγέρωχα διασχίζοντας, αυτό το λουτρό του περιρρέοντος πόθου που την περιέλουζε, με λαγνεία. Ήξερε ότι όλοι αυτοί οι πεινασμένοι ερωτικά άντρες, έπεφταν το βράδυ στο κρεβάτι και την ήθελαν με πάθος. Όταν λοιπόν κι αυτή ξάπλωνε φορώντας το ανάλαφρο διαφανές νυχτικό της ένιωθε το σώμα της ν'ανατριχιάζει από το ρίγος του πόθου όλων αυτών των πεινασμένων που την κατασπάραζαν βογκώντας. Πόσο σπέρμα δεν σπαταλιώταν κάθε βράδυ για χάρη της! Ήταν όμως αυτό σπατάλη ή μια ιερή σπονδή στον έρωτα;
     Οι μανάδες μας ήταν παιδικές φίλες και μπαινοβγαίναμε στα σπίτια, που είχαν κοινή αυλή, χωρίς προειδοποίηση, έτσι κι αλλιώς τα σπίτια τότε ήταν ανοιχτά, αφού δεν υπήρχε και τίποτα να κλαπεί. Μπορεί π.χ. η μάνα μου να πήγαινε στο σπίτι της φίλης της Ιουλίας, ενώ αυτή απουσίαζε, να έπαιρνε το αλάτι ή τη ζάχαρη και να το επέστρεφα εγώ αν ήμουν εκεί. Έτσι όταν μια φορά μπήκα στο σπίτι να επιστρέψω τη ζάχαρη, για καλή μου τύχη η Ματούλα είχε κάνει μπάνιο και σκούπιζε την κορμάρα της κοιτώντας στον καθρέφτη. Σάστισα. Ήταν πολύ ανώτερη απ’τη Μπριζίτ. Τουρλοκάπουλη, με σώμα φιδίσιο και μυώδες, τα βυζιά της όρθια σαν πέτρα (αθλήτρια βλέπεις). Μολονότι με κατάλαβε αμέσως, έκανε πως άργησε να μ’αντιληφθεί. Εγώ είχα φουντώσει. Ίσως αυτό ήθελε κι αυτή.  Ήμουν τότε δεκάξι χρονών, αλλά το ποδόσφαιρο με είχε κάνει δεμένο και φαίνεται πως δεν της περνούσα απαρατήρητος. 

11  
    Τυλίχτηκε με την πετσέτα που ήταν πολύ μικρή και σχεδόν όλα της ήταν έξω. Με πλησίασε έπιασε τα χείλια μου με τα δυο δάχτυλα σα να τα τσιμπάει και μου ταρακούνησε το στόμα με χαριτωμένη αυστηρότητα. ―Είσαι’σύ ένας, μού’πε με νόημα. Αν δεν βιαζόμουν.… Συμπλήρωσε χωρίς εξηγήσεις.
    Μια Κυριακή πρωί που όλοι είχαν πάει στην εκκλησία κι εγώ  “χουζούρευα” στο κρεβάτι σε πλήρη στύση, μπαίνει η Μάτα φορώντας τη ρόμπα της. ―Γύρνα μπρούμουτα με διέταξε αυταρχικά. Εγώ φυσικά υπάκουσα μετά χαράς. Είχε δει στην πλάτη μου ένα μπιμπίκι.  Καβάλησε επάνω μου κι εγώ ένιωσα τη ζεστασιά που είχε Εκεί ανάμεσα. Τό’βγαλε. Όταν με ξεκαβάλησε η ρόμπα είχε ανοίξει και φυσικά ώσπου να την κλείσει, είδα Ό,τι ήθελε να δείξει. Δε φορούσε εσώρουχο και κατάλαβα ότι οι προθέσεις της, ξεπερνούσαν το μπιμπίκι. Τη ρώτησα λοιπόν κι εγώ πονηρά αν είχα κανένα μπιμπίκι και στο στήθος. ―Αλητάκο μου είπε και κούνησε το κεφάλι της χαριτωμένα. Για να δούμε. Μου τράβηξε το σεντόνι και με καβάλησε ακριβώς πάνω στο ευαίσθητό μου σημείο. Η Ματούλα ήταν 20 χρονών κι αρραβωνιασμένη μ’έναν ραγδαία ανερχόμενο οικονομικά πολιτικό μηχανικό κι όπως θα διαπίστωνα σε λίγο, δεν ήταν παρθένα. Μου φόρεσε τη λεγόμενη «σκουφίτσα» και βρέθηκα μέσα της. Η ρόμπα της είχε ανοίξει και με ίππευε με βία λαχανιάζοντας. Τα βυζάκια της ανεβοκατέβαιναν, το στόμα της ήταν μισάνοικτο και αγκομαχούσε, ενώ οι κόρες των ματιών της των ματιών της είχαν σχεδόν χαθεί προς τ'απάνω και το ασπράδι είχε ανέβει στα μάτια. Όταν τελείωσε αφέθηκε πάνω μου ολόγυμνη λαχανιασμένη, ένιωθα την καρδούλα της να χτυπά βίαια στο στήθος μου. Η αγέρωχη αθλήτρια που έπεσε πάνω μου "ως εν κτήματι", κούρνιασε απροστάτευτη σαν πουλάκι στην αγκαλιά μου κι εγώ ένιωσα για πρώτη φορά άντρας.  Όταν με ξεκαβάλησε μού’πιασε τη μύτη σφιχτά με τα δυο της δάχτυλα και την ταρακούνησε. ―Αυτή είναι η πρώτη και τελευταία φορά μου είπε, και θα είναι για πάντα το μυστικό μας, αν σου ξεφύγει στά’κοψα με απείλησε πονηρά.  Η Ματούλα παντρεύτηκε τον πολιτικό μηχανικό αλλά γρήγορα τον χώρισε και πήρε τον κουμπάρο, τον μεγαλοκατασκευαστή που συνεργαζόταν με τον άντρα της.  Ήταν λαϊκός αλλά είχε πολλά λεφτά, εκτός αυτού την ποθούσε από τότε που την έβλεπε να περνά έξω από το καφενείο.

12

 Έξω από το καφενείο περνούσε κι η Μάρω, μια κοντούλα πανέμορφη μελαχρινή με ελιά στο μάγουλο, αλλά πολύ σοβαρή και ”κουμπωμένη”. Περνούσε γρήγορα κοιτώντας κάτω, σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητη. Ο Ηλίας ο ταξιτζής που κάτι τέτοιες στιγμές έσπαγε τη σιωπή, του άρεσε να λέει σχόλια όπως: αυτό είναι κορίτσι για σπίτι και γάμο. Ο Κοντόγιωργας που την είχε ιδανικό και μυστικό του έρωτα, τον στραβοκοίταγε, δεν ήθελε κανείς να μιλάει γι’αυτήν. Είχε ήδη αρχίσει τις εργολαβίες και θα γινόταν μεγαλοεργολάβος με λεφτά. Τότε θα πήγαινε να τη ζητήσει. Ο Ηλίας κάποτε ξεπέρασε τα όρια. ―Μ’ανάβει τόσο είπε που αν τη είχα δική μου, κάθε χρόνο θα την γκάστρωνα. Τότε χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε κάτω κι έτρωγε στη μούρη μπουνιές. Όλο το καφενείο έπεσε πάνω τους να τους χωρίσει. Ο Κοντόγιωργας όμως ήταν μπετατζής δηλαδή μπορούσε να γυρίσει το καφενείο με τους θαμώνες ανάποδα. Επενέβη ο Παπασώ που ήταν ο ηγέτης κι η συνείδηση του καφενείου και μόνον έτσι τη γλίτωσε. Από τότε όμως όταν πέρναγε η Μάρω όλοι τα μάτια κάτω και τσιμουδιά.   Ο Κοντόγιωργας δεν πρόλαβε να την κάνει δική του, αυτή παντρεύτηκε την ίδια χρονιά μ’έναν Πειραιώτη που είχε μεταφορές και φορτηγά.

13
Για να κλείσει αυτή η ιστορία πρέπει ν’αναφέρουμε ότι: ο Κώστας ο χωροφύλακας, αφού “όλα κι όλα” η Πατρίδα κι η Θρησκεία ήθελαν και Οικογένεια, είχε αρχίσει κάθε Κυριακή να εκκλησιάζεται στους Τρεις Ιεράρχες, ώστε να φτιάξει εικόνα για προξενιό.
    Ο Φάνης πήρε σύνταξη κι η ασφάλεια αποφάσισε να περάσει το καφενείο στην ιδιοκτησία του Χωροφύλακα, για να αποκατασταθεί κι αυτό το παιδί, αλλά και να κάνει το καθήκον του συγχρόνως προς την πατρίδα.  Έτσι ο Κώστας δεν ήταν πια αλάνι και ρουφιάνος αλλά ένας καθώς πρέπει επαγγελματίας, ο οποίος μάλιστα είχε και γκαρσόνι και γραφείο. Στο γραφείο του λύνονταν υποθέσεις που αφορούσαν τις σχέσεις του κοσμάκι με το δημόσιο και την αστυνομία. Όλα λύνονταν, από διορισμούς μέχρι παρανομίες στην πολεοδομία, από παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας μέχρι διαφωνίες πολιτών που δε χρειαζόταν να πάνε στη δικαιοσύνη. Όλα λύνοντας με γνώμονα την εθνικοφροσύνη και το ανάλογο χρηματικό κόμιστρο.  Ο Κώστας που δεν λεγόταν πια Χωροφύλακας αλλά κύριος Βασιλόπουλος ήταν επίτροπος του ναού των Τριών Ιεραρχών, είχε αγοράσει διαμέρισμα στην Τριών Ιεραρχών και είχε βγάλει κι ένα Φιατάκι ι.χ. ήταν πια σαράντα χρονών κι έπρεπε να αποκατασταθεί.

14
      Μια Κυριακή πρωί που έβγαινε απ’την εκκλησία, τον περίμενε ο Φωτ-Φωτ μ’ένα μπουκάλι βιτριόλι. Του τό’ριξε στη μούρη.  Ο χωροφύλακας έχασε το φως του και πήρε σύνταξη. Πήγε στο χωριό του όπου έλεγαν ότι είχε εγκλωβιστεί σ’ένα όχημα κατά τη μάχη κι όταν αυτό πυρπολήθηκε έπαθε κι ο Κώστας τη ζημιά.  Ήταν ένας ήρως.

Ο Φώτης κλείστηκε στο ψυχιατρείο. Τον χάσαμε. Δεν ξαναβγήκε από κει.

15 


2. ΜΗΣΗ-ΜΗΣΗ

Είναι στιγμές που συμβαίνουν παράδοξα πράγματα που ξαφνιάζουν τους ανθρώπος κι ίταν τα διηγούνται φαίνονται απίστευτα. Κάτι τέτοιο συνέβει και σ'ένα χωριό της Χίου, απ'αυτά τα μικρά που βλέπουν απέναντι στις Οινούσσες. Το χωριό είχε χτιστεί στη ρίζα του βουνού γύρω απ'την πηγή όπου ακριβώς υπήρχε μια λιθόκτιστη πλατεία ανάμεσα σε πλατάνια. Από κει ανηφόριζε πυκνώνοντας προς το βουνό και κατηφόριζε αραιώνοντας προς τη θάλασσα. Απ'την πηγή ως τη θάλασσα πρέπει να υπήρχε υπόγειο ρεύμα γλυκού νερού κι έτσι υπήρχαν μπαξέδες μεσ'το περίβολο των αραιών σπιτιών. Αυτά ήταν δίπατα αρχοντικά λιθόκτιστα, όμως εγκαταλελειμμένα στην πλειονότητά τους. Οι στέγες και τα εσωτερικά πατώματα είχαν καταρρεύσει αφού οι νοικοκυραίοι τους είχαν μπαρκάρει και καταλήξει στην Αμέρικα. Όσο έφταναν τα σπίτια προς τη θάλασσα φτώχαιναν και γινόντουσαν στο τέλος μικρά ψαροκάλυβα.
     Οι κάτοικοι δε μπορούσαν μόνο με τα χωράφια ή μόνο με τα ζώα ή το ψάρεμα κι έτσι έκαναν λίγο απ’όλα.  Μαγαζιά δεν υπήρχαν, μόνο το καφενείο του χωριού, όπου ο καφετζής έκανε το μπακάλη και το σφάχτη όταν κάποιος έστελνε το ζωντανό του, που είχε γεράσει ή τραυματιστεί, στη σφαγή.  Έβγαινε λοιπόν ο ντελάλης και διαλαλούσε: Σήμερα το πρωί ο Τάδες θα σφάξει την γελάδα του, όποιος θέλει να πάει για κρέας. Ο καφετζής τό’σφαζε πούλαγε το κρέας ή το αντάλλασσε μ’άλλα προϊόντα, κρατούσε το μερδικό του και τα υπόλοιπα τά’δινε στον ιδιοκτήτη. Μια φορά το μήνα ερχόταν κι ο έμπορος απ’τη Χώρα, όπως έλεγαν την πρωτεύουσα του νησιού, την Χιο. Αγόραζαν εργαλεία, πανικά, κατσαρολικά και πούλαγαν δικά τους περισσέματα.  Μικρός τζίρος αφού οι γυναίκες είχαν αργαλειούς κι έραβαν ή ακόμα έκαναν ότι περνούσε απ’το χέρι τους.  Το χρήμα εξ’άλλου ήταν πολύ λίγο κι ερχόταν σαν έμβασμα απ’τα καράβια ή απ’την Αμέρικα.  Όλοι είχαν κάποιον να έχει μπαρκάρει ή να έχει εγκατασταθεί στην Αμέρικα και να πλουτίζει.   Ήταν κι αυτοί που είχαν επιστρέψει στο νησί με κάποιο κεφάλαιο και ζούσαν με τους τόκους ή το μικρε-μπόριο με την Αθήνα ή την Αμέρικα. Τη μοναδική μαστίχη, τη ρακή, τα περίφημα γλυκά κουταλιού, τα περίφημα λουκούμια και τα αμύγλαδα…

16
Πλησίαζε πρωτοχρονιά και το χωριό είχε κάποιο χρώμα εορταστικό. Τότε συνέβη το παράδοξο που γέμισε χαρά κι αισιοδοξία το χωριό, κι έγινε αιτία για συζητήσεις στο καφενείο και στα σπίτια.
      Η κυρά Κατίνα η μαμή ξεγέννησε τη Μαριγώ του Πέτρου του Σβόκου κι αμέσως μετά, ίσα που πρόλαβε, την Αννίτσα του Γιάννη του Αλιφραγκή που τα σπίτια τους συνόρευαν. Δίδυμα αγόρια η πρώτη, δίδυμα κορίτσια η δεύτερη.
     Η κυρά Κατίνα τριάντα χρόνια μαμή δεν τό’χε ματαδεί κι απ’ότι ήξερε δεν είχε ξαναγίνει στο νησί.
    Λέγανε λοιπόν ότι αυτή η διπλή γέννα με τα διπλά μωρά δεν ήταν απλή σύμπτωση.  Ήταν ένα καλό σημάδι. Μαθές κάτι καλό θα συνέβαινε στο χωριό τη χρονιά που έρχεται. Μόνον ο Παπά Τσαπέλας είχε αντίρρηση. Αυτός κατέβαινε κάθε πρωί στο καφενείο να πιει καμιά ρακή με τους ψαράδες που γύριζαν απ’τη θάλασσα αφού χαράματα έφευγαν για τα δίχτυα.
―Να είπε που θα σας νιαστεί ο θεός και θα στείλει σημάδια. Άντε, εγώ κάθε Κυριακή μόνος μου την πίνω την θεία κοινωνία κι έχω γίνει μπεκρής. Εκεί είναι τα σημάδια, αν είναι κάτι κακό να περιμένετε.  Και βάλανε τα γέλια με την παρέα που η ρακή είχε αρχίσει να επιδρά καταλυτικά πάνω τους.
―Στην υγειά του παπά Τσαπέλα. Κι αρχίνισαν το τραγούδι: «έμμορφη νησιωτοπούλλα με το φόρεμα το μπλου μοιάντζεις σαν πριγκιποπούλλα σαν νεραϊδα του’ραννού».  Κι ήταν ο παπά Τσαπέλας που οδηγούσε κι οι άλλοι ακολουθούσαν.
    Ήταν αλήθεια, ήρθε ο καινούριος χρόνος και τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε τα ζώα, ούτε η γη, ούτε τα δέντρα γέννησαν περισσότερα, ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα.                                                                                           
     Τα τέσσερα δίδυμα, αφού οι μανάδες τους φιλενάδες μεγάλωναν μαζί και φυσικά ερωτεύτηκαν. Τα πάντρεψαν γρήγορα-γρήγορα γιατί μπορεί να γινόταν κάποιο παρατράγουδο. Αυτά δεν κρατιόντουσαν, όλο σε χωσιές τα βρίσκανε.

17

     Η Ευγενία πήρε το Λουκά κι η Δέσποινα το Νικόλα. Τα ζευγάρια έμοιαζαν τόσο πολύ, που δύσκολα μπορούσε κάποιος να τα ξεχωρίσει.
     Τους έφτιαξαν ένα σπίτι, δηλαδή δύο κολλητά, που χώριζαν μ’ένα μονότουβλο αλλά όπως συνέχιζαν στο βάθος οι κουζίνες ενώνονταν κάπου σε μία και «γκρέμισε εδώ, χτίσε εκεί» γίναν περισσότερο ένα σπίτι και μια οικογένεια. 
     Οι άντρες έβγαιναν με μια μεγάλη βάρκα, σχεδόν καΐκι, την «Ευγενική Δέσποινα», τ’απόγευμα ανοίγονταν προς τις ακτές του Τσεσμέ κι άπλωναν τα δίχτυα. Μετά γύριζαν βγαίναν στον κήπο, τρώγανε κάτι κι έπιναν καφέ με τις γυναίκες τους, συζήταγαν και πήγαιναν για ύπνο.  Το χάραμα φεύγαν να μαζέψουν τα δίχτυα. Αν είχε πολύ ψάρι το πήγαιναν στη Χώρα και αν είχε λίγο, τό’φερναν πίσω στο χωριό.  Κάτι πούλαγαν, κάτι έτρωγαν, κάτι πεσκέσια κι έτσι ήταν.  Τις υπόλοιπες ώρες άλλος στα κτήματα, άλλος στα ζώα, βοηθούσαν τις γυναίκες.  
     Στο χρόνο επάνω τα κορίτσια γέννησαν κι έγινε πάλι αυτό το παράδοξο: Όταν η κυρά Κατίνα πήγε να τις ξεγεννήσει και τις δυο, τις είχε στο ίδιο δωμάτιο και γέννησαν σχεδόν την ίδια ώρα. Τα παιδάκια ολόιδια και στην αναμπουμπούλα επάνω τα μπερδέψανε. Μικρό το κακό δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και όλα ήταν ολονών.  Ξανθά και κόκκινα ολόιδια όπως ήταν, όλοι τα έλεγαν δίδυμα.  Λίγο λίγο διέκριναν ότι το ένα είχε πιο γαλανά μάτια απ’το άλλο. Πέτρος ο ένας, Πέτρος κι ο άλλος, αλλά για να ξεχωρίζουν Πετρολούκας ο ένας, δηλαδή του Λουκά, Πετρονικόλας ο άλλος.

Ο Νικόλας κι ο Λουκάς είχαν γυρίσει αργά εκείνο τ’απόγιωμα που είχαν πάει ν’απλώσουν τα δίχτυα.  Ο Λουκάς είχε πυρετό κι έπεσε. Όλη μέρα ψηνόταν. Το πρωί ο Νικολής πήγε μόνος να μαζέψει τα δίχτυα. Τον πήρε το μπουρίνι δεν ξαναγύρισε, βρήκαν τη βάρκα άδεια.
     Από τότε ο Λουκάς έκλεισε όλα τ’ανοίγματα, άφησε μόνο μια πόρτα στο μονότουβλο και έβαλε τις γυναίκες και τα παιδιά στό’να σπίτι κι αυτός έμενε στ'άλλο.  Δεν ξανακοιμήθηκεμε τη γυναίκα του. Πρόλαβε να μεγαλώσει τα παιδιά και πέθανε.  Έπινε κρυφά και έκαψε το συκώτι του. Τα παιδιά πήραν τη βάρκα κι η ζωή συνεχίστηκε.

18                                                                                          

    Ο Πετρολούκας κι ο Πετρονικόλας πήγαιναν μαζί στη δουλειά. Όταν τέλειωνε η δουλειά, ο Πετρολούκας έπαιρνε την τσάντα με τα εργαλεία, το μυστρί, το αλφάδι, το φραγκόφτυαρο ή τα ξυλουργικά και πήγαινε στη γειτονιά, όπου τον καλούσαν, για μερεμέτια ή κατασκευές. Ο Πετρονικόλας στον καφενέ, καμιά ρακή, κανένα τσιγαράκι και κανένα πείραγμα στα κορίτσια. Ήταν ο μόνος πού’χε το ελεύθερο ―όποια κι αν πείραζε―, γιατί όλες ήταν ή αδελφές ή ξαδέλφες κάποιου.  
    Τα «δίδυμα» έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, αλλά είχαν κάτι που τους χώριζε.  Ο Πετρολούκας, ο Λούκας, όπως τον φώναζαν με τον καιρό, ήταν ο «Τίμιος Ξυλουργός». Τον έλεγαν έτσι όταν ήθελαν να κάνουν πλάκα.  Όμως όταν γύριζε και τους κοίταζε, τα μάτια του είχαν μια πραότητα, ήταν τόσο άδολα που το αστείο ανέβαινε στο ύψος του σοβαρού. Όλοι το ήξεραν πολύ καλά, ότι αυτός ήταν αληθινά ο τίμιος ξυλουργός.  Αυτός γύριζε και τους κοιτούσε καλοσυνάτα κι απαντούσε έτσι χωρίς λόγια. Γνώριζε ότι τα παιδιά ήθελαν να παίξουν λίγο κι ότι τον αγαπούσαν. Άσε ο Πετρονικόλας, που κι αυτουνού τ’όνομα είχε απλουστευθεί και τον έλεγαν Νικόλα, όποτε τον έβλεπε να περνά απ’τον καφενέ του έριχνε αυτό το «δυστυχισμένα νιάτα ευτυχισμένα γεράματα» κι όλοι ξεραινόντουσαν στο γέλιο. Ο Νικόλας λοιπόν ήταν τελείως διαφορετικός απ’το Λούκα, είχε μια ζωντάνια που έλαμπε από χαρά και κέφι, τα μάτια του ήταν γελαστά ακόμα και όταν δε γελούσε, στις άκρες των χειλιών του κρεμόταν πάντα κάτι σαν χαμόγελο πειραχτικό.  Μόλις εμφανιζόταν στο καφενείο άναβε το κέφι.
     Μετά στο σπίτι μαζί έτρωγαν και μαζί κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο.  Δεν μπορούσε ο ένας χωρίς το άλλον.

19
Τη μέρα εκείνη που τον φώναξε ο Πετρολούκας να μιλήσουν σοβαρά όλοι παραξενεύτηκαν. Τι να πουν άραγε;  Δεν είχαν τίποτα να πουν.  Εξάλλου όλα τα έλεγαν σαν μονόλογο, όπου ο ένας άκουγε και απαντούσε χαμηλόφωνα και γρήγορα, σαν παραμιλητό, σαν να περίσσευαν τα λόγια ή σαν να ήξερε ο ένας τι θα έλεγε ο άλλος.
―Ρε Νικολή νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να παντρευτούμε.   Άλα του απάντησε ο Πετρονίκος, μη μου πεις ότι τη βρήκες κιόλας ρε χαμηλοθώρη! Σε ξέρω εγώ, τα κάνεις όλα σαν το ποντικό και κανείς δε σε βλέπει.   Γέλασε ο Πετρολούκας.
―Εσύ τίποτα ρε;  Όλα τα κορίτσια εσένα κοιτάνε.   ―Έλα ντε, όμως τη βρήκα κι εγώ. Βρήκα αυτή που δε με κοιτάζει. Μια φορά με κοίταξε και κάηκα.   ―Τότε όλα εντάξει να πας να της μιλήσεις, έτσι Νικολή.   ―Επ-επ, και πως θα γίνει αυτό, εμείς πρέπει να βρούμε δίδυμες ή να παντρευτούμε την ίδια γυναίκα. Γέλασαν κι οι δυό με το αστείο. Όμως μια σκιά πέρασε από τα μάτια του Λούκα, το αστείο δεν ήταν και τόσο αστείο.  Ο Νικολής συνέχισε ν’αστειεύεται και στο τέλος έφτασε στο γάμο.   ―Ναι θα παντρευτούμε κι οι δυο μαζί την ίδια ώρα και θα βγούμε απ’την εκκλησία, εσύ με την κυρά σου, κι εγώ με τη δικιά μου τη Φωτούλα. Γύρισε ξαφνικά προς τον Πετρολούκα γιατί ένιωσε κάποιο ρίγος, ένιωσε πως κάτι παράταιρο συνέβη, πως τον πείραξε αυτό που είπε.  Τα μάτια του Λούκα δεν ήταν άδολα ήταν θλιμμένα κι οργισμένα.  Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι.   ―Δεν είναι δίκιο ρε Νικολή, σήκωσε τη φωνή για πρώτη φορά ο Λούκας, εσένα σε θέλουν όλες και συ βρήκες αυτή που αγαπάω; ―Άστ’αυτά Λούκα και σένα σε θέλουν όλες και πιό πολύ από μένα, στο λέω εγώ που ξέρω. Κι εγώ την αγαπάω. Ας την πάρει αυτός που θέλει η Φωτούλα. Θα της μιλήσουμε και σ’όποιον πει το ναι, αυτός θα πάει στη μάνα της.

20
Τη βρήκε πρώτος ο Πετρονικόλας. Η Φωτεινή σοβαρή ολοκάθαρη, πρώτη νοικοκυρά, πρώτη στο σχολείο, είχε τελειώσει το γυμνάσιο σε κάποιο κοντινό κεφαλοχώρι, κι όλοι τη θαύμαζαν.  Περπατούσε γρήγορα με το κεφάλι ελαφρά σκυφτό, δεν ήθελε πολλές κουβέντες.  Τη σταμάτησε κάπως παράμερα να της μιλήσει.  Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, τον γονάτισε.   ―Τι θέλεις τον ρώτησε σοβαρά και κοφτά.
―Φωτούλα θέλω να σου στείλω προξενιά, μα θέλω να ξέρω πρώτα αν με θες και συ.   Η Φωτούλα σήκωσε πάλι το βλέμμα και τον κοίταξε, μόνο που τώρα το βλέμμα της είχε αυτό το κάτι που σε κοίταγε αλλά δε σ’έβλεπε, που έβλεπε μακριά αλλού, είχε κάτι απ’το βλέμμα του τίμιου ξυλουργού.  ―Είσαι καλός και το ξέρω πως πρέπει να παντρευτώ, αλλά έτσι που είναι τα πράγματα δε μου πέφτει λόγος. ―Στη μάνα μου. Ξέρεις καλά πως είμαστε φτωχές και δε μπορώ να σου αρνηθώ.     Την κοίταξε. ―Θέλω να ξέρω αν μ’αγαπάς ή τουλάχιστον αν με θέλεις και συ. ―Δεν ξέρω δεν το έχω σκεφτεί, είχα άλλα να σκεφτώ όλο αυτό τον καιρό. Δε σου λέω όχι, στη μάνα μου όμως.
     Καθώς έφευγε ο ζεβζέκης εαυτός του την κοίταζε, αχ αναστέναξε, θα σε ρίξω στο κρεβάτι και θα μ’αγαπήσεις σιγοψιθύρισε σέρνοντας τη φωνή του με πάθος.
     Ήταν Παρασκευή, την Κυριακή γύριζε ο θειος της ο Μανωλιός απ’τη Χώρα που ήταν για δουλειές· ήταν φίλος του, κι αυτός θα πήγαινε τα προξενιά.
    Λίγο αργότερα ο Πετρολούκας κατηφόριζε για το σπιτάκι τους, να δει τη μάνα της, την κυρά Χριστίνα, να μιλήσουν για κάτι μερεμέτια που ήθελε.  Είχε όμως την ελπίδα, πως θα συναντούσε τη Φωτούλα και να βολιδοσκοπήσει αν μπορούσε να της μιλήσει.  Φοβόταν πως αυτό το παιγνίδι ο Νικόλας το γνώριζε καλύτερα.  Κι αν δεν ήταν η Φωτούλα σίγουρα θα τα είχε παρατήσει.
    Το σπιτάκι ήταν πολύ μικρό φτωχικό είχε όμως διάφορα παραπήγματα σε κάποια απόσταση γύρω που υπήρχαν τα ζώα κι οι κότες. Μ’όλη τη φτώχια υπήρχε ολοφάνερη πάσ-τρα και τάξη όλα ήταν φρεσκοασπρισμένα.    Όταν έφτασε, η κυρά Χριστίνα είχε πάει στα ζώα ή τις κότες, και δεν την φώναξε· είχε την ελπίδα πως θα φανεί η Φωτούλα και θα την δει μόνη. Αυτή φάνηκε προτού τελειώσουν οι σκέψεις του.                 ―Γειά σου Λούκα τη μάνα μου θέλεις;  να την φωνάξω. ―Περίμενε λίγο, έχω κάτι να σου πώ, της είπε ο Λούκας.        Αυτή κατάλαβε, σκέφτηκε…. οι δίδυμοι…

21
Ο Λούκας πλησίασε την έπιασε με τα δυο χέρια απ’τους ώμους αντικριστά και την κοίταξε στα μάτια. Μέσα του έτρεμε. Πως τόλμησε να την ακουμπήσει; Έτσι πρέπει, είπε μέσα του, ότι είναι να γίνει θα γίνει τώρα.   Η Φωτούλα μεσ’τα μάτια του διέκρινε κάτι απ’τον χαμένο εαυτό της, αυτό την πόνεσε ένιωσε θλίψη. Ίσως να ήταν η θλίψη που τους ένωνε.  Ίσως να ήταν αυτό το κάτι που είχαν κοινό, δεν ήταν ξένος.  Χωρίς να προλάβει να την ρωτήσει του έδωσε την απάντηση:  Λούκα στη μάνα μου, αν πει το ναι εντάξει.  ―Αχ ρε Φωτούλα με πληγώνεις, θέλω να ξέρω αν και συ με θες.   Αυτή έσκυψε το κεφάλι μετά γύρισε και κοίταξε μακριά στο πέλαγος κι έδειξε σα να σκεφτόταν, μα δε σκεφτόταν. Απ’το μυαλό της περνούσαν άλλα συγκεχυμένα πράγματα, ένιωθε όμως και μεγάλη συμπάθεια για τον Λούκα, αλλά δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί ένα γάμο μόνο γι’αυτό.  
― Δε θα σου πω όχι του απάντησε.
Ο Πετρολούκας λύγισε ήθελε μια καθαρή απάντηση και δεν την είχε, θά’φευγε, έχασε. Καθώς έφευγε με το κεφάλι κάτω θλιμμένος, η Φωτούλα γύρισε.
―Λούκα θα σου πω αυτό μόνο να ξέρεις, είσαι ο καλύτερος κι αν δε σ’αγαπώ σίγουρα θα σ’αγαπήσω.     Της έπιασε τα χέρια απαλά και τα φίλησε. Η κυρά Χριστίνα καθώς γύριζε το είδε και κατάλαβε, θα έχουν χαρές στο σπίτι.    ―Κυρά Χριστίνα είπε ο Πετρολούκας… ―Ναι γιε μου εντάξει του απάντησε. ―Να ορίσουμε τους γάμους είπε ο Λούκας.  ―Εσύ είσαι ο άντρας, του απάντησε. ―Αύριο Σάββατο, μεθαύριο Κυριακή, την άλλη Κυριακή της είπε.  ― Μα το ξέρουν οι δικοί σου παιδί μου;  ―Την Κυριακή, την Κυριακή, θα το μάθουν τώρα. ―Συμπάθα μας κυρά Χριστίνα, θα πάρω τη Φωτούλα να μιλήσουμε.  ―Καθίστε εδώ γιε μου, εγώ άλλωστε έχω πολλές δουλειές. ―Ξέρω Λούκα τι θέλεις ν’ακούσεις, είπε η Φωτούλα, ναι παίρνω τον καλύτερο αλλά δεν γίνομαι εύκολα ευτυχισμένη, αυτό να το ξέρεις προτού με παντρευτείς.

22                                                                                           
    Την κοίταξε με προσοχή, ήταν μια άλλη Φωτούλα αυτή που κοιτούσε, οι λέξεις της έκοβαν σαν μαχαίρι. Ένιωσε μικρός μπροστά της. Αυτήν τη Φωτούλα την κρυμμένη την απόμακρη, την άγνωστη μπορεί να κατάφερνε να γνωρίσει και να την κάνει να τον αγαπήσει. ―Εντάξει κι εγώ ορκίζομαι εδώ τώρα πως κάθε σκέψη σου θα είναι χαρά για μένα να γίνει αληθινή, της είπε.  Κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν, έτσι ήταν καλύτερα. Η Φωτούλα ψέλλισε σιγανά κάτι σαν «άσε αυτά είναι των παραμυθιών», αλλά ο Λούκας την διέκοψε πιάνοντάς της το χέρι. ―Ε όσο περνάει απ’το χέρι μου ένας ψαράς είμαι, και ξέσπασαν στα γέλια μαζί.  ―Όμως πρόσεξε είπε ο Λούκας δεν είσαι μόνο εσύ που εννοείς αυτά που λες, και γω τα εννοώ.                                                                                                   
    Έκαναν έτσι μια συμφωνία που σφραγίστηκε με το τίμιο βλέμμα τους, κάτι πάρα πάνω από συμφωνία.
    Προχώρησαν στη ακρογιαλιά χωρίς να λένε τίποτα. Ξάφνου η Φωτούλα γύρισε και του είπε:  Το ξέρεις ότι είμαι πάμπτωχη, όμως θέλω κάτι να σου δώσω και δεν έχω τίποτε άλλο από την εμπιστοσύνη μου. Αν θες από αύριο μπορείς να μπεις στο σπίτι μου και να είμαι δικιά σου. Ο γάμος είναι κάτι τυπικό.  Ο Λούκας την αγκάλιασε και τη φίλησε στο στόμα, «αυτό μου αρκεί» είπε.  Είχε σκοτεινιάσει και δε φάνηκαν τα πρόσωπά τους που ήταν κατακόκκινα από ντροπή. Είχαν κι οι δυο ξεπεράσει κατά πολύ τον εαυτό τους.  Χωρίς να πουν τίποτε άλλο χωρίστηκαν σχεδόν τρέχοντας.
     Ανακοίνωσε στο σπίτι ότι παντρεύεται. Ο Πετρονικόλας πάγωσε σκοτείνιασε.  Ήταν η πρώτη φορά που χάθηκε απ’ τα μάτια του και την άκρη των χειλιών του αυτό το παιχνιδιάρικο πειραχτικό χαμόγελο. Τον αγκάλιασε, «η ώρα η καλή» είπε, «εγώ αύριο φεύγω για Πειραιά, μπαρκάρω». Οι μανάδες θύμωσαν.  ―Τί ντροπή κι αυτή!  ―Ε δεν τό’ξερα, απάντησε· μήπως θέλετε το παπόρι να περιμένει τους γάμους. Την άλλη μέρα έφυγε. Ο Λούκας τον πήγε στη Χώρα που θα έπαιρνε το καράβι για τον Πειραιά.  Προτού φύγει ο Νικολής τον αγκάλιασε τάχα να τον φιλήσει.  ―Α ρε  Λούκα του ψιθύρισε μουτην έφαγες μπράβο, άντε ρε μια που την έχεις όλη δικιά σου, ρίξε και για μένα έναν. Ο Πετρολούκας πειράχτηκε ποτέ δεν του άρεσαν αυτά τα αστεία του Νικολή, απ’την άλλη όμως τώρα πού’φευγε ήταν σίγουρο ότι ο Νικολής είχε βρει ξανά τον εαυτό του.   Έκανε πως θύμωσε πως τον κυνηγούσε, όμως αυτός μια και δυο είχε κιόλας φτάσει επάνω, γελώντας δυνατά και πειραχτικά. Τα μάτια του όμως δε γελούσαν ήταν κατακόκκινα.

23


Η κυρά Χριστίνα μετά το γάμο πέθανε, “κράτησε” ως που να δει το κορίτσι της αποκαταστημένο. Οι δυο μανάδες πέθαναν το άλλο χρόνο κοντά-κοντά, κι ο Νικολής χάθηκε ούτε γράμμα, λες κι αυτός ο γάμος διέλυσε το σπίτι.  Κι η Φωτούλα όλο και περισσότερο χανόταν στις σκέψεις, όλο και πιο πολύ κοιτούσε το πέλαγος χωρίς να το βλέπει. Ο Πετρολούκας δεν άντεξε. ―Τι σε τρώει Φωτούλα μου και μου ματώνεις την καρδιά, μίλα μου. Αυτή γύρισε και κατέβασε το κεφάλι.  
―Οι άνθρωποι όλο και κάτι έχουν που δεν φτάνουν για να τους βασανίζει, του είπε. Ένα όνειρο είχα να γίνω γιατρός, να βοηθάω κόσμο κι αντί γι’αυτό είμαι εδώ και κοιτάω χωρίς λόγο το πέλαγος. Έσκυψε απότομα το κεφάλι και ξέσπασε σε λυγμούς.
―Α ρε Φωτούλα, αυτό ήταν μανούλα μου, και τι είμαι εγώ. Δεν είπαμε και άντρας και αδελφός και πατέρας.
    Πούλησε το σπίτι το πατρικό κι άφησε με λόγο το σπιτάκι της Χριστίνας στο Νικολή, πούλησε την «Ευγενική Δέσποινα», πούλησε τα ζώα και τα χτήματα και μάζεψε ένα μικρό πουγκί. Φύγανε για Πειραιά.

 Η Φωτεινή πέρασε στην Ιατρική της Αθήνας. Αυτός χρεώθηκε κι έβγαλε μια πολύ καλή βάρκα με μηχανή, δούλευε σκληρά και τ’απογέματα την τσάντα στο χέρι με τα εργαλεία για μερεμέτια κάθε είδους στη γειτονιά. Όλοι τον αγαπούσαν κι έβγαζε χρήματα. Πήρε δυαράκι, ο ξεχρέωσε.
     Η Φωτούλα ήταν άριστη· ο καθηγητής την είχε δεξί του χέρι κι αμέσως διορίστηκε στο νοσοκομείο. Εκεί πολύ γρήγορα έγινε η ψυχή του νοσοκομείου.

24                                                                                           
    Όταν η νέα κυβέρνηση αποφάσισε ν’αναβαθμίσει τα νοσοκομεία και κάλεσε νέους διακεκριμένους επιστήμονες απ’το εξωτερικό, στο δικό της νοσοκομείο έστειλαν έναν σαραντάρη καθηγητή ιατρικής από την Αγγλία. Η Φωτεινή έγινε βοηθός του αφού ήταν η πιο δραστήρια κι πιο ενήμερη για τα προβλήματα του νοσοκομείου. Η συνεργασία τους έγινε πολύ στενή, ακόμα και στο σπίτι της τηλεφωνούσε.  Ο διευθυντής την κάλεσε μια μέρα να φάνε μαζί έξω για να κερδίσουν το χαμένο χρόνο του νοσοκομείου και να συνεργάζονται τρώγοντας. Τα θέματα του νοσοκομείου ήταν ακόμα άνω-κάτω με τις νέες προσαρμογές.  Η Φωτεινή κατέβασε το κεφάλι. ―Συγνώμη δε γίνεται, του απάντησε. Ο διευθυντής εξεπλάγη, δεν το περίμενε.  ―Καλή μου, της είπε, δε σε καλώ σε ραντεβού, αλλά σε γεύμα εργασίας.  ―Αγαπώ τον άντρα μου κι αν το μάθει δεν θα καταλάβει και θα πικραθεί.
    Την άλλη μέρα χτύπησε το κουδούνι του μικρού διαμερίσματος.   Ήταν ο διευθυντής.
―Κύριε Σβόκο, Κατηφόρης, προϊστάμενος της συζύγου σας.
    Η Φωτεινή πήγε να παρέμβει αλλά ο διευθυντής γύρισε αυστηρά προς το μέρος της.
―Κυρία μου σας παρακαλώ αυτή είναι αντρική υπόθεση, κάνοντας υπαινιγμό για το γυναικουλίστικο φέρσιμό της. ―Καλώς ορίσατε κύριε Κατηφόρη, είπε ο Λούκας.
―Δεν ήλθα έτσι απρόσκλητα να σας ενοχλήσω, όμως έχω ένα πρόβλημα συνεργασίας με τη συζυγό σας και τόνισε με στόμφο που περιείχε και κάποια ειρωνεία, δεν είμαι κανένας κορτάκιας, επιστήμονας είμαι. Στη φάση που βρίσκεται το νοσοκομείο οι ώρες δουλειάς μας δεν επαρκούν, παρακαλώ λοιπόν επιτρέψετέ μου  να έχω μια φιλική επιστημονική συνεργασία πέραν του ωραρίου, με τη σύζυγό σας, έως ότου το νοσοκομείο μπει σε μια σειρά.                                                                                          
    Ο Πετρολούκας κατάλαβε. Μολονότι ήξερε πως η Φωτεινή τον αγαπούσε, τις λίγες ώρες που βρισκόταν μαζί στο σπίτι αληθινά δεν είχαν τίποτα να πουν.  Με τον διευθυντή όμως όλη μέρα λέγανε και δε φτάνανε. Άδειασε ο κόσμος μέσα του για μια στιγμή, ένιωσε πως εκείνο το βλέμμα πουκοίταγε μακριά, τον είχε ξεπεράσει, είχε πάει πάρα πολύ μακριά. 

25
Γύρισε και κοίταξε τον διευθυντή ο τίμιος ξυλουργός. Ο διευθυντής το ένιωσε. Ένιωσε πως αυτός ο αγράμματος ψήλωσε και έγινε πελώριος, ασυναίσθητα και αστραπιαία πέρασε απ’το νου του πως θα έπρεπε ν’αναθεωρήσει τις απόψεις του περί των απλών αγράμματων ανθρώπων.   ―Ναι κύριε είμαι αδελφός, πατέρας και άντρας της Φωτούλας μα δεν κατάφερα να γίνω φίλος της.  Ας έχει και έναν φίλο.
    Ο διευθυντής καληνύχτισε και έφυγε έτσι γρήγορα όπως ήλθε. Όταν βγήκε στο δρόμο ένιωσε πως ο δρόμος ήταν άλλος και οι άνθρωποι διαφορετικοί κι αυτός περπατούσε χωρίς σαφή λόγο, χαρούμενος σαν παιδί. Ξαφνικά σταμάτησε, μια αδιόρατη σκιά πέρασε και τον σκοτείνιασε μέσα του για λίγο και τίποτ’ άλλο.

Η Φωτεινή είχε κατεβάσει το κεφάλι, σηκώθηκε απότομα και πλησίασε τον Λούκα. Τον πήρε στην αγκαλιά της τρυφερά και τον κράτησε για λίγο χωρίς μιλιά. Έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο, σταμάτησε στη μέση του δωματίου ξανακατέβασε το κεφάλι και τελικά το είπε: Πήρα την απόφασή μου. Παραιτούμαι και θα πάμε πίσω στο νησί, θ’ανοίξω ιατρείο και θα είμαστε σαν πρώτα ευτυχισμένοι.  ―Φωτούλα ευτυχία είναι αυτό που έχεις και μπορείς να το χαρείς κι εδώ είμαστε ευτυχισμένοι. 
    Γνώριζε όμως ο Πετρολούκας ότι η αγάπη του την έφθειρε, την κρατούσε πίσω. Την πλήγωνε με την αγάπη του.  Είχε πάρει ένα πληγωμένο πουλάκι μέσα στο κλουβί, το φρόντισε μα αυτό ήταν γεράκι έπρεπε να φύγει να πετάξει.  
    Κάποτε πήγε στο νοσοκομείο να την πάρει απ’την εφημερία. Η Φωτούλα έτρεχε, την ζητούσαν, την ρωτούσαν.  Αυτός ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα στο διάδρομο, η Φωτούλα  πέρασε πολλές φορές από μπρος του, τον κοιτούσε, μα δεν τον έβλεπε.  Κάτι άλλο περνούσε εκείνη την ώρα από μέσα της, ήταν μια άλλη μια άγνωστη.
     Κάποια μέρα της μίλησε για παιδί. Αρνήθηκε.―Δε μπορούμε ακόμα του απάντησε, όταν το νοσοκομείο μπει σε μια γραμμή, τότε.

26                                                                                           
    Το άλλο πρωί που πήγε να μαζέψει τα δίχτυα, δεν τα μάζεψε.  Ξανοίχτηκε στα βαθιά.  Άνοιξε τον πείρο· το νερό άρχισε να μπαίνει στη βάρκα και να τη βουλιάζει.  Αυτός καθισμένος έβλεπε τον ήλιο ν’ανατέλλει την ώρα που αυτός ο ίδιος χανόταν στο νερό.

Η Φωτεινή παραιτήθηκε πήρε τον άντρα της, τον έθαψε στο νησί. Εκείνη τη μέρα την φιλοξένησε η μαμή. Όταν γύρισε στο σπίτι, στην ακρογιαλιά μ’έκπληξη το είδε ανοιχτό.   Ένα ρίγος πέρασε το σώμα της, της φάνηκε ότι είδε το Λούκα μέσα να την περιμένει. Ήταν ο Νικολής.  Μόλις την άκουσε σηκώθηκε.  Ήταν άθλιος, πιωμένος. Κρατήθηκε απ’ την ξύλινη κολόνα του σπιτιού.   ―Συμπάθαμε, είπε δε μπόρεσα να έρθω στη κηδεία, προσπάθησα να πάρω δύναμη, να έρθω να σε δω.  Είχα πέσει στο πιοτό τότε που ταξίδευα, και γύρισα πίσω για να γιατρευτώ. Αγόρασα ξανά τη βάρκα και ζούσα ψαρεύοντας. Όταν έμαθα το κακό ξανάπεσα στο πιοτό. Το σπίτι είναι δικό σου εγώ θα φύγω, θα πάω αλλού.
―Το σπίτι είναι δικό σου Νικολή, έτσι όρισε ο Λούκας. Αν με θες μπορώ να μείνω κι εγώ εδώ. Δεν έχω άλλον από σένα στον κόσμο. ―Να έρθεις αύριο· να το νοικοκυρέψω λίγο μα πιο πολύ να μην είμαι σ’αυτό το χάλι.
    Η Φωτούλα έφυγε κι ο Πετρονικόλας βγήκε στην καρέκλα, αυτή πού’βλεπε στο πέλαγο. Έμεινε εκεί αποσβολωμένος ως τα χαράματα. Έξαφνα σηκώθηκε με δάκρυα στα μάτια.   ―Α ρε Λούκα θα σ’την πάρω τη γυναίκα, μισή-μισή ρε, μισή-μισή. Μπήκε πάλι ο διάολος μέσα του, μα ήταν πολύ κουρασμένος αφέθηκε στην καρέκλα κι αποκοιμήθηκε. Απ’την άλλη μέρα δεν ξανάβαλε κρασί στο στόμα του, ούτε ξανακάπνισε.  Η Φωτεινή πήγε  και κατοίκησε στο σπίτι κι άνοιξε ιατρείο στο χωριό. Αυτό έγινε κάτι σαν κέντρο αναφοράς στη γύρω περιοχή αφού όλοι ερχόντουσαν από παντού γιατί της είχαν τυφλή εμπιστοσύνη.

27
Στο χρόνο επάνω ψάχνοντας κάτι συρτάρια έβγαλε τα προικιά που της είχε φέρει ο Νικολής απ’τα καράβια για να της στείλει, μα ποτέ δεν τά’στειλε.  Γέλασε πικρά, ένα θαυμάσιο κεντητό νυχτικό λίγο διάφανο, δε θα το φόραγε ποτέ.  Ο Λούκας τη σεβότανε, τόσα χρόνια δεν την είχε ποτέ δει γυμνή, κάναν έρωτα πάντα στα σκοτεινά.
    Ο Νικολής γύριζε τ’απογέματα στη γειτονιά με την τσάντα του Λούκα κι έκανε τα μερεμέτια. Κάποια μέρα ένας φίλος κατά λάθος τον φώναξε Πετρολούκα. Το συνειδητοποίησε μετά, ναι Πετρολούκα. Άκου κει ρε, μήπως έγινα ξενέρωτος. Θύμωσε μέσα του.
 ―Α ρε Λούκα θα σου τη φάω τη γυναίκα.

Η Φωτεινή είχε ετοιμάσει το τραπέζι κι είχε φορέσει ένα θαυμάσιο φόρεμα απ’αυτά που της είχε φέρει απ’τα καράβια. Έλαμπε! Ο Πετρονικόλας ένιωσε αυτό το βλέμμα που τον λύγιζε, σήκωσε το ανάστημά του, τα μάτια του χαμογέλασαν ξανά, στο στόμα του ξαναφάνηκε το χαμόγελο που χρόνια είχε χαθεί. Αυτό το πειραχτικό το παιχνιδιάρικο που κρεμόταν στις άκρες των χειλιών του.
     Έτρωγαν χωρίς να μιλάνε, μόνο που και που κοιταγόντουσαν σα να ήθελαν να πουν κάτι, μα που δεν έβγαινε γιατί φαινόταν περιττό. Η Φωτεινή πήρε πάλι αυτό το ύφος το άδολο, μάζεψε τα πιάτα για να τα πλύνει.  Να πάρει σκέφτηκε ο Νικολής, κάτι δεν πάει καλά, την χάνω πάλι.  Σηκώθηκε και της έπιασε το χέρι τρυφερά. ―Έλα τώρα άσε τα πιάτα, της αγρίεψε χαριτωμένα.  ―Έλα να κάτσουμε.  Αυτή κατέβασε το κεφάλι μπήκε στο υπνοδωμάτιο και μετά από λίγο άνοιξε η πόρτα. Είχε φορέσει αυτό το νυχτικό που ο Νικολής την είχε ονειρευτεί τόσες φορές.  Λιγώθηκε κι αποσβολώθηκε. Αυτή τον πήρε απ’το χέρι και και τον οδήγησε στο κρεβάτι. Άσκησε πάνω της μια τρυφερή βία που φούντωνε και δε μπορούσε να τη ελέγξει. Ήθελε να την κομματιάσει  χωρίς να τη βλάψει.  Ερωτεύτηκαν.  Μετά την αγκάλιασε απαλά σα να μην είχε λείψει ποτέ, σα να την είχε πάντα. Η Φωτεινή αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του μα αυτός δεν είχε ύπνο.  Σηκώθηκε και βγήκε στην καρέκλα που έβλεπε στο πέλαγο. Είχε μαζί του ένα πακέτο τσιγάρα αυτό το τελευταίο, που είχε ξεμείνει στο σπίτι από τότε που το είχε κόψει. Άναψε τσιγάρο μα δεν κατέβαινε σα να μην είχε καπνίσει ποτέ. Θυμήθηκε το Λούκα που δεν κάπνιζε, θύμωσε.

28                                                                                           
Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο ήλιος σηκώθηκε αργά αργά μέσα απ’τη θάλασσα. Ήταν πολύ κουρασμένος θυμήθηκε τότε που βούλιαζε στο νερό την ώρα που ο ήλιος ανέβαινε.  Ταράχτηκε μπήκε να πλύνει το πρόσωπό του, άναψε το φως.  Το βλέμμα του τίμιου ξυλουργού. Του φάνηκε πως τα μάτια του είχαν γυρίσει λίγο προς το γαλάζιο. Θύμωσε, βγήκε έξω μπήκε ως τη μέση στη θάλασσα. ―Λούκα, φώναξε δυνατά, Πετρολούκα ούτε μια φορά δε μ’άφησες ρε μου την πήρες πίσω.
     Η Φωτεινή άκουσε χαμογέλασε, ήταν αυτό το χαμόγελο το άδολο, που δεν ήταν και τόσο άδολο.  Γύρισε απ’την άλλη και χουζούρεψε. Αυτή ήξερε, τους είχε και τους δυο.

Μετά απ’αυτό έμεινε έγκυος κι έγινε αυτό το παράδοξο στο χωριό. Κανείς δεν αναρωτήθηκε. Άσε που ήταν φορές που το Νικολή στο χωριό τον φώναζαν Πετρολούκα κι αυτός λίγο-λίγο τό’χε συνηθίσει.  Άλλωστε ήταν ξενέρωτος σαν κι εκείνον. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν πήγαινε στο καφενείο, δεν πείραζε κορίτσια, άσε που έπαιρνε και την τσάντα του τίμιου ξυλουργού και γύριζε τη γειτονιά.
     Η Φωτεινή λόγω εγκυμοσύνης απέκτησε δύο βοηθούς, αφού το ιατρείο είχε γίνει μια μικρή κλινική, τον Παπά-Τσαπέλα που φορούσε ένα ολοκάθαρο άσπρο άμφιο κι είχε κόψει τη ρακή και το τσιγάρο, ή τουλάχιστον τά’χε περιορίσει δραστικά και φυσικά τη μαμή, που τις γέννες έτσι κι αλλιώς τις έκανε με τη βοήθεια της Φωτεινής για καλύτερα.
―Θυμάσαι  Παπατράγο,  είπε  η μαμή  στον Παπατσαπέλα, (είχαν  πάντα αντιθέσεις  με τα πολιτικά,  ο παπάς δεξιός, η μαμή είχε χάσει το γιο της στο αντάρτικο),  θυμάσαι που είχα πει ότι κάτι καλό θα συμβεί στο χωριό; Ο παπάς μελαγχόλησε.  ―Ναι μωρή Κατίγκω είχες δίκιο, όμως όλοι αυτοί φαρμακώθηκαν, πήραν μαζί τους όλο το κακό του χωριού.
―Τέλος καλό όλα καλά του απάντησε· η Φωτούλα θα τον κάνει πάλι τον Πετρολούκα. Γέλασε πονηρά ο Παπατσαπέλας.  ―Αυτή η σκρόφα η μαμή έχει καλή καρδιά, πώς δεν τό’χα καταλάβει τόσα χρόνια, ήμουν τυφλός.

29
   Η μαμή ξεγέννησε τη Φωτούλα και στα βαφτίσια θα γινόταν γλέντι τρικούβερτο. Έφεραν καρέκλες και τραπέζια, όλο το χωριό ήταν εκεί στ’ακρογιάλι στο σπίτι το χαροκαμένο.  Τα βαφτίσια έγιναν και το παιδί η Φωτούλα τ’ονόμασε Λούκα, ούτε Λουκά ούτε Πετρολούκα. Η μαμή είχε το παιδί στην αγκάλη και το κανάκευε. Γύρισε η μάνα του και τό’δε, την κοιτούσε μ’αυτό το άδολο βλέμμα. Έγειρε κοντά της ο Νικολής και ψιθύρισε «ο τίμιος ξυλουργός». Τα μάτια του ξαναπήραν εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα και το στόμα του εκείνο το πειραχτικό χαμόγελο. Η Φωτεινή ρίγησε είχε ξυπνήσει ο Νικολής μέσα του. Την τράβηξε κατά μέρος και κάτι της ψιθύριζε. Ο Παπατσαπέλας τον τράβηξε βίαια τού’βαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και άρχισε να τον προκαλεί.  Όλοι ξέραν πως ο Νικολής ήταν πρώτος στο ζεϊμπέκικο και μόνον ο παπάς του αντιστεκόταν.   Τράβηξε δυο βαθιές ρουφηξιές και τό’σβησε με το πόδι στο πάτωμα σέρτικα όπως συνήθιζε παλιά.
―Χόρεψε συ για μένα ρε παπά και του κλείνει πονηρά το μάτι.  Εγώ βλέπεις έχω άλλη δουλειά πιο σοβαρή.
   Την άρπαξε απ’τη μέση και την πήγε μέσα.  Μολονότι είχαν βαφτίσια το τραγούδι του γάμου ακουγόταν σε όλη την ακρογιαλιά. Η τσιαμπούνα λύσσαγε, παίζοντας τον αιώνιο επιθαλάμιο.
    Η Φωτεινή κατέβασε το κεφάλι ένιωσε πως για πρώτη φορά πήγαινε με άντρα, με ξένο άντρα, γιατί ο Λούκας ήταν κάτι  από τον εαυτό της, κάτι από μέσα της και η επαφή που
είχε με το Νικολή τότε, δεν ήταν με το Νικολή, τουλάχιστον έτσι ένιωθε.    Την έσπρωξε  βίαια  στο  κρεβάτι, της έδωσε μια δαγκωματιά στον λαιμό.  Αυτός ο γλυκός διάβολος ένιωθε να την κομματιάζει, να την κατασπαράζει, όλη η βία του, που ξέσπαγε μέσα της και δεν ήταν αρκετή. Οργίασαν.  Τελειώνοντας ο Νικολής αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της.
     Το γλέντι σιγά σιγά έσβηνε, η μαμή μπήκε να βάλει το παιδί για ύπνο, αυτό δεν κοιμόταν κάτι περίμενε. Ο Παπατσαπέλας φώναξε τους φίλους του τους ψαράδες να μπουν, γιατί θα έμεναν εκεί να ξημερωθούν.  Θα πήγαιναν κατευθείαν για τα δίχτυα το πρωί.  Μπήκαν όλοι μέσα. Ο παπάς έβγαλε το ευαγγέλιο και τ’ακούμπησε στο τραπέζι. ―Μωρή Κατίγκω είσαι
έτοιμη;  ―Τι να κάνω, του απάντησε, το μωρό δεν κοιμάται. ―Κάτι ξέρει μωρή φέρ’το κι αυτό εδώ.

30                                                                                          
      Μπήκε στο υπνοδωμάτιο, ταρακούνησε το Νικολή κι αυτός πετάχτηκε, τρόμαξε, τού’δωσε δυο γερά χαστούκια. ―Να ρε που τό’χεις το κορίτσι αστεφάνωτο.  Ντύσου γρήγορα.  Ο Νικολής ποτέ δεν είχε φάει πιο δυνατά και πιο γλυκά χαστούκια. Του φίλησε τα χέρια κι έτρεξε. Μετά ο Παπατσαπέλας πήρε τα χέρια της Φωτεινής τα φίλησε και τη χάιδεψε τρυφερά.  ―Ξύπνα αγάπη μου της ψιθύρισε.  Κόρη μου έχουμε μυστήριο.
      Η Φωτεινή ξαναφόρεσε εκείνο το νυφικό το δικό της το πικραμένο. Ο παπάς είχε στα χέρια τα στεφάνια και στάθηκαν μπροστά του.
―Άντε μωρή Κατίγκω δε θα τους στεφανώσεις; ―Και το μωρό βρε παπά, δεν το είπε τράγο λόγω του μυστηρίου, μα του το χρώσταγε.
―Το παιδί θα το κρατάει ο πατέρας του, να είναι κι αυτό μέσα στο μυστήριο.
     Ο Νικολής νόμιζε ότι ονειρευόταν, ήταν υπνωτισμένος, είχε στο ένα χέρι το μωρό και στο άλλο τη Φωτεινή.
―Μισή-μισή ρε Νικολή, του ψιθύρισε ο Λούκας. Γύρισε κοίταξε το μωρό, ―ήταν δυνατόν;
―Ναι ρε Λούκα μισή-μισή εσένα μάνα σου κι εμένα γυναίκα μου, του απάντησε.

         Όλα μπορούσαν να συμβούν εκείνη τη μέρα.

31


3.                         Η ΚΛΑΡΑ ΚΗΓΚΑΝ

Η τελευταία ζαριά ήταν ασόδυο, έχασε.  Ήπιε το αράκ που τού’φερε ο Καλίλ ο καφετζής, ο λιβανέζος, αυτός πού’χε το καφενείο και κρατούσε το βιδάνιο στο Ντόριαν Στρίτ και Σαράντα Δρόμους γωνία κι έφυγε.
    Το φορτηγάκι του, μια κλειστή σεβρολέτα σαραβαλιασμένη πού’χε μέσα όλα τα σύνεργα της δουλειάς και τα υλικά της μέρας, -ήταν μπογιατζής-, το είχε αφήσει σ’ένα τυφλό στενό λίγο πιο κάτω. Πέρασε απ’το Μπάουερυ Στρίτ όπου ο «Στρατός Σωτηρίας» μοίραζε στους άστεγους αποφάγια από εστιατόρια.
    Είχε πολλή υγρασία σχεδόν ομίχλη. Τα φώτα στις κολόνες των δρόμων σκόρπαγαν αφήνοντας ένα στεφάνι θολό γύρω τους. Η πόλη ήταν σαν σκηνικό που έβλεπες όλα τα πλάνα να χάνονται στη ομίχλη. Είχε πάντα στη τσέπη ένα «κουότερ» αυτό το ασημένιο τέταρτο του δολαρίου και το πέταγε σε κάποιον άστεγο κολασμένο που ήταν ξαπλωμένος σε κάποια γωνιά του δρόμου περιμένοντας το φαΐ.
    Θυμήθηκε τη φτώχια στο νησί. Είχε μπαρκάρει 17 χρονών σε χιώτικο φορτηγό, μάζεψε ένα μικρό πουγκί και τό’ σκασε, ξεμπάρκαρε στη Ν.Υόρκη. Δούλεψε παράνομα μπογιατζής σε χιώτες και τελικά αξιώθηκε να κάνει δική του «επιχείρηση». Οδηγούσε το φορτηγάκι κι όπου έβλεπε ερειπωμένο ή άβαφο σπίτι σε φτωχογειτονιές, έβαζε τις σκαλωσιές κι άρχιζε να βάφει. Σ’αυτά τα σπίτια κατοικούσαν συνταξιούχοι και όταν τού’λεγαν πως δε έχουν λεφτά, αυτός τους καθησύχαζε. ―Θα τελειώσω το σπίτι κι όποτε έχεις θα δίνεις και σ’εμένα κάποιες δόσεις. Γνώριζε ότι οι συνταξιούχοι ήταν άνθρωποι άλλης εποχής που είχαν μπέσα. Ποτέ δεν είχε χάσει λεφτά απ’αυτούς. Άσε που τις πιο πολλές φορές όταν τελείωνε, δεν τον άφηναν να φύγει αν δεν έτρωγε κάτι.
          Μπήκε στ’αμάξι κι έφτασε στο σπίτι αργά μετά τα μεσάνυχτα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή κι η τηλεόραση αναβόσβη-νε σαν ξεχασμένη φωτίζοντάς το. Η Κλάρα Κήγκαν ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ολόγυμνη, σχεδόν έτοιμη στη στάση της παράδοσης.  Είχε έρθει να πιει τις μπίρες του.

32                                                                                         
    Έτσι έκανε η Κλάρα, είχε πεντέξι άντρες και πήγαινε στα σπίτια τους να πίνει τις μπίρες πού’χαν στο ψυγείο, μ’ αντάλλαγμα κάποιες ερωτικές υπηρεσίες.
     Την κοίταξε με τρυφερότητα, είχε ένα λεπτό αγορίστικο σώμα, τα λεπτά της πόδια κατέληγαν στους θαυμάσιους γοφούς όπου έσπαγε μια λεπτή μέση κι ανέβαινε κάθετα προς τ’απάνω, στο θώρακα που έβγαιναν οι φαρδιοί μα λεπτοί της ώμοι. Το ένα χέρι ήταν απλωμένο κάθετα στο σώμα βγαίνοντας έξω απ’το κρεβάτι, κρατώντας μια μπίρα, το άλλο το αριστερό ανέβαινε ψηλά και χανόταν στα κόκκινα μαλλιά που ήταν σκορπισμένα γύρω απ’το κεφάλι. Τό’να στήθος έγερνε δεξιά λίγο προς τα κάτω και τ’άλλο το αριστερό ανέβαινε προς τα πάνω όρθιο ακολουθώντας το αριστερό χέρι. Το ένα πόδι ήταν απλωμένο έτσι που να κρέμεται απ’την άκρη του κρεβατιού και τ’άλλο λυγισμένο κι ανασηκωμένο στο γόνατο. Είχε μεγάλα πράσινα μάτια, λεπτή μακριά μύτη και πάντα μια έκφραση αμηχανίας στο πρόσωπο, λες και όλα τα πράγματα τα έβλεπε για πρώτη φορά και μαζί μ’αυτό ένα αστείο χαμόγελο τόσο αόριστο, που φαινόταν να μην είχε βγει ακόμα. Πολύ απλά και χωρίς λόγια, ήταν έτοιμη να εκπληρώσει τα συμπεφωνημένα.
      Την πλησίασε της χάιδεψε τα μαλλιά. ―Καλό μου, της είπε, γιατί βασανίζεις αυτό το κορμάκι το αγαπημένο; Τα μάτια της θάμπωσαν τον έσπρωξε βίαια και πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι τον κοίταξε με πόνο και αγάπη, μετά σκλήρυνε και τού’δωσε δυο δυνατά χαστούκια. Έριξε μια ρόμπα κι έφυγε. Στην πόρτα κοντοστάθηκε τα μάτια της τρέχανε.
―Γιατί το κάνεις αυτό Κώστα; Ξέρεις πως δεν αντέχω το βάρος του έρωτα, η αγάπη με έχει πληγώσει. Σε λατρεύω μα δε θα ξαναπιώ τις μπίρες σου.
     Αυτός κατηφόρισε το δρόμο για τα μπαρ. Ήθελε κάποιον να τον χτυπήσει να πληγωθεί να πονέσει για να φύγει ο άλλος ο πόνος ο αβάσταχτος.    Προκαλούσε και τον χτύπησαν άσχημα αλλά ξανασηκώθηκε, δεν είχε χορτάσει. Ένας μεθυσμένος έβγαλε μια λάμα να τον φοβίσει, πιάστηκαν, η λάμα τον πήρε λίγο κάτω απ’τ’αυτί και τού’κοψε τη φλέβα, δεν πόναγε το αίμα έτρεχε.  Ένιωσε πως αυτό ήταν αρκετό.  Πήγε πίσω στο στενό δρομάκι, εκεί που τα μαγαζιά έβγαζαν τα σκουπίδια και είχε ησυχία, ξάπλωσε.  Εκεί κανείς δε θα τον ενοχλούσε.       

33
             Θυμήθηκε τη μάνα του.
―Πότε θά’ρθεις γιόκα μου, τον ρώτησε. ―Τώρα έρχομαι μάνα, της απάντησε. Γύρισε και κοίταξε τη ρεματιά, αυτή που κατηφόριζαν τα κατσίκια να πιουν θάλασσα. Είδε την γαλάζια θάλασσα να παγώνει σαν κρύσταλλο και μετά να θολώνει σκοτεινιάζοντας. Μέσ’το νερό ήταν η Κλάρα Κήγκαν, τα κόκκινα μαλλιά της τα έπαιρνε η θάλασσα εδώ κι εκεί. Γύρισε και τον κοίταξε με κείνο το χαμόγελο το πικραμένο.
         Το άλλο πρωί τον βρήκαν σε μια λίμνη από αίμα. Βρήκαν και την Κλάρα, είχε πηδήξει απ’τη γέφυρα του Μπρούκλιν ολόγυμνη.
     Η κυρά Μαγδαληνή Κακούρη, η “δαιμονισμένη”, αφού είχε να μιλήσει σε άνθρωπο από τότε πού’φυγε ο Κώστας της, είχε την προηγούμενη μέρα γλίστρησε και πέσει απ’το βράχο που ανέβαινε και παρακολουθούσε τα γίδια της.

Την ώρα της κηδείας όλοι είδαν δυο κατσίκια που κατηφόρισαν απ’το βουνό ολοκάθαρα πλυμένα χωρίς σκόνη. Το ένα ολόμαυρο σερνικό και τ’άλλο κατακόκκινο θηλυκό. Πλησίασαν στη θέση των συγγενών αφού δεν υπήρχε κανείς εκεί.

Όλοι ξέρουν πως αυτό το βράδυ του Αυγούστου κάθε χρόνο στο βουνό του νησιού βγαίνει η Μαγδαλινή η Δαιμονισμένη πάνω σ’αυτό τον βράχο και φωνάζει με την τσιριχτή κι απόκοσμη φωνή της, τα γίδια της που έχουν γίνει αγριοκάτσικα και γυρίζουν στο βουνό. Όλοι φοβούνται να τ’αγγίξουν γιατί κι αυτά είναι δαιμονισμένα.

Τότε πλησιάζουν δυο μικρά ολοκάθαρα, ένα μαύρο σερνικό κι ένα κατακόκκινο θηλυκό. Η Δαιμονισμένη τ’αγκαλιάζει και τα χαΐδεύει τρυφερά ως το χάραμα που χάνονται.
                                                                                                                                 

34
4.                             ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ

Ο Μιχάλης Δάρας ήταν ένας κλειστός άνθρωπος, πάντα απησχολημένος με τις δικές του υποθέσεις. Είχε πολύ λίγους φίλους και δεν πήγαινε ποτέ στο καφενείο ή στην ταβέρνα.  Ήταν ως επί το πλείστον κλεισμένος στο σπίτι του που’χε και το «εργαστήρι» του.  Μολονότι δεν είχε σπουδάσει ηλεκτρολόγος ή μηχανικός γνώριζε εμπειρικά σχεδόν τα πάντα για τις μηχανές. Διόρθωνε το κάθε τι στη γειτονιά από ηλεκτρικές συσκευές, ποδήλατα ακόμα κι αυτοκίνητα, έναντι μιας μικρής αμοιβής.  Ακόμα ήταν περιπτώσεις που κάνοντας κάτι σ’ό,τι διόρθωνε, γινόταν ακόμα καλύτερο.
     Αγαπούσε τις μηχανές και δεν θύμωνε ποτέ με τις δυσκολίες που δημιουργούντο απ'αυτές.  Κοίταγε το μηχάνημα τρυφερά και πονηρά σα να του έκρυβε κάποια μυστικά που αυτός έπρεπε να τα βρει, όπως κάποιοι λατρεύουν τα σταυρόλεξα. Ήταν γι’αυτόν ένα χαρούμενο διανοητικό παιγνίδι που γεννούσε ένα μυστικό διάλογο με το μηχάνημα.  Όταν δημιουργούντο οι δυσκολίες ποτέ δεν έφταιγε το μηχάνημα, ήταν η άγνοιά κι η ανικανότητά του να καταλάβει τι ήθελε να του πει. Έτσι όταν δούλευε είχε μια έκφραση διαφορετική. Ήταν γελαστός ή θλιμμένος, ανάλογα με το πρόβλημα που συναντούσε, θύμωνε μόνο όταν του έφερναν βρόμικα μηχανήματα.
―Ας το καθαρίσουμε πρώτα κι έπειτα θα δούμε τι έχει. Το μηχάνημα έλεγε είναι πιο σπουδαίο απ’τον άνθρωπο, γιατί είναι αποτέλεσμα δουλειάς πολλών ανθρώπων κι ίσως αποτέλεσμα ενός ολόκληρου πολιτισμού.  
     Είναι αλήθεια πως όταν καθάριζε ένα μηχάνημα, ήταν φορές που δε χρειαζόταν διόρθωση για να λειτουργήσει. Τότε ζητούσε περισσότερα χρήματα για την “επιδιόρθωση” σαν ποινή στον ιδιοκτήτη, που δεν έδειχνε τον ανάλογο σεβασμό στο εργαλείο.
     Όταν ο Θύμιος Καρατζάς τον φώναξε να διορθώσει το μηχάνημα του καθαριστηρίου του που χάλασε, τον έβαλε πρώτα να το καθαρίσει καλά κι αφού τελείωσε συνέχισε κι αυτός να το καθαρίζει γι’αρκετές ώρες. Μετά έκανε το χώρο του μηχανήματος να λάμπει κι άρχισε να το λύνει κρατώντας σημειώσεις σ’ένα τετράδιο και βάζοντας σε κουτάκια τα μικροεξαρτήματα.   Το έκανε βίδες.

35  
    Ο Θύμιος κι η γυναίκα του δεν μιλιόντουσαν, άσε που οι καλοθελητές τους έκαναν πλάκα που εμπιστεύτηκαν στον τρελό την περιουσία τους.
    Μια βδομάδα κράτησε το βάσανό τους ώσπου ο Μιχάλης τους φώναξε και τους παρέδωσε το κλειδί του μαγαζιού. Έβαλε μπρος τη μηχανή και ήταν καλύτερη από καινούρια. Ήταν τελείως αθόρυβη. Τότε ο Μιχάλης άρχισε να τους εξηγεί τι πρέπει να προσέχουν και γιατί η μηχανή έκανε θόρυβο πριν. Ο Θύμιος ήθελε πολύ ν’αποφύγει το μάθημα, μα όλοι ήξεραν πολύ καλά ότι θα δυσαρεστούσαν το Μιχάλη γιατί θα του αφαιρούσαν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση.  Ήταν σαν τον Σέρλοκ Χόλμς που θά’πρεπε να κάνει ανάλυση για τη λύση του «εγκλήματος», δηλαδή τις αιτίες της βλάβης.

Όταν ο μοναδικός του φίλος ο Μήτσος Σαράφογλου, που ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, αποφάσισε να πάρει ένα κατεστραμμένο ιταλικό φορτηγό να το διορθώσει και να το δουλέψει, φώναξε το Μιχάλη για βοήθεια.  Όχι ακριβώς για βοήθεια, αλλά περισσότερο για παρέα στο «γλέντι» της ανακατασκευής του φορτηγού. Το έσπρωξε μέσα στην αυλή του σπιτιού του, που παλιότερα ήταν αποθήκη καυσίμων, δηλαδή ξύλα και κάρβουνα και κόψε ράψε με το Μιχάλη, το κάναν αυτοκίνητο.
     Ο Μήτσος δεν ήταν αντικοινωνικός όπως ο Μιχάλης, όλη η γειτονιά ήταν φίλοι του.   Ήταν φυσικό λοιπόν όλη η αλαναρία κι η πιτσιρικαρία της γειτονιάς να τους παρακολουθεί και να κάνουν όλα τα θελήματα του Μήτσου.  Να τους φέρνουν καφέδες απ’το απέναντι καφενείο ή το κολατσιό κι οπωσδήποτε τις γκαζόζες που έπινε όλη η παρέα. Γινόταν πανηγύρι. Όταν τελείωσαν υπήρχε αγωνία απ’όλους, αφού κι οι πιτσιρικάδες ένιωθαν πως συμμετείχαν στο εγχείρημα.  Ανέβηκε ο Μήτσος στ’αυτοκίνητο με το χέρι έτοιμο στο κουμπί της μίζας κι ο Μιχάλης κάτω με τη μανιβέλα έδινε στροφές στη μηχανή. Φραπ-φραπ, γκα-γκα-γκά η μηχανή δεν έπαιρνε μπρος.  Ο Μήτσος κατέβηκε με το μυστικό του

36                                                                                          
χαμόγελο απ’το κουβούκλιο, άνοιξε το καπό, κάτι διόρθωσε και ξανανέβηκε. Ο Μιχάλης ξαναγύρισε τη μανιβέλα κι ο Φραγκεστάιν (όπως το είχε ονομάσει ο Μιχάλης, αφού είχε μονταριστεί από εξαρτήματα ακό-μα κι αυτοκινήτων άλλης μάρκας), πήρε μπρος μέσ’τις επεφημίες των “θεατών”.  Ο Μήτσος κι ο Μιχάλης ανέβηκαν στ’αμάξι έκαναν όπισθεν και βγήκαν στη γειτονιά. Όλοι ήταν στα πεζοδρόμια να δουν το θαύμα. Η κυρά Πολυξένη απέναντι έκανε το σημείο του σταυρού στο φορτηγό για καλό κατευόδιο.

Ο Μήτσος πήγαινε μ’αυτό στην Εύβοια, στα Ψαχνά κι έφερνε κάρβουνο. Ο Ταλαιποριακός, όπως είχε ονομάσει τ’ αμάξι ο βοηθός του Μήτσου, ο Γιάννης Μαδιάς, θα σταματούσε μια-δυο φορές στο δρόμο για πρόχειρη επισκευή.  Όταν σταματούσε, κατέβαινε ο Μήτσος απ’το αυτοκίνητο έχοντας εκείνο το εσωτερικό ξεκαρδιστικό γέλιο που ίσα-ίσα έβγαινε, σαν το αυτοκίνητο να ήταν γαϊδούρι και να έκανε ζαβολιές. Λίγο νερό στο ψυγείο ή κάποιο σφύξιμο σε κάποιο μπουζί ή κάτι που σχεδόν ήξερε ότι θα συμβεί από πριν αλλά περίμενε πρώτα να συμβεί για να επέμβει.
      Ο Ταλαιποριακός αγκομαχούσε στις ανηφόρες και κατρακυλούσε στις κατηφόρες σχεδόν ανεξέλεγκτα. Το ΣΠΑΠ, που έτσι το ονόμαζε για κάποιο άγνωστο λόγο ο Μήτσος, έκανε πάντα το καθήκον του.

Έτσι λοιπόν ζούσε ο Μιχάλης φτωχά, αλλά είχε όλη την ευχέρεια ν’αγοράζει παλιοσίδερα και παλιά μηχανήματα και να έχει γεμίσει μ’αυτά όλο τον κήπο του σπιτιού της μάνας του της Κυραστέλας. Ήταν ανύπαντρος γιατί η αγαπημένη του Νανά δεν τού’δινε καμιά σημασία του τρελάρα και ίσως δεν είχε άδικο. Ο Μιχάλης δεν ήταν επαγγελματίας που θα μπορούσε να στηρίξει επάνω του μια κοπέλα, τα όνειρά της ήταν «επιστήμονας». Δηλαδή έφτιαχνε διάφορα μηχα-νάκια αυτοματισμού, συνήθως κούκλες, που μάλλον ήταν παιγνίδια για το κέφι του, αφού δεν είχαν κάποια χρήση.  Τ’όνειρό του ήταν να δείξει σ’όλους την αξία του. Μέσ’το «μυστικό εργαστήρι», που φυσικά όλη η γειτονιά γνώριζε, αφού ήταν

37
το σαλόνι του σπιτιού και η Κυραστέλα το έδειχνε με παράπονο στις φίλες της, υπήρχε το μεγάλο μυστικό. Αυτό το δωμάτιο, που φυσικά έλαμπε από καθαριότητα και υπήρχαν παντού κουτιά με αριθμούς που είχαν μέσα εξαρτήματα, είχε μεσ’τη μέση το ρομπότ. Οι νοικοκυρές σταυροκοπιόντουσαν γιατί κάτι τρελό, κάτι παραφύση γινόταν εκεί μέσα.  Ο μόνος που μπορούσε να επισκέπτεται το μυστικό εργαστήρι ήταν ο φίλος του ο Μήτσος, γιατί είχε κι αυτός «ψώνιο» με τα μηχανήματα και την επιστήμη. Μ’αυτόν συζητούσε τα πάντα, ήταν κάπως σαν συνεργάτης του.
      Το ρομπότ είχε ετοιμαστεί όλο στα χαρτιά κι είχε σχεδόν μονταριστεί μηχανικά. Είχαν όμως κολλήσει στο σύστημα εκκίνησης και στο σύστημα μετατροπής της πορείας.
     Ο Μήτσος ήταν ειδικός στις ραδιομεταβιβάσεις, απ’τη σχολή της αεροπορίας όπου είχε αριστεύσει και που του έκαναν πρόταση για μονιμότητα, αλλ’αυτός αρνήθηκε, γιατί πνεύμα ελεύθερο και άναρχο, προτιμούσε, όπως έλεγε, να πεινάει παρά να μπαίνει στην ουρά για συσσίτιο.  Είχε λοιπόν βοηθήσει εδώ. Ένας πομπός θα έδινε εντολή, ένας δέκτης θα τη λάμβανε και το σύστημα εκκίνησης θά’παιρνε μπρος.  Είχαν όμως ακόμα πολλές δυσκολίες στην ρύθμιση της πορείας και την ευελιξία του ρομπότ.
―Αυτό είναι επανάσταση, έλεγε ο Μιχάλης κι όχι οι βλα-κείες του Νίκου του αδελφού του, του επιλεγόμενου Τρότσκυ, αφού είχε κι αυτός γυαλιά και μούσι και ήταν απαράλαχτος ο Τρότσκυ.  Ο Νίκος που τώρα ήταν στη φυλακή. Ήταν στη φυλακή αφού σαν λοχαγός του ΕΛΑΣ, κατηγορήθηκε ότι πήρε με τη βία δυο κατσίκια από έναν τσοπάνο δίνοντάς του ως πληρωμή απόδειξη του Λαϊκού Στρατού κι όταν αυτός αρνήθηκε βίαια, τον σκότωσε. Η υπεράσπιση είπε ότι ο τσοπάνος θύμωσε κι επετέθει με μια κάμα από πίσω να τον σφάξει. Τότε ένα απ’τα παλικάρια του πυροβόλησε. Το δικαστήριο βέβαια δεν έλαβε υπόψιν αυτά τα ελαφρυντικά του και τον καταδίκασε σε θάνατο, που όμως δεν εκτελέστηκε αμέσως κι όταν τα πράγματα ξεφούσκωσαν, τη γλίτωσε.
―Και πως αλλάζεις τον κόσμο κύριος από’κει μέσα με  τον Μαρξ και τέτοια;   Ο καλύτερος κόσμος είναι εδώ κύριε, η επιστήμη κι τεχνική. Ο Αϊνστάιν, ο Μάξγουελ, ο Χαίζενμπεργκ αυτοί είναι επαναστάτες.

38                                                                                           
     Κι όλος αυτός ο μονόλογος δεν αποτείνετο στο Μήτσο, αφού κι αυτός είχε φρενοκρουστεί απ’την επιστήμη και την τεχνική, αλλά στον αδελφό του λες και ήταν παρών.  Και η συζήτηση αυτή συνεχιζόταν από προπολεμικά όταν ο Τρότσκυ ήταν ελεύθερος.
―Φτιάχνουμε εμείς το ρομπότ, έτσι Μήτσο και τότε τα ρομπότ θα δουλεύουν κι οι άνθρωποι θα κάθονται.
    Είχαν μαζέψει πολλά επιστημονικά, βιβλία απ’το Γιουσουρούμ, αφού οι άνθρωποι των γραμμάτων την κατοχή φτώχαιναν και πούλαγαν σπίτια ολόκληρα για ένα κομμάτι ψωμί κι οι μαυραγορίτες φώναζαν τους παλιατζήδες και τα σήκωναν τζάμπα ν’αδειάζει ο τόπος.
     Τους λείπανε όμως πάρα πολλά πάνω στην τηλεκίνηση και τον τηλεχειρισμό.

Πάνω στη ώρα βγαίνει κι ο Τρότσκυ απ’τη φυλακή.  Αυτός είχε σπουδάσει μηχανολόγος ηλεκτρολόγος και είχε μετεκπαιδευτεί στο Βερολίνο.  Εκεί είχε ενδιαφερθεί για τις μαθηματικές προτάσεις του Φον Νόυμαν και τις απόψεις του Βίνερ, δηλαδή σχεδόν για όλα όσα χρειάζονταν για να προχωρήσει το «πρόγραμμα».
     Όταν ο Τρότσκυ μπήκε στο σπίτι η Κυραστέλα τά’χασε, άρχισε να τον φιλάει, να τον αγκαλιάζει, να τον χαϊδεύει, αλλά ξάφνου τα μάτια της σκοτεινιάσαν άρχισε να τον βρίζει δολοφόνο, εγκληματία, κομουνιστή. Ζαλίστηκε κι έκατσε στην καρέκλα ν’ανασάνει. Ο Τρότσκυ έτρεξε να φέρει νερό, γιατί τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα και φαινόταν μόνο τ’ασπράδι. Η Κυραστέλα είχε πεθάνει. Κράτησε το λόγο της. Είχε πει «ας ξαναδώ το παιδί μου ζωντανό κι ας πεθάνω», τότε λίγοι αριστεροί γλίτώναν το ντουφέκι.
     Ο Τρότσκυ άνεργος, αποδιοπομπαίος απ’την κοινωνία κι απ’το κόμμα, ―ήταν αριστερή αντιπολίτευση―, άρα προδότης, έτσι κόλλησε στον αδελφό του.  Έπεσε σαν τρελός στη δουλειά, τους έκανε και τους δυο στη μπάντα. Η βιβλιοθήκη γέμισε γερμανικά, γαλλικά κι εγγλέζικα βιβλία επι-στημόνων που ήταν άγνωστοι στον Μιχάλη.   Τελικά με τα τρανζίστορ που ήταν νέα ανακάλυψη, αποφάσισε να το ξαναφτιάξει απ’την αρχή.  Απ’το παλιό ρομπότ κράτησε μόνο τον κινητήρα βενζίνης. Το ρομπότ έγινε πιο μικρό πιο ελαφρύ και ήταν όσο το δυνατό πιο απλό. Υπάκουσε επαρκώς κάνοντας τις κινήσεις που έπρεπε.     Τους συμβούλεψαν να το κατοχυρώσουν στο υπουργείο βιομηχανίας. Αυτοί γέλασαν: Οι Έλληνες, “άσε μας κάτω”.  Είκοσι χρόνια φυλακή ο ένας και σαράντα χρόνια μιζέριας ο άλλος.

39
     Πήγαν στην Αμερική και παρουσίασαν τη δουλειά τους στη Μέρκουρυ ή την GMC ή ίσως σε άλλη εταιρία που είχε κάποιο τέτοιο πρόγραμμα.  Τους άρεσε, τους ζήτησαν να το αφήσουν να μελετηθεί ένα μήνα. Αυτοί θά’φευγαν στην Ελλάδα κι οι άλλοι θα τους έστελναν ειδοποίηση.  Η ειδοποίηση ήρθε γρηγορότερα. Έλεγαν δηλαδή ότι το σύστημά τους ήταν ωραίο, μακριά όμως απ’το δικό τους πρόγραμμα. Ήταν μεν αξιόλογο αλλά παράλληλο και δεν μπορούσαν ν’ανατρέψουν τα σχέδιά τους για να το ενσωματώσουν στη δική τους δουλειά. Τους πρόσφεραν όμως εργασία κι από ένα εισιτήριο να ξαναπάνε, να συζητήσουν. Όταν έφτασαν εκεί τους εξήγησαν χωρίς περιστροφές ότι ήθελαν τον Νίκο, τον Μιχάλη θα έπαιρναν ως βοηθητικό με καλό μισθό.
    Ο Τρότσκυ το πήρε στραβά, «κατάλαβε» ότι τους κλέψαν τη ιδέα κι ήθελαν να τους ξεζουμίσουν ακόμα περισσότερο.  Βρήκε το γερμανό επικεφαλής του προγράμματος που μ’ αυτόν ερχόταν σ’επαφή και του τα είπε στα γερμανικά. Ο γερμανός του γέλασε μέσ’τη μούρη. Τι πατρότητα και σαχλαμάρες, δεν βλέπεις ότι αυτό είναι καταξίωση; Και του είπε στα γερμανικά κάτι όπως εμείς λέμε: τι νομίζεις εδώ «μπρίκια κολλάμε» ή πηγαινοερχόμαστε και παίρνουμε μισθούς;  Ιδέες γεννάμε, μας πληρώνουν και τις πουλάνε για δικές τους.  Από εδώ και μπρος, για τουλάχιστον εκατό χρόνια ο κόσμος κι η ιστορία θα μιλάει γι’αμερικάνικες ανακαλύψεις που τις έχουν κάνει άλλοι και θεωρούνται δικές τους,  αφού έχουν το χρήμα και μπορούν ν’αγοράζουν και μας και τις ιδέες μας. Εσύ που είσαι Έλληνας θα ξέρεις, ότι όλα  τα έργα τέχνης  που θεωρούνται ρωμαϊκά,  Έλληνες  τα φτιάξανε.

40    
Ο Μιχάλης ήθελε να μείνει, τον μάγευε να βρίσκεται και μόνο, μέσα σ’αυτά τα εργαστήρια. Ο Τρότσκυ όμως του ξεκαθάριζε ότι αν ήθελε να πουληθεί, θα τό’χε κάνει πολύ πιο πριν και δε θά’τρωγε και είκοσι χρόνια φυλακή.    Ο Μιχάλης τους είπε ότι δέχεται, αυτοί όμως θα του απαντούσαν εν καιρώ. Η απάντηση άργησε αλλά αρνητική.  Επίσης αν ήθελε το Ρομπότ θα τό’στελναν με δικά του έξοδα.  Δεν απάντησε και το ρομπότ έμεινε εκεί.

Απ’την επιστροφή και μετά σταμάτησε να δουλεύει. Είδε τα θαυμάσια εργαστήρια των Αμερικάνων κι αφού δεν κατάφερε να δουλέψει εκεί δεν ξαναδούλεψε.  
     Πούλησε όλα τα εργαλεία και τα παλιοσίδερα κι έδωσε το σπίτι αντιπαροχή. Πήρε διαμερίσματα και καθόταν.
     Άραξε στο ταβερνάκι της γειτονιάς και κουτσόπινε με τις νέες του παρέες.  Όταν ήταν μόνος στο σπίτι πολύ συχνά έβαζε το χέρι στο κούτελο κι έλεγε: Βρε τι τρέλα, πέρασα τη ζωή μου μεσ’τα παλιοσίδερα παίζοντας τον επιστήμονα.
     Ο Τρότσκυ άνοιξε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στα Εξάρχεια που γρήγορα έγινε στέκι αναρχικών κι αντιρρησιών της αριστεράς. Γύρισε στα νερά του και βρήκε την ηρεμία του.  Από τότε τ’αδέλφια ξέκοψαν, τίποτα δεν τους ένωνε πια.

Ένα βράδυ που ο Μιχάλης κουτσόπινε με την παρέα στην ταβέρνα του Πανόπουλου, που μόλις είχε βάλει τηλεόραση για να διασκεδάσει τους πελάτες, έδειχνε μια εκπομπή με συστήματα τηλεκίνησης. Έδειχνε ρομπότ. Όλοι τότε γύρισαν προς το Μιχάλη με παράπονο, σαν να τους είχε προδώσει. Ξάφνου στην οθόνη ο Γερμανός που φυσικά οι άλλοι δεν ήξεραν κι ανάμεσα στα ιστορικά μοντέλα είχε και το δικό του.  Μάλιστα έδειξε μια φωτογραφία με το ρομπότ, τον Μιχάλη, το Νίκο και τον Γερμανό. Ο Γερμανός τό’χε ονομάσει «γκρικ σάτελάιτ» δηλαδή ελληνικός κομήτης, γιατί όπως εξήγησε, το είχαν αφήσει εκεί δυο Έλληνες που χάθηκαν σαν κομήτες και τα στοιχεία τους είχαν εξαφανιστεί.  
      Ο Μιχάλης ένιωσε ένα σοκ, η ηρεμία που είχε καταχτήσει με τόσο κόπο, διαταράχτηκε.  Όλοι τον κοίταξαν με θαυμασμό κι επιβράβευση, για λίγο ένιωσε περήφανος, μα όλη αυτή η χαρά τον έριξε σ’ένα απύθμενο κενό.

41
    Τελείωσε το κιλό του και σηκώθηκε αμίλητος. Προτού φύγει έριξε μια περίεργη ματιά στο γυαλί που συνέχιζε να λέει γι’αυτά που όλοι στην ταβέρνα άρχισαν να βρίσκουν πολύ ενδιαφέροντα αφού εκεί αναφέρονταν κι ένας δικός τους, ο Μιχάλης ο Εφευρέτης.  Ναι ο Εφευρέτης, αυτή η λέξη ανέβηκε στο ύψος της και πήρε σοβαρότητα, γιατί ως τότε την έλεγαν μόνο για να τον περγελάσουν και να κάνουν κέφι.
      Ο Μιχάλης ένιωσε πως κάτι έστριψε μέσα του. Ήταν σ’ένα καταγώγιο, γύρω του δεν υπήρχαν παράθυρα, μόνον η πόρτα του υπογείου και πολλά σκαλιά. Οι άνθρωποι εκεί ήταν ναυάγια που έπιναν ως τη στιγμή που δεν μπορούσαν ν’αρθρώσουν λόγο. Ο ταβερνιάρης ψηλός ξερακιανός στριφνός, που περιφρονούσε τη δουλειά του και τους πελάτες, ίσως τους μισούσε κιόλας, η ταβερνιάρα, χοντρή, πονηρή και καπάτσα, έφερνε περισσότερο κρασί απ’όσο ζητούσαν και χρέωνε ακόμα περισσότερο. Τι γύρευε αυτός εκεί; Ούτε καν το πάθος του κρασιού δεν είχε.  Γέλασε, «έλα τώρα» είπε στον εαυτό του θα σε πιάσει πάλι η παλιά αρρώστια του «από που ερχόμαστε και που πάμε;» όχι βέβαια, πάνε αυτά «για έναν κόσμο καλύτερο, για την επιστήμη και τους ανθρώπους που κάνουν κάτι που φεύγει απ’τη μιζέρια της καθημερινότητας». Όχι, όχι, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα πια, ούτε τα καταπληκτικά εργαστήρια των Αμερικάνων.
       Είχε πιει λίγο πάρα πάνω σήμερα. Όμως τότε διαπίστωσε ότι το ίδιο το κρασί μετά από κάποια στιγμή, σου δίνει δύναμη να ξεπεράσεις την πρώτη σου μέθη, σου δίνει κάποιο κουράγιο, κάτι που, όλοι οι θαμώνες που είχαν ναυαγήσει εκεί μέσα, ήξεραν.  Ο κόσμος είχε πάρει μιαν απόσταση απ’ αυτόν, τους έβλεπε όλους σαν σε θεατρική παράσταση, σαν σε κινηματογραφική ταινία. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος· κάποιος τον καληνύχτισε, αυτός δεν απάντησε, ήξερε πως ότι κι αν έλεγε κανείς δε θα τον άκουγε, γιατί αυτός είχε φύγει γι’άλλο παραμύθι. Ανέβηκε τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο, περπατούσε στη γειτονιά κοιτώντας τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών. Οι άνθρωποι εκεί μέσα κάτι έλεγαν, κάτι έκαναν, είχαν δουλειές. Άλλοι γύρω απ’το τραπέζι έτρωγαν συζητούσαν ή γελούσαν. Ήταν ένας κόσμος άλλος που αυτός ποτέ δε χάρηκε. Ήταν ο αληθινός κόσμος, που αυτός περνούσε πάντα από δίπλα ποτέ όμως μέσα του. Δάκρυσε.

40
    Ξάφνου βρέθηκε μπροστά στο σπίτι του παλιού φίλου της νιότης, του Μήτσου που χρόνια είχανε ξεκόψει. Κοντοστάθηκε, μπρος το φωτισμένο παράθυρο.  Το σπίτι ήταν ολόιδιο τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κάτι τον έσπρωξε να χτυπήσει το τζάμι να φωνάξει «Μητσάρα» κι αυτός να πεταχτεί έξω με το περίεργο χαμογελαστό του πρόσωπο, τη μύτη την πλακουτσή που την είχε σπάσει στο μποξ και ν’απαντήσει μ’αυτό το ξεκαρδιστικό γέλιο, που έδινε έτσι χωρίς λόγια.
      Χτύπησε αλλά το χτύπημα ήταν χωρίς θόρυβο έκανε μόνο την κίνηση.  Βγήκε όμως η μάνα του Μήτσου η κυρ’ Άννα.  Ένα “στοιχειό” κάπου ενενήντα χρονών, που ζούσε γυροφέρνοντας στη γειτονιά αλύγιστη στα χτυπήματα της δυστυχίας.  Χαμογέλασε, το πρόσωπό της βγήκε μέσα απ’το σκοταδι του. ―Για σου Μιχαλάκη, τι κάνεις παιδί μου; του είπε. Αυτός τά’χασε, δεν περίμενε να βγει, ήθελε να το βάλει στα πόδια, όπως τότε που σαν πιτσιρίκια πέταγαν πέτρες στα τζάμια και τό’σκαγαν τρέχοντας.  Η φωνή όμως της γριάς ήταν τόσο τρυφερή πού’θελε ξαφνικά να πέσει στην αγκαλιά της να κλάψει. Στάθηκε στο ύψος του δε λύγισε, γύρισε σοβαρός και ρώτησε: τι κάνει ο Μήτσος κυρ’ Άννα;  Η γριά τον κοίταξε, δεν εξεπλάγη, ήταν τόσο μεθυσμένος, δεν ήξερε που βρισκόταν.
―Αγόρι μου, του είπε, ξέρεις πως πέθανε. Και μετά σα να μην αποτείνεται σ’αυτόν μουρμούρισε. ―Έχει χρόνια που πέθανε.
    Ο Μιχάλης έφυγε παραπατώντας, όμως πιο κάτω γύρισε πάλι στο φωτισμένο παράθυρο, όπου η γριά καθόταν ακόμα εκεί. Του φάνηκε πως έκλεγε. Τότε πήρε κι αυτός ένα ύφος περίλυπο, «έτσι ρώτησα» είπε «ρώτησα να βεβαιωθώ, που ξέρεις».  Κι έφυγε παραπατώντας σχεδόν τρέχοντας, σα νά’ χε πάλι πετάξει κι άλλη πέτρα σε κάποιο τζάμι.
     Έπεσε πάνω στη Νανά τον παλιό του έρωτα. Αυτή τον έπιασε  και τον κράτησε σταθερό,  γιατί πια δε μπορούσε να κρατήσει  την ισορροπία του.  Πήρε τότε κι αυτή το θάρρος

43
να του πει κάτι που έπρεπε να είχε πει χρόνια τώρα. Μιλούσε αλλά αυτός δεν πολυκαταλάβαινε τι έλεγε, γιατί η ζάλη του ήταν μεγάλη.  Όμως συγκροτήθηκε λίγο, για χάρη της Νανάς, του μεγάλου του έρωτα. Η Νανά χωρίς περιστροφές του πρότεινε να ενώσουν τις μοναξιές τους.  Την κοίταξε και γούρλωσε τα μάτια του, να μην κλείσουν να δει καλά να ξυπνήσει. Του ήρθαν γέλια. Ξέσπασε. «Καλά λένε» σκέφτηκε «μετά τη μεγάλη κατρακύλα δεν μπορείς να κλάψεις, βάζεις τα γέλια». Γέλια που ήταν και κλάμα, όλο δάκρυα. Ξαφνικά σταμάτησε, πήρε ύφος πολύ σοβαρό, «να η αναγνώριση» είπε «μετά είκοσι έτη». Εννοούσε βέβαια τον έρωτα κι όχι την «επιστημονική καταξίωση».
     Όλα συνέβησαν μαζί, τόσο αργά, που δεν τ’άντεχε πια.

Ανέβηκε σιγά-σιγά μεθυσμένα το μονοπάτι που πάει για το μνημείο του Φιλοπάππου, όταν έφτασε κάθισε σ’ένα βράχο, είχε για καλά νυχτώσει. Κοίταξε τα φώτα της πόλης. Η Αθήνα είχε μεγαλώσει πάρα πολύ. Ήταν ένα τεράστιο θέατρο. Θυμήθηκε τον «Αόρατο Θίασο», του ποιητή.  Προσπάθησε να το απαγγείλει, δεν του ερχόταν κι όμως ένιωθε τον αόρατο θίασο να πλησιάζει, να είναι παρών. Ξανάρχισε την απαγγελία: «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη», κατάλαβε ήταν πολύ μεθυσμένος, αλλά ήθελε να πει, άλλα έλεγε, άλλα καταλάβαινε. Τα μάτια του κλείνανε, ήθελε να βρει μέρος να ξαπλώσει, να πέσει να κοιμηθεί.
    Το άλλο πρωί τον βρήκαν. Είχε πέσει απ’τον γκρεμό που βρισκόταν στο πίσω μέρος του μνημείου, απ’τη μεριά που βλέπει στο Κουκάκι.  Οι εφημερίδες έγραψαν για τον άτυχο μεθύστακα που παραπάτησε κι έπεσε.  Η ασφάλεια απ’το Θ΄Αθηνών που έκανε πραγματογνωμοσύνη, «απέρριψε κάθε εγκληματική περίπτωση αφού απ’τις τσέπες του θύματος δεν έλειπε τίποτα».

Ο Τρότσκυ δεν έμαθε ποτέ για το θάνατο του αδελφού του. Εξάλλου πολύ γρήγορα τον βρήκαν οι φίλοι του νεκρό στο δωματιάκι πίσω απ’ το μαγαζί.  Ήταν σαν να κοιμόταν.
                          Πέθανε από έμφραγμα.

44                                                                                           
Η Νανά που είχε πενηνταρίσει πια, αποφάσισε να σπάσει τη γκίνια, έβαψε το μαλλί της ξανθό. Οι γυναίκες αλλά και κάποιοι άντρες, έβαφαν το μαλλί τους καστανό ή μαύρο που ήταν το συνηθισμένο, αλλά ξανθό; Αυτό τότε θεωρείτο πολύ πρόστυχο πουτανίστικο.
      Όμως αυτό απέδωσε, “τύλιξε” τον παιδίατρο της γειτονιάς, κύριο Ιορδάνη Μεντώνη. Αυτός ήταν ένα γεροντοπαλίκαρο κάπου 60 χρονών, που είχε τη φήμη του παλιού καζανόβα. Επίσης ήταν σκληρός χαρτοπαίχτης και ιπποδρομιάκιας. 
    Η Νανά στα χαρτιά δεν τον ακολουθούσε αλλά στον ιππόδρομο ήταν πρώτη. 

Κάπου-κάπου θυμόταν με νοσταλγία το Μιχάλη τον εφευρέτη.        
                              Δεν τον ξεχνούσε.   

Τη μέρα του θανάτου του, κάθε χρόνο, έκανε μνημόσυνο στ’όνομά του.                                                                                                                                                                                                  

 45


5.                                   Η ΦΟΝΗ

Ο Νικολάκης Γούδας ο επιλεγόμενος λόγω επαγγέλματος σιμιτζής, πήρε τη Φόνη τη γυναίκα του με το μικρό τους κομπόδεμα, φτιαγμένο με το αίμα τους και κατέβηκαν στην Αθήνα να προκόψουν.
      Μέσα σε πέντε χρόνια, είχαν δικό τους φούρνο, σε πέρασμα έξω απ’την Αθήνα. Ήταν τότε που όλοι αγόραζαν αυτοκίνητα, που ήθελαν εξοχικά, έμπαιναν, έβγαιναν, ψώνιζαν, πέταγαν.  Τότε που όλοι ήθελαν έστω για λίγο καιρό να ζήσουν σαν Αμερικάνοι.
      Ο Γούδας τα γραμμάτια τα είχε κάτω απ’το μαξιλάρι να κοιμάται με το βάρος τους, όσο να τα ξεχρεώσει. Κάθε μήνα η Φόνη πήγαινε στην Εθνική και πλήρωνε, ποτέ δεν καθυστέρησε. Η δουλειά πήγαινε ρολόι κι ο λογαριασμός στη Εθνική όλο και μεγάλωνε. Είχε και δυο Αθηναίους βοηθούς, αλλά οι Αθηναίοι δεν είναι για δουλειά, νομίζουν πως σου κάνουν χάρη.
      Κάποτε που έπιασε συζήτηση με έναν από αυτούς, απέξω-απέξω για πολιτικά, του είπε ότι «απ’τη στιγμή που βάζει το ποδάρι του ο εργάτης μέσ'το εργοστάσιο, αρχίζει να χτυπάει υπεραξία». ―Και τι είναι ρε Γιαννάκη η υπεραξία, τον ρώτησε με περιέργεια, γιατί ο Γιαννάκης είχε βγάλει και το γυμνάσιο, κι όπως νά’ναι ήταν μορφωμένος. ―Η υπεραξία κυρΝίκο είναι το κέρδος που αποκομίζει το κεφάλαιο απ’τη στιγμή που ο εργάτης πατάει το ποδάρι μεσ’το εργοστάσιο. Τότε κατάλαβε ότι οι Αθηναίοι ήταν τεμπέληδες γιατί ήταν μορφωμένοι. Έτσι αυτός στο ζύμωμα απ’τις πέντε το πρωί, αυτός στο φούρνισμα κι οι βοηθοί μόνο κουβαλήματα και θελήματα.
      Η Φόνη κρατούσε το λιανοπούλι απ’το πρωί ως το βράδυ. Είχε φτάσει τα εικοσιοχτώ κι ήθελε παιδί. Αυτό το ήξερε ο Γούδας, ήξερε πως είχαν μείνει πολύ πίσω, αλλά βλέπεις η δουλειά.

Με την κοιλιά στο στόμα κρατούσε το μαγαζί η Φόνη ως τη στιγμή που «σπάσαν τα νερά» και ο Νικολής την έβαλε στ’ αμάξι για την κλινική.   «Σήμερον κλειστόν λόγω γέννας», έγραψε πρόχειρα στην πόρτα του μαγαζιού ο Γούδας. 

46                                                                                          
     Η Φόνη ήταν πάντα περισσότερο από άξια, και τώρα με τη μια του έκανε το γιο.  (Άλλες για να κάνουν έναν γιο σου αραδιάζουν στη αρχή και μερικές τσιούπρες). Της έδωσε λεφτά και το βιβλιάριο, αφού πήγαν στην ακριβότερη κλινική, που είχε και στο φουαγέ (όπως λένε το χώρο αναμονής οι Αθηναίοι) ένα μικρό πάγκο η Εθνική Τράπεζα. Αυτός τηλέφωνα κάθε μέρα να βλέπει τι κάνουν.  Αυτός στο ζύμωμα, αυτός στο φούρνισμα, αυτός και στο λιανο-πούλι. Στο λιανοπούλι που ήταν τα λεφτά και μόνον αυτός κι η Φόνη μπορούσαν να μπουν. Το βράδυ έκλεινε το μαγαζί λιπόθυμος.
     Οι Αθηναίες στην κινική κοκορευόντουσαν για τους άντρες τους που ερχόντουσαν τ’απογέματα όλο ξούρες, αρώματα και παρδαλά πουκάμισα. Τετρακόσα της μιας το μήνα, πεντακόσα της άλλης, που νά’ξεραν οι ψωριάρες πως αυτή κι ο Γούδας αξούριστος και μέσα στ’αλεύρι βγάζαν εκατό περίπου τη μέρα, άσε τα Σαββατοκύριακα.
     Τις έφερναν τα παιδιά τους να τα θηλάσουν και όλο ουφ και ουφ, κι όταν ερχόνταν οι άντρες τους, αχ και βαχ, βασίλευαν και λιγώνονταν.  Και ψη-ψη-ψη και μου-μου-μου, «πού’ναι καλέ ο άντρας της, δεν έρχεται να τη δει»;  Κι αυτή για να εκδικηθεί, τ’απόγευμα που μαζεύονταν οι άντρες και ήταν όλοι μαζί και κακάριζαν, σηκωνόταν ξανθή και ψηλή σαν παγόνι αργά αργά, με το χαμόγελο αυτό το δικό της, το υπεροπτικό, όπως έλεγαν στα Γιάννενα. Χωρίς αχ και βαχ, χωρίς να δείχνει πόνο, έβγαζε το στήθος της να βλέπουν όλοι και θήλαζε. Τι μωρό που ήταν κι αυτό, αγγελούδι, ολόξανθο. Όχι όπως τ’άλλα μαυροτσούκαλο ή στραβοκέφαλο με πεταχτά αυτιά.
     Οι σύζυγοι, τάχα αδιάφορα, λόξευαν το κεφάλι του και τη θαύμαζαν αυτήν, την παγόνα, που περπατούσε χαμογελώντας περιφρονητικά κι οι γυναίκες τους οι κατσιβέλες, τους τραβούσαν και τους αγκάλιαζαν για να τους εξουσιάσουν και πέφταν επάνω τους χαδιάρικα.
 ―Α ρε Γούδα γιατί δεν ήρθες ρε, έστω και μια φορά.

47
Όχι η Φόνη δεν ζήλευε τίποτα από όλα αυτά, ήξερε τι τραβούσε ο Γούδας στο φούρνο. Ήξερε πως ο Γούδας την αγαπούσε, όμως εκείνο τον καιρό που έμεινε μόνη στην κλινική θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα Γιάννενα, τα κυνηγητά, τα κρυφά ραντεβού, τον έρωτα.   Οι Γούδες κι οι Μπουκουραίοι είχαν αρχαίο μίσος που δεν θυμόντουσαν πότε είχε αρχίσει.  Απ’ την τουρκοκρατία, στην αντίσταση και τώρα με τα κόμματα. Οι Γούδες αρχόντοι, οι Μπουκουραίοι αντάρτες.  Μπρος τον έρωτα όμως, τους χέσαν όλους κλεφτήκαν και φύγανε.
     Από τότε που φύγαν, οι Μπουκουραίενες κι οι Γούδενες, κρυφά απ’τους άντρες τους άνοιξαν κουβέντα. Να μαθαίνουν νέα.

Κοίτα, είπε στον εαυτό της η Φόνη, τίποτα δεν μας χώρισε, ούτε σόγια, ούτε μίση, ούτε ακόμα και το αίμα που είχε χυθεί ανάμεσά μας. Μόνο τα λεφτά τώρα. Αυτό το βιβλιαράκι, που το κρατούσε αυτή στα δικά της χέρια. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Το πρωί έγραψε ένα γράμμα στον άντρα της, το άφησε στην κλινική, πήρε το παιδί της κι έφυγε για το Γιάννενα. ―«Νικολάκη Γούδα αν με θες ακόμα, ξέρεις που θα με βρεις».
     Ο Γούδας μουλάρωσε κλείστηκε μεσ’το μαγαζί και δούλευε, τα λεφτά τα έβαζε στο λογαριασμό που ήταν στα χέρια της.  Περίμενε να έλθει πίσω στον άντρα της όπως είχε χρέος. Πείσμα στο πείσμα. Πίστευε ότι στο μήνα επάνω θα της περάσει η Μπουκουραίικια τρέλα και θα γυρίσει στον άντρα της όπως έχει χρέος. Πέρασαν δυο, τρεις, τέσσερις μήνες, ήθελε να πάει ο ίδιος μα κάτι τον κρατούσε.  Όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο ήθελε, αλλά τόσο δυσκολότερο του ήταν.   Στο χρόνο επάνω, στα γενέθλια του παιδιού αποφάσισε να πάει. Έφτασε ως τα Γιάννενα, μα γύρισε πίσω, δεν μπορούσε. Δεν ήθελε να τον δει κανένας, ούτε να μιλήσει σε κανέναν, δεν μπορούσε να την δει.  Δέκα χρόνια τράβηξε αυτός ο χωρισμός.  Στα δέκα χρόνια ακριβώς, από τη μέρα πού’φυγε η Φόνη, έβαλε λουκέτο στο μαγαζί, θα την έβρισκε κι αν δεν τον δεχόταν δε θα ξαναγύριζε.  Θα ξενιτευόταν.

48
Η Φόνη είχε ένα μικρό ψηλικαντσίδικο στη γειτονιά.  Φορούσε μαύρα και μαντίλι σαν χήρα και τα προξενιά που της στέλναν τα γύριζε πίσω.  Το παιδί, η δουλειά και το σπίτι της.
    Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα, ―Γύρισε ο Γούδας.  Σήκωσε το κεφάλι, έβγαλε το μαύρο μαντίλι και σηκώθηκε όρθια. Ήταν η ώρα που περίμενε χρόνια τώρα. Ο Γούδας φρενάρισε κάπως απότομα νευρικά ήταν ταραγμένος. Βγήκε όμως απ’το αμάξι αφεντούλικα με αρχοντιά να μην τον λυπηθεί κανείς. Όσοι μάθαν το νέο ήταν εκεί να δουν τι θα συμβεί.  Άλλοι έλεγαν πως έφταιγε η Φόνη που εγκατέλειψε ένα τέτοιο νοικοκυριό και τον άντρα της κι άλλοι ότι ο Γούδας δεν ήταν καλός νοικοκύρης. Ότι φαίνεται πως τα λεφτά χαλάνε τον άνθρωπο, κι ότι μίλησε μέσα του το αίμα των Γουδαίων που ήταν σκληροί κι απάνθρωποι. Άσε δέκα χρόνια που άφησε, μια γυναίκα μόνη μ’ένα παιδί.  Κανείς δεν ήξερε ότι όλη η περιουσία του ήταν σ’αυτό το μικρό βιβλιαράκι που ήταν στα χέρια της Φόνης. Και αυτή δεν τό’χε επιστρέψει γιατί ο Γούδας συνέχιζε να βάζει τα χρήματά του μέσα. Αυτό ήταν κάτι σαν μυστική συμφωνία που τους ένωνε ακόμα. Αν ο Γούδας σταματούσε να βάζει λεφτά, αυτή θα καταλάβαινε και θα το επέστρεφε.
     Ο Γούδας μπήκε μέσ’το μαγαζάκι σαν υπνωτισμένος. Είχε κατεβάσει όλα τα «ρολά του εαυτού του», που τον έκαναν να σκεφτεί. Δεν μπορούσε να σκέφτεται τίποτα αυτή τη στιγμή. Αν έκανε την παραμικρή σκέψη, θα σωριαζόταν κάτω ή θα έφευγε, θα χανόταν χωρίς να πει τίποτα.

Έτσι την περίμενε, την ήξερε την Παγόνα την περήφανη. Τα μάτια της λίγο υγρά δακρυσμένα μα τό'κρυβε.
―Τι θα φάμε σήμερα ρε γυναίκα μεσημέριασε, είπε κάπως αυθάδικα αντρίκεια να κρύψει τη συστολή του και τον πόνο του. ―Άρε Νικολάκι Γούδα, είπε η Παγόνα, ξεκουμπώνοντας το επάνω κουμπί του πουκαμίσου της να δείξει πως το πένθος έφυγε.  Τέτοια μέρα σήμερα γλεντάνε ρε τρώνε έξω.
    Για μια στιγμή λιγώθηκε λιποψύχησε η Παγόνα, τα μάτια της τρέχανε, οι κροτάφοι της γκρίζοι.  Την έσφυξε πάνω του κι έκλαιγε. Αρε Φόνη μου το χρυσάφι σου το έκανα ασήμι ο έρμος.    Είδε το χρώμα της λίγο ωχρό, αλλά η συγκίνηση, λίγο τό’χεις.

49
 ―Να το βιβλιαράκι ρε Γούδα τα έχει όλα μέσα κι ακόμα περσσότερα. Μέτρα τα. Πόσα θα δώσεις να πάρεις πίσω τα δέκα χρόνια.
    Την επόμενη βδομάδα η Περσεφόνη μπήκε στο νοσοκομείο.  Λευκαιμία.  Πάνω στο προσκεφάλι της μέρα-νύχτα, η Φόνη δεν ήθελε άλλον. Την τελευταία νύχτα του έκανε νεύμα να σκύψει. Σ’ευχαριστώ Νικολάκη Γούδα, έριξες όλη την περηφάνια σου στα πόδια μου.
     Το παιδί δεν τον αγάπησε ποτέ, πήγε στους Μπουκουραίους στη θεία του την Αντωνία τη γεροκόρη.   Οι Μπου-κουραίοι κι οι Γουδαίοι ξανακάκιωσαν χειρότερα.

Ο Νικολάκης Γούδας ο επιλεγόμενος λόγω επαγγέλματος σιμιτζής, πήγαινε λουλούδια στο νεκροταφείο και την ξενυχτούσε κάθε βράδυ. Κοιμόταν πάνω στον τάφο. Οι φύλακες λυπήθηκαν, δεν το άντεχαν άλλο ούτε αυτοί, που είχαν δει τόσα και τόσα. Λίγο με το καλό λίγο με το ζόρι, ήρθε κι ο χωροφύλακας, τον διώξανε, τον ξεκολλήσανε.
      Ο Γούδας κατάλαβε, η Φόνη πάλι είχε φύγει, αλλά δεν ήξερε για που. Θα μπαρκάριζε να πάει να την βρει.

Εκείνη λοιπόν τη μέρα που είχε πιει πάρα πάνω, κατηφόριζε το δρόμο με τα μαγαζιά, κάτω ως την προβλήτα της Λίμνης, εκεί που θα περίμενε το μπάρκο.  Ήρθε ένα καΐκι, εκείνο με την άσπρη τέντα.  Ήταν άδειο όλοι είχαν φύγει. Είχε λίγο κυματάκι κι τιμονιέρα πηγαιερχόταν χωρίς λόγο.  Μπήκε μέσα κι άραξε.  Περίμενε το ταξίδι.
     Ο τουρκόγυφτος εκεί κοντά σε μια καρέκλα σταυροπόδι, αυτοσχεδίαζε επάνω στο «Ρούσσα Παπαδιά», «και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο».  Δάκρυσε τού’ρθε στο νου η Ρούσσα, η Παγόνα. Κάτι τον έγδαρε μέσα του, ―Αχ ρε Περσεφόνη, Ρούσσα και Ξανθή.
     Γύρισε την πλάτη του στη λίμνη κοίταξε την πόλη. Αυτό τον δρόμο τον είχε ανεβοκατεβεί χιλιάδες φορές, μα πρώτη φορά τον έβλεπε.  Κι η πόλη η γενέτειρά του τα Γιάννενα ήταν, αλλά δεν την γνώριζε.  Μόνο τον τουρκόγυφτο γνώριζε που τον έβλεπε για πρώτη φορά.

50                                                                                            
 Τότε ένιωσε ξανά εκείνη τη δαγκωματιά. Εκείνη που τον πρωτοδάγκωσε όταν έφυγε η Φόνη.  Ήταν εκείνο τ’αγρίμι που είχε μέσα του και που τώρα κατάφερε να βγει. Έπεσε. Εκεί ξαπλωμένος θυμήθηκε την Περσεφόνη, που άλλοτε την έλεγαν Μαγδαληνή κι άλλοτε Αναστασία.  Θυμήθηκε και τον εαυτό του που κάποτε τον έλεγαν Ευριπίδη κι άλλοτε Βάιο, ναι άκουσες Βάιο, τι όνομα κι αυτό. Όλα αυτά όμως ήταν τόσο αμυδρά, έκλεισαν τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε.

Εκεί στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων ο Νικολάκης Γούδας γνώρισε την Αναστασία. Μόλις τελείωσε πήγε φαντάρος κι ώσπου να γυρίσει, η Αναστασία αποφοίτησε κι αυτή. Παντρεύτηκαν. Θά’φευγαν για την Αθήνα, να πιάσουν δουλειά, μέχρι να βρουν το δρόμο τους. Θα έπαιρναν μαζί και την Αντωνία μάνα και θεία του.

Τους φώναξε η Αντωνία.  Κάθησαν στο τραπέζι.  Εγώ δε φεύγω τους είπε, που θ’αφήσω τους άλλους. Θά’μαι εδώ και θα’ρχόσαστε να μας βλέπετε όλους. Έβγαλε απ’το ντουλαπάκι ένα μικρό φάκελο. Μέσα ήταν το βιβλιάριο τραπέ-ζης κι ένα κλειδί. Το κλειδί του μαγαζιού.    

Το ξεκλείδωσε πάλι το μαγαζί ο Νικολάκης Γούδας και ήρθε μαζί του κι η Παγόνα, η όμορφη, η Αναστασία.

Μπήκαν μέσα. Και ήταν τώρα πια πάνω σ’αυτούς τι θ’ απογίνει στο τέλος.

51



6.                 ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Τελικά κατάφερε να οδηγήσει το κοπάδι μέσ’από θύελλες εκεί που ήταν προκαθορισμένο απ’τον θεό του.  Κάποιες γυναίκες, εκείνη τη χρονιά, αντί για πρόβατα γέννησαν λύ-κους κι ο χρυσός μόσχος ανέβηκε πάλι στο ύψος του θεού.   Ακούμπησε το χέρι του στο τείχος των δακρύων, καμιά απόκριση. Ένιωσε πως ο θεός του τον είχε ξεχάσει. 
     Θυμήθηκε τη Χέφσιμπαχ. Εκεί στην πλατεία της μικρής μας πόλης. ―Σ’αγαπώ περισσότερο απ’τον Χαΐμ, του είχε πει, όμως ο Χαΐμ με αγαπά αληθινά, θα ήταν άδικο να σε προτιμήσω.  Η δική σου καρδιά είναι από πέτρα.   
―Την καρδιά από πέτρα την κάνω κομμάτια για χάρη σου, της είχε απαντήσει.
―Θα γίνω δική σου, χωρίς κανένα άλλο όρο, αν εδώ μπροστά στον κόσμο τραγουδήσεις για χάρη μου ένα ερωτικό τραγούδι.
    Ο Σαμπεθάι Καμπηλής έκλεισε τα μάτια του και τραγούδησε μ’όλη τη δύναμη της ψυχής του ένα ρωμέικο ερωτικό τραγούδι.  Η φωνή του όμως δεν κατάφερε να σπάσει τις πόρτες της καρδιάς του. Όταν άνοιξε τα μάτια του η Χέφσιμπαχ είχε φύγει.

Πάλι εδώ τώρα, στη μικρή μας πόλη, την πόλη του γυρισμού, στη μικρή πλατεία της Συναγωγής το φανάρι ήταν σβηστό κι η πλατεία έρημη. Μόνο φωνές παιδιών ακούγονταν από άλλες κοντινές γειτονιές.  Φώναξε, Χαΐμ Χαΐμ. Το παράθυρο ήταν κλειστό, το σπίτι σκοτεινό.  Το μαγαζί κάτω, «κλειστό λόγω πένθους», έλεγε.
     Ήταν μόνος δεν είχε που να ζητήσει εξηγήσεις ούτε που ν’απολογηθεί. Τότε ήλθε στο νου ο Ζοζέφ Ελιγιά, ο αγαπημένος του.  ―Ραβί, έτσι τον έλεγε, το Ταλμούδ έχει αξία γιατί μπορεί να παίρνει κι άλλες εξηγήσεις.     Ο Σαμπεθάι Καμπηλής πρώτη φορά είχε σηκώσει τη φωνή στον αγαπημένο του το «παιδί του». ―Έχω καθήκον ξέρεις! τόνισε τις λέξεις δραματικά. Εσύ κι αυτός ο ξεμυαλισμένος ο Χαΐμ θα το σκορπίσετε «το κοπάδι».
     Ήταν τότε που ο θεός του είχε ζητήσει να θυσιάσει αυτόν, το παιδί της ψυχής του, τον αγαπημένο του.  Ο πόνος τον είχε λιγώσει, μα η αγάπη του θεού του τον είχε κρατήσει όρθιο, όπως πάντα.

52                                                                                                                                                                                              
Ο καιρός είχε χαλάσει, το πήγαινε για βροχή.  Σήκωσε το κεφάλι ψηλά.  «Θεός δεν υπάρχει» σκέφτηκε.  Ζαλίστηκε, προσπάθησε να κρατηθεί από κάπου, μολονότι γνώριζε πως δεν είχε πουθενά.  Έπεσε αργά θεατρικά σαν ψεύτικα. Το καπέλο του, φίνο μπορσαλίνο, κύλησε στα λασπόνερα.  Το μάγουλό του ακούμπησε στις υγρές πλάκες.  Δεν πονούσε πουθενά, ένοιωθε μια ξεκούραση μιαν ανακούφιση κι έναν ανάλαφρο ύπνο γλυκό να έρχεται. Μονάχα ο πόνος της ψυχής του.  Σκέφτηκε ότι αν ήθελε θά’κανε «μια έτσι» και θα σηκωνόταν πάλι, αλλά μάλλον δεν ήθελε ή δεν μπορούσε και δεν το ήξερε.
      Θυμήθηκε τη μητέρα του που τραγουδούσε εκείνο το θαυμάσιο γερμανικό τραγούδι «Το εμβατήριο της άνοιξης», όπου οι νέοι ροβολούσαν κάτω απ’τα μπαλκόνια των αγαπημένων τους, άλλος με τη σκούφια λεβέντικα στραβά και άλλος ριγμένη τσακίρικα πίσω.  Ήταν κι αυτός που δε φορούσε σκούφια, μα τα σγουρά του τα μαλλιά κυμάτιζαν στους ώμους και καθόταν κάτω απ’το μπαλκόνι της αγαπημένης του, που ήταν αυτή η μόνη που τον περιφρονούσε.

Γύρω μαζεύτηκαν παιδιά. Πρώτη φορά έβλεπαν μεθύστακα τόσο καλοντυμένο.  Ήθελε να τραγουδήσει για να μην τρομάξουν τα παιδιά.  Δυο φορές στη ζωή του χρειάστηκε να τραγουδήσει και δεν τού’βγαινε. Μόνο ύμνους είχε πει στο θεό του, εκεί απέναντι στη «Χάβρα», όπως έλεγαν τη Συναγωγή οι Ρωμιοί, που ήταν τώρα κλειστή.
    Το πρόσωπό του έγινε μάσκα πόνου, άρχισε να κλαίει τραγουδώντας. Το μόνο που τού’βγαινε ήταν «το εμβατήριο της άνοιξης» που αυτός ο ίδιος, χωρίς να θυμάται γιατί, το είχε ονομάσει «εμβατήριο της χαράς».
    Καθώς τα γερμανικά του έβγαιναν απ’το στόμα τσακισμένα από πόνο, τα παιδιά τρόμαξαν και σκόρπισαν εδώ κι εκεί.  Μόνον εκείνο το κοριτσάκι που του χάιδεψε το πυρω-
μένο μέτωπο και κατά λάθος το χεράκι της γλίστρησε και τού’κλεισε τα μάτια.

53
        Καθώς το εμβατήριο της χαράς τον έπαιρνε μαζί του, για μια στιγμή μόνο, είδε. Ναι ήταν η Χέφσιμπαχ.  Η εγγονή της αγαπημένης του Χέφσιμπαχ και του πιο αγαπημένου φίλου του, του Χαΐμ, που ήταν κι μεγαλύτερος εχθρός του.



54
                                                                                           
7.              Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΙ Ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Το σπίτι μας ήταν κτισμένο σε μια παλιά καρβουναποθήκη. Το μισό οικόπεδο ήταν καλυμμένο με ένα ξύλινο σκέπαστρο, που παλιά είχε κεραμίδια κι όταν η χρήση του σαν αποθήκη έπαψε, τα κεραμίδια αφαιρέθηκαν γι’άλλη χρήση. Στην άκρη του οικοπέδου υπήρχε μια θαυμάσια παράγκα, που πιθανόν χρησιμοποιείτο παλιά σαν γραφείο. Λέω θαυμάσια, αφού ήταν εσωτερικά πετσωμένη με τάβλες, το πάτωμα ήταν ξύλινο όπως και το ταβάνι,  στη στέγη είχε κεραμίδια και στους τοίχους παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και έλαμπε από πάστρα.  Στη μια γωνία είχε ένα παράθυρο που έβλεπε στην είσοδο του προσφυγικού συνοικισμού κι όπου πάντα κάποιος θα περνούσε και κάτι θα γινόταν.  Αυτή η παράγκα ήταν πάρα πολύ φροντισμένη μια που την κατοικούσαμε. Στο οικόπεδο ήταν χτισμένα δύο δωμάτια κι ένα αποχωρητήριο. Η κουζίνα ήταν ένας ανοικτός μπροστά χώρος κεραμοσκεπής με νεροχύτη και βρύση, όπου επίσης υπήρχε το ψυγείο, αυτό το ξύλινο ντουλάπι με τον πάγο.
     Ο χώρος του οικοπέδου που ήταν άκτιστος και περίσσευε, καλύπτονταν από μια μεγάλη κληματαριά. Μέσα στην αυλή, κάτω απ’την κληματαριά υπήρχε μικρός ξύλινος θάλαμος, που μέσα του ήταν το τηλέφωνο (κατάλοιπο από την καρβουναποθήκη). Στους πέτρινους τοίχους της μάντρας υπήρχαν κολλημένοι ξύλινοι πάγκοι για να κάθονται αυτοί που περίμεναν τηλέφωνο, αφού μπορεί να κατοικούσαν μακριά κι ήταν δύσκολο να ειδοποιηθούν ή ακόμα όταν περίμεναν τη σειρά τους να τηλεφωνήσουν.   Η γιαγιά μου κέρναγε καφέδες, έτσι που αν υπήρχε κάποιο μικρό διάφορο απ’τα τηλεφωνήματα έφευγε στον καφέ. Υπήρχε λοιπόν πάντα παρέα για συζήτηση, που η γιαγιά μου απολάμβανε, μια που το σπίτι της στη Σμύρνη, ήταν στον οικισμό του Χατζηφράγκου, όπου οι μονοκατοικίες από την πίσω πόρτα των σπιτιών περιέβαλλαν μια κεντρική αυλή όπου υπήρχε ένα σιτριβάνι.  Εκεί όπου κάθονταν οι γυναίκες και κουτσομπόλεβαν όπως ακριβώς στο σπίτι στα Πετράλωνα. Κάθε τόσο όμως πήγαινε σε μια γωνιά της αυλής, που είχε πάντα αναμμένη φωτιά κι έβραζε  εσώρουχα ή πιατικά με αλισίβα, να καταπολεμά τα μικρόβια. Η φυματίωση θέριζε εκείνο τον καιρό.

55
Το σπίτι μας λοιπόν ήταν ένα είδος κέντρου διερχομένων. Το ρεύμα των επισκεπτών που πέρναγε κάθε μέρα από κει, λόγω τηλεφώνου, ήταν ως επί το πλείστον πρόσφυγες Αττα-λιώτες. Τ’άλλο μεγάλο ρεύμα ήταν Χιώτες, απ’τα Καρδάμηλα. Συγγενείς απ’τη Χίο, αφού η γιαγιά μου ήταν Χιώτισσα που είχε παντρευτεί Σμυρνιό κι εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη. Αυτοί φιλοξενούντο στο σπίτι μας, όταν έφευγαν γι’Αμερική μετανάστες, όταν πήγαιναν σε γιατρούς στη Αθήνα ή όταν κάποιος γιος ή άντρας ναυτικός θα πέρναγε απ’τον Πειραιά κι οι δικοί του ήθελαν να τον δουν. Τα ταξίδια τότε κρατούσαν πολύ και τα πλοία έφευγαν αμέσως για κει που τα καλούσαν. Ένα πλοίο μπορεί να έκανε χρόνια να πιάσει Πειραιά κι ίσως σε δυο-τρεις μέρες να είχε φύγει. Αυτές οι επισκέψεις συνέβαιναν πολύ συχνά ίσως και δυο φορές το μήνα. Θα έφερναν ένα καλάθι με αμύγδαλα, καμιά κοπανιστή και καμιά μυτζήθρα ξερή, θα έτρωγαν και θα κοιμόντουσαν. Πήγαινα κι εγώ στη Χίο τα καλοκαίρια και με φιλοξενούσαν. Έτσι τους γνώριζα καλά και χαιρόμουν την παρέα τους.
     Όπως οι Κεφαλλονίτες έλεγαν ανέκδοτα που σατίριζαν τους εαυτούς τους. Ότι δηλαδή ήταν φοβητσιάρηδες, τσιγκούνηδες και προπάντων κουτοί. Άσε που ήταν φοβερά αθυρόστομοι, όπως οι παλιοί Αθηναίοι, κάτι που φαίνεται ότι ακολουθούσε από αρχαιοτάτων χρόνων τους Ίωνες.  ―«Έ ΠαπαΤσαπέλα έλα να σε φιλέψω χαλβά». «Έμαινε, το χαλβά να τον φας εσύ, τον τρώγουν οι πούστουδες». (διάλογος εφημέριου και πιστού)
     Λέγαν ότι οι Χιώτες ήταν πολύ βλάκες. Έβαλαν λοιπόν το χιώτη στο μπαούλο να τον στείλουν τηλεγραφικά στην Πόλη. Και τακ-τακ-τακ χτυπούσαν το μπαούλο στέλνοντάς τον μύνημα. Όταν άνοιξαν το μπαούλο, ο Χίωτης έκπληκτος λέει με θαυμασμό: ―Ήντα Χίος, ήντα Πόλις, να και του Μπαρμπαγιάννη ο καφενές.
     Έλεγαν επίσης για την δειλία τους, που ήταν σε συνδιασμό με την κουταμάρα: Πιάσαμε πόλεμο με τους Παλιοτούρκαλάδες, μπαμ εμείς κάτω εμείς, μπαμ οι παλιοτουρκαλάδες
κάτω εμείς. Πιάσαμ’έναν Τούρκο. ―Σκότωσέ τον βρέ Μανωλιό. ―Ήντα που, για φονιά μ’έκαμες βρε; ―Σκότωσέ τον βρε Γιαννιό. ―Για φονιά μ’έκαμες;  Μας κοιμίζει ο Παλιοτουρκαλάς και μας σφάζει και τους δυο.

56                                                                                          
     Αυτές οι ιστορίες μάλλον το αντίθετο έδειχναν γιατί οι Χιώτες ήταν σπινθηροβόλοι στο πνεύμα κι ανοιχτοχέρηδες στο μέτρο της φτώχειας των νησιών του Αιγαίου. Όσο για παλικάρια ήταν όλοι ναυτικοί, που τα υπερπόντια ταξίδια ήθελαν πολύ κουράγιο εκείνο τον καιρό.

Έτσι λοιπόν στο σπίτι μας οι Χιώτες συναντούσαν τους Ατταλιώτες και το καλαμπούρι πήγαινε κορδόνι.  Κι επειδή οι Χιώτες συνεχώς αυτοσαρκάζονταν, μπορούσαν να λένε ότι ήθελαν στους Ατταλιώτες, χωρίς να παρεξηγούνται.
     Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, βασανισμένοι και πικραμένοι, είχαν χάσει το χιούμορ τους κι επειδή δεν είχαν άλλο απ’τον εαυτό τους, παρεξηγούντο και τραβούσαν πολύ συχνά μαχαίρι για να προστατέψουν ό,τι θεωρούσαν τιμή τους.
         Επειδή ο κυβέρνηση εκείνη την εποχή ήθελε να ξεκαθαρίσει την “ανοησία” των δυο ημερολογίων, όπως είχε ξακαθαρίσει τους ναούς απ’τις αναχρονιστικές βυζαντινές αγιο-γραφίες και τις είχε αντικαταστήσει με ευρωπαΐζουσες, είχε απαγορεύσει να λειτουργούν οι παλαιοημερολογίτες, κλείνοντας τους ναούς τους.  Οι Χιώτες κι Ατταλιώτες είχαν κοινό ότι ήταν παλιομερολογίτες αφού ακολουθούσαν το ημερολόγιο του Πατριαρχείου. Έβρισκαν λοιπόν πάρα πολλές φορές στο σπίτι μας τον πατέρα Αντώνιο, που ήταν μακρινός συγγενής της γιαγιάς μου. Επειδή λοιπόν στο σπίτι μαζεύονταν παλιομερολογίτες ερχόταν ιερουργούσε κι έβλεπε το ποίμνιο της περιοχής.  Όταν τελείωνε τη λειτουργία κλεινόταν σ’ένα δωμάτιο όπου κάποιοι έμπαιναν, εξομολογούντο, κοινωνούσαν και όποιοι είχαν περίσσεμα άφηναν κάτι. Π.χ. ένα μήλο λίγες φακές, φασόλια κάποιο ρουχαλάκι παιδιού που δεν του χωρούσε πια, τέτοια πράματα, ποτέ λεφτά, γιατί ο Πατήρ Αντώνιος δεν άγγιζε ποτέ χρήματα ήταν διαβολικά κι έτσι δεν έμπαινε ούτε σε λεωφορείο, πήγαινε παντού με τα πόδια. Κάποιοι λοιπόν έμπαιναν αφήνοντας κάτι και άλλοι έβγαιναν παίρνοντας κάτι. Αυτό δεν έσωνε βέβαια τα πράγματα της φτώχειας του προσφυγικού συνοικισμού, αλλά ήταν κάτι συμβολικό, κάτι που έδενε τους κοινωνούς όλης αυτής της ιερής πρακτικής.

57
      Έτρωγε ένα λιτό φαγητό σ’ένα μικρό πιάτο με μια φέτα ψωμί, ποτέ κρέας, πλενόταν στη σκάφη, του έπλενε η γιαγιά μου τη δεύτερή του αλλαξιά. Χτένιζε τα μαλλιά του με μια χτένα περίεργη παλιακιά που είχε κι απ’τις δυο μεριές δόντια και την οποία του φύλαγε η γιαγιά μου αφού εκεί θα ξαναπλενόταν και θα χτενιζόταν. Όταν τελείωνε, με φώναζε κάπως αυταρχικά με έναν αστείο τρόπο. Μου ζήταγε ένα ποτήρι νερό και όταν του το έφερνα, μου έδινε ένα βιβλίο με ψαλμούς να διαβάσω μεγαλόφωνα για ν’ακούει. Μετά από μερικές σειρές ανάγνωσης, με σταματούσε και μου έλεγε: τώρα άκου. Τότε μ’αφορμή κάποια πρόταση ή ακόμα και κάποια λέξη, ξεκινούσε έναν αργό μονόλογο κάτι σαν παραμιλητό, για το νόημα των λέξεων ή για τις έννοιες που είναι ιερές και τελειώνοντας, έπινε το νερό που του είχα φέρει με μεγάλη ευχαρίστηση, δίνοντας μεγάλη σημασία στην πόση του νερού. Τα πιο ωραία πράγματα είναι τζάμπα μου έλεγε, ο αέρας, το νερό, η σκέψη. Και συμβαίνει αυτό το παράδοξο. Νερό κι αέρα μπορείς να πίνεις και ν’αναπνέεις όσο ορίζει η φύση, όχι πάρα πάνω. Να σκέφτεσαι όμως είναι θεϊκό κι έτσι δεν έχει κανένα όριο. Να φαντάζεσαι λοιπόν και να σκέφτεσαι όσο θέλεις μην το ξεχνάς.
    Ο Πατήρ-Αντώνιος ήταν ένα παράδοξο άτομο. Ο πατέρας του ήταν Χιώτης που είχε μπαρκάρει και τό’σκασε στην Αργεντινή. Εκεί γνώρισε τη γυναίκα του. Αυτή ήταν ένα νεαρό κορίτσι ορφανό που ζούσε σ’ένα τσίρκο κάνοντας μικροακροβατικά ή διάφορες φιγούρες, ώσπου να ξεκινήσει το αληθινό πρόγραμμα. Μαγεύτηκε απ’τη ζωή των σαλτιμπάγκων και χώθηκε στο μπουλούκι κάνοντας διάφορες δουλείες εδώ κι εκεί. Εκεί γεννήθηκε ο μικρός Αντώνης κι όταν η γρίπη του πήρε τους γονείς τον υιοθέτησε ένας ακροβάτης Έλληνας της διασποράς απ’τη Σμύρνη ή την Αλεξάνδρεια.  Αυτός ήταν ένας λόγιος, που πέρασε στο Αντώνιο την αγάπη για την ελληνική γλώσσα και τη γραμματεία.
    Ο Αντώνιος γύρισε στην Αθήνα όταν είχε ξεσπάσει ο εμφύλιος και ξατετάγει στον εθκικό στρατό εκεί διαπίστωσε ότι πολλές φορές οι «άθεοι» ήταν πιο πιστοί απ’τους πιστούς και οι πιστοί ήταν πιο άθεοι από τους άθεους.  Έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο του θεού 

58
και να γίνει διάκος. Διαπίστωσε ότι πολλοί παπάδες ήταν πιο άπιστοι απ’τους άπιστους κι ότι η εκκλησία έμοιαζε με ένα είδος στρατώνα που η υπακοή ήταν το ανώτατο καθήκον, άσχετα αν ήταν δίκαιο ή άδικο.  Όταν λοιπόν απογοητεύτηκε, προσχώρησε στην «αίρεση των παλιοημερολογιτών».
     Αυτός ήταν ο Αντώνιος ο Χιώτης, ο άλλος ήταν ο Αντώνης ο Μικρασιάτης. Κατοικούσε στον προσφυγικό συνοικισμό κι ήταν ασπριτζής και στεγανωτής ταρατσών.
     Οι ταράτσες τότε, επειδή το μπετό έπεφτε με το τενεκέ έτρεχαν. Δηλαδή όταν έπρεπε να πέσουν μπετά, ο έργολάβος έβρισκε το Μαγκλή, που ήταν ο αστυφύλακας της γειτονιάς για τσίλιες. Ο Μαγκλής ήταν ένας “λαϊκός” αστυφύλακας και φίλος του κόσμου της γειτονιάς, τις τσίλιες κρατούσε αφού σε κανένα σπίτι δεν υπήρχε τότε άδεια οικοδομής. Και μη νομίζεται ότι ο Μαγκλής έπαιρνε πάντα τη χρυσή λύρα που δικαιούτο για τις τσίλιες, αφού πάρα πολλές φορές όταν υπήρχε φτώχεια δεν έπαιρνε τίποτα.
     Ακόμα μια που μιλάμε γι’αστυνόμους της γειτονιάς δεν πρέπει να ξεχάσουμε τον Κικίλια. Αυτός ήταν απόμακρος χωρίς πολλές παρτίδες με τον κόσμο. Είχε μια ευγενική σύζυγο και δυο θαυμάσια παιδιά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Σε’ποχές τρόμου όμως, που όλοι διψούσαν για αίμα, όταν συνέλαβαν ένα παλικαρόπουλο είκοσι ετών, τον Κώστα Παπαδάκη στη θέση του εκτελεστή της ΟΠΛΑ Πλάτωνα να τον εκτελέσουν, ο Κικίλιας πήγε μάρτυρας υπεράσπισης. Βεβαίωσε ότι δεν ήταν αυτός ο Πλάτων. Έτσι ο Κώστας γλίτωσε την εκτέλεση, αλλά πήγε στη Μακρόννησο.

59
   Φώναζε λοιπόν ο εργολάβος καμιά δεκαριά εργάτες που «έσπαγαν μπετό» με το φτυάρι και γέμιζαν τενεκέδες, όπου καμιά τριανταριά εργάτες οι λεγόμενοι μπετατζήδες, έριχναν τους τενεκέδες στον ώμο και τρέχοντας στη σειρά ο ένας μετά τον άλλον, ανέβαιναν από μια σκαλωσιά, άδειαζαν το μπετό κατεβαίνοντας από μια άλλη για να ξαναγεμίζουν και να ξανανέβουν· το λεγόμενο ”ρολόι”.  Το μπετό, άπλωναν με τις τσάπες τέσσερις πέντε τεχνίτες και στο τέλος, ο ίδιος ο μάστορης, ο εργολάβος, που είχε όλη την ευθύνη απέναντι στον πελάτη, μ’ένα μαδεράκι, μια τάβλα, έστρωνε το μπετό. Οι λεγόμενοι μπετατζίδες ήταν κάτι σαν «ράμπο» της δουλειάς.  Ήταν άνθρωποι με φοβερές σωματικές ικανότητες. Βέβαια όλοι, χτίστες, σωβατζήδες και μπετατζήδες ήταν πρόσφυγες, κλειστό επάγγελμα γιατί από κεί ζούσε η προσφυγιά.   (Υπήρχε βέβαια και το πλανόδιο εμπόριο. Ένα τόπι στον ώμο, το τεφτέρι και τις δόσεις στις γειτονιές).
     Το χαρμάνι της πλάκας δεν ήταν ποτέ δυνατόν με τις συνθήκες αυτές να μην τρέχει, έτσι κοντά στο τέλος του καλοκαιριού, για να έχει στεγνώσει καλά το μπετό,  έπρεπε να
περαστεί κατράμι. Ο Αντώνης πέρναγε τις πλάκες κατράμι. Αυτό θεωρείτο πολύ σοβαρό επάγγελμα αφού αφορούσε την κατοικία.  Είχε λοιπόν κι αυτός τους δικούς του, που ήταν όλοι τους μακροννησιώτες ή «χαραχτηρισμένοι» απ’την ασφάλεια αριστεροί. Αυτοί δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά, παρά μόνο σε τέτοια βαριά επαγγέλματα κι επειδή οι πιο πολλοί, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, δεν ήταν δα και αρκετά ικανοί σ’αυτά, ήταν περαστικοί μέχρι να βρουν κάτι άλλο πιο κατάλληλο. Πήγαινε ο ιδιοκτήτης στο καφενείο του Βαλέκα, το προσφυγικό, που σύχναζαν οι μαστόροι, κι έβρισκε τον Αντώνη. Ο Αντώνης κέρναγε καφέ. Ποτέ δεν πλήρωνε τον καφετζή, γιατί κι αυτός δεν έπιανε λεφτά στα χέρια του. Τον καφετζή τον πλήρωνε το κόμμα μ’ένα μόνιμο μηνιάτικο άσχετα απ’τους καφέδες που κερνούσε.  Ο Αντώνης αφού άνοιγε μια ήπια πολιτική συζήτηση με τον ιδιοκτήτη, για να κάνει το καθήκον του, αφού απώτερος σκοπός δεν ήταν το επάγγελμα αλλά η διάδοση της ιδεολογίας, έλεγε για το Κεφάλαιο, τους εργάτες, την εκμετάλλευση και κατέληγε: Πάρε τρεις-τέσσερις τενεκέδες πίσσα κι αύριο πρωί πρωί αρχίζουμε. Η πληρωμή δε γινόταν με λεφτά, εκτός αν επέμενε ο ιδιοκτήτης και τα λεφτά αυτά πηγαίναν κατευθείαν στους φτωχούς του συνοικισμού.  Γενικά  η πληρωμή  γινόταν με φαΐ.
     Θά’πιναν καφέ με λίγο γάλα και ψωμί κι όταν τέλειωναν θά’τρωγαν ένα πιάτο φαί.

60                                                                                          
Επίσης μέσ’τους όρους του, ήταν και το φαί όταν δεν είχε δουλειά. Αλλά έτσι κι αλλιώς ο Αντώνης, όταν πείναγε περνούσε από φιλικά σπίτια, που σχεδόν όλα ήταν φιλικά, καθόταν στο τραπέζι κι έτρωγε συνοδευόμενος από κάποιον δικό του, πάντα ένα μικρό λιτό πιάτο με μια φέτα ψωμί.
     Ο Αντώνης ήταν πολύ συχνά σπίτι μας λόγω τηλεφώνου, όταν περίμενε εντολές «από πάνω», όπως έλεγε ο κόσμος για τα γραφεία του κόμματος. Κάποια κινητοποίηση σε επί-πεδο γειτονιάς ή κάποια διαμαρτυρία· είχε στέκι το καφενείο και το τηλέφωνο. Καθόταν μέσ’στον τηλεφωνικό θάλαμο, έπινε τον καφέ που τού’φτιαχνε η γιαγιά μου και κάπνιζε.
     Όταν ήταν ο Αντώνης στο θάλαμο όλοι έφευγαν, αφού για να κάθεται ο Αντώνης στο θάλαμο είχε πολύ σοβαρό λόγο. Μόνον εγώ πήγαινα εκεί και μού’λεγε για τους φτωχούς που τους περιφρονούν όλοι γιατί είναι κουρελήδες, για τους πλούσιους που είναι φαταούλιδες κι άδικοι, για τα παιδιά που πεινάνε και τέτοια κουμουνιστικά. 
―ΚυρΑντώνη του λέω μια φορά, τα ίδια λέει και ο Πατήρ-Αντώνιος.  Αυτός στην αρχή σάστισε, πήρε ύφος σοβαρό κι άρχισε να λέει για τους κεφαλαιοκράτες που είναι σύμμαχοι με την εκκλησία, για τον πλούτο της Εκκλησίας κι άλλα τέτοια που δεν πολυκαταλάβαινα, γιατί είχαν και λέξεις ακαταλαβίστικες. Ξαφνικά σταμάτησε με κοίταξε και χαμογέλασε, το μελαχρινό του πρόσωπο, το ανατολίτικο, με τα ολόλευκα δόντια τα ολόμαυρα μάτια και τα μεγάλα μήλα. Ο κόσμος φώτισε. Αυτός ο άνθρωπος, άλλοτε αυστηρός, άλλοτε οργισμένος, άλλοτε δραστήριος, όμως όλες αυτές ήταν μάσκες, το αληθινό του πρόσωπο ήταν αυτό το χαμόγελο, που έβγαινε χωρίς συναλλαγή και σ’έπειθε χωρίς την ανάγκη επιχειρημάτων. Μετά πάλι σοβάρεψε. ―Ο πατήρ Αντώνιος είναι καλός αλλά κάνει κακό.  Στη ζωή θα μάθεις ότι σχεδόν όσους αγαπάμε δε μας αγαπούν και σχεδόν όσοι μας αγαπούν δεν τους αγαπάμε, αλλά έτσι είναι ο κόσμος μας και πάμε μαζί του. Εγώ πέρα από αγάπες και μίση αποφάσισα να υπηρετώ το κόμμα.

61
     Ο Αντώνης παλιά ήταν στην ΟΠΛΑ, οργάνωση που θεωρείτο η πιο σκληρή ομάδα του ΚΚΕ, εκεί ανήκαν κι οι εκτελεστές, όπως ο Πλάτων ένας κοντός ξανθός με ανέκφραστα μάτια που ποτέ δε μιλούσε, μόνον άκουγε.  Λέγεται πως με το πλακέ πιστόλι του δε λάθευε ποτέ.  Κι Αντώνης τι ήθελε εκεί; και πως τον θεωρούσαν άγιο;
     Οι μάχες με τους Χίτες στο Φιλοπάππου ήταν αρκετές. Το Φιλοπάππου άλλαζε συνεχώς χέρια. Όταν μαζί μ’άλλα τμήματα η Κατερίνα Σερέτη με την ομάδα της, επετέθει στο Θ΄, οι μάχες στο Φιλοπάππου είχαν κοπάσει, αυτή μπροστά μ’ένα “στεν” στο χέρι φορώντας μια σχεδόν κουρελιασμένη ιταλική χλαίνη, μπαρολέ μαύρες κάλτσες και πάνω από αυτές χοντρές στρατιωτικές, λάφυρα απ’τους ιταλούς.
     Φορούσε μαύρη μαντίλα τυλιγμένη σφιχτά στο κεφάλι αφού πενθούσε την πατρίδα πού’ταν σκλαβωμένη. Οι άλλοι πίσω της, αυτομόλοι του εθνικού στρατού με τα όπλα τους, κάποιοι μαχητές του ΕΛΑΣ, ο Νικολής ο κουτσός με την πατερίτσα τη σπάθα και τις ιταλικές χειροβομβίδες στη ζώνη, ο Καράμπουρνους με τα μαχαίρια και η ομάδα του, παιδιά απ’την επαρχία, με κοντάρια που είχαν στη άκρη δεμένες ακονισμένες στρατιωτικές λόγχες. Ο Πίτσιρικ, ο Γιάννος, ο Στραβοκάνης, ο Φωκίων, ο Μάτολο κι άλλα, αλητάκια που οι σφεντόνες τους είχαν αποδειχθεί φοβερά όπλα και που τα χειρίζονταν με μαεστρία εκτοξεύοντας σιδερένιες μπίλιες και μολύβι.  Αθόρυβα κι ακριβή που χτυπούσαν τους φρουρούς, χωρίς να πάρει κανείς χαμπάρι. Είχαν κατέβει με προφυλάξεις απ’το Φιλοπάππου, πέρασαν χαράματα την Ακάμαντος κι αιφνιδίασαν τους φρουρούς του Θ΄, μια που κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αφού η «μάχη» τότε κυρίως εξελίσσετο γύρω απ’το στρατόπεδο Χωροφυλακής, το λεγόμενο Σύνταγμα Μακρυγιάννη. Το Θ΄έπεσε κι οι πρόσφυγες που ακολουθούσαν μπήκαν στα σπίτια των μαυραγοριτών και τα λεηλάτησαν. Φασόλια, φακιές, λάδια, σταφίδα, αλεύρι, υφάσματα, ρούχα, φορτώθηκαν σε κάρα και τα μοίρασαν στο λαό στην πλατεία Σπύρου Μερκούρη.
    Οι αστυνομικοί που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, αμέσως θεωρήθηκαν Χίτες,  αφού το θ΄του Θησείου  ήταν η έδρα τους. Οι αληθινοί Χίτες όμως είχαν φύγει προπολλού.

62                                                                                           
    Τους έδεσαν με σχοινιά και τους οδήγησαν απ’το Θησείο μέσα απ’την Καλλισθένους στην Πλατεία Μερκούρη, ανάμεσα στον κόσμο που είχε βγεί να τους δεί. Κάποιοι που χάσαν δικούς τους απ’τους Χίτες, τους έφτυναν και τους απειλούσαν.  Ο Μήτσος Καρατάσσογλου βγήκε απ’το μπακάλικό του Καλλισθένους και Κυδαντιδών, κρατώντας επιδεικτικά μια καρφίτσα, από αυτές πού’βαζαν οι κυρίες στα καπέλα τους. Όρμηξε τάχα οργισμένος και κάρφωνε μ’αυτή τους αστυφύλακες, που αν και τρομαγμένοι κρατούσαν ένα επίπεδο αξιοπρέπειας, πονούσαν μα δεν μιλούσαν. Τον είδε ο Αντώνης, τον άρπαξε απ’το γιακά και του άστραψε δυο δυνατά χαστούκια: “τσακίσου αλήτη”. Και σχεδόν μονολογώντας σιγότερα είπε: αυτοί μπορεί να χάσουν τη ζωή τους. Ας τη χάσουν με αξιοπρέπεια.
    Τους δίκασαν εις θάνατον και τους οδήγησαν στις τρεις γέφυρες. Ο Αντώνης “οργισμένος” άρπαξε το Νικολάκη Σφυρόερα ένα ορφανό δεκάξι χρονών που νταραβεριζόταν με τους ασφαλίτες για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του απ’τους αντάρτες. ―Αυτός είναι δικός μου, εγώ θα τον καθαρίσω, είπε.  Τον πήγε πιο κάτω να μην τους βλέπουν και τού’δωσε δυο φάπες στο σβέρκο. ―Πάγαινε στη μάνα σου ρε κωλόπαιδο μην πάει κα’νας άλλος του είπε.

Έναν δεκαπενταύγουστο έγινε το αναπάντεχο. Είχε τελειώσει η λειτουργία κι ο κόσμος είχε φύγει.  Ο πατήρ Αντώνιος που σπάνια έπινε καφέ, καθόταν και τον «απολάμβανε» μην μπορώντας ν’αρνηθεί, αφού σχεδόν πιεστικά του τον είχε προσφέρει η γιαγιά μου, που τον θεωρούσε καλύτερο τρατάρισμα. Εκεί λοιπόν που ο Πατήρ Αντώνιος είχε κάτσει να διαλογιστεί, δηλαδή να παραδοθεί σ’εκείνο το παραλήρημα των εννοιών και των λέξεων, μπαίνει κι ο Αντώνης.  Οι δυο Αντώνιδες μαζί βρέθηκαν σε κάποια αμηχανία, αλλά γρήγορα το ξεπέρασαν.
―Την ευχή σου πάτερ είπε πρώτος ο Αντώνης, με αγάπη μα χωρίς το σεβασμό και την κατάνυξη που ένιωθαν οι πιστοί. ―Κάτσε Αντώνιε, του απάντησε ο άλλος, τραβώντας μια καρέκλα και αστειευόμενος έκανε φιλική υπόκλιση.

63
    Ο Πατήρ Αντώνιος ξαφνικά έπαψε να είναι ένας άγιος κι ο Αντώνης έπαψε να είναι ο κομισάριος, που δεν έλεγε τίποτα δικό του, αλλά εκπροσωπούσε άλλους (λέγοντας πάντα «εμείς νομίζουμε αυτό ή εκείνο», ποτέ «εγώ»).
     Άνοιξαν μια συζήτηση αόριστη, αφού δεν ήθελαν να διαφωνήσουν και να πικράνουν τον άλλον. Κάποια στιγμή ο Πατήρ Αντώνιος λέει στον Αντώνη: δεν έχω τίποτα να σε φιλέψω, από λίγο κρασί και λίγο ψωμί.  Έφερε το δισκοπότηρο και τον άρτο, βούτηξαν μαζί  κι έφαγαν.  Όταν τελείωσαν του είπε σοβαρά: αυτό ήταν το σώμα και το αίμα του Χριστού, πρέπει να πίνω όλο όσο περισσεύει και συ με βοήθησες και μετάλαβες κιόλας.
     Ο παπάς χαμογέλασε πονηρά-συνωμοτικά.  Ο Αντώνης αστειευόμενος του είπε πως δεν έκανε καλά κι ότι αυτό ήταν θρησκευτικό ατόπημα.―Εγώ ούτε νήστεψα ούτε εξομολογήθηκα. ―Δεν είναι έτσι απάντησε ο Πατήρ Αντώνιος. Εσύ μιαν ολόκληρη ζωή, ξέρω καλά ότι νηστεύεις κι όλη αυτή την ώρα κάναμε αμφότεροι μιαν εκ βαθέων εξομολόγηση μπροστά σ’αυτό το παιδί.  Κι έδειξε εμένα. ―Ναι ωραία, αλλά γνωρίζεις ότι είμαι συνειδητά άθεος.
     Ο Πατήρ Αντώνιος κούνησε με θλίψη το κεφάλι του. Το ξέρω: αυτούς που αγαπά περισσότερο ο θεός, δεν τον αγαπούν, αλλά αυτός ελπίζει. Εξάλλου προτιμά αυτούς που κάνουν το θέλημά του χωρίς να πιστεύουν, απ’αυτούς που πιστεύουν και τον προδίδουν.
     Τα μάτια του σκοτείνιασαν σώπασε, κοίταξε πάλι στο βάθος του σκοτεινού δωματίου κι άρχισε τους αόριστους χρησμούς, έχασε πάλι την επαφή με την πραγματικότητα: Αντώνιος, Αδωνάι, Ιοβάκχος, Γιαχβέ, Διόνυσος· ο αιώνια θνήσκων.  Άρτος και οίνος, agnous dei, αμνός του θεού.

Ο Πατήρ Αντώνιος χάθηκε. Είπαν πως πήγε να ιδιωτεύσει σε σκήτη στο Σινά κι ότι ζούσε πολλές μέρες στην έρημο για να ξεδιαλύνει τις έννοιες, που όσο περνούσε ο καιρός αντί να φωτίζονται συγχέονταν.  Άλλοι είπαν πως κλείστηκε σ’ένα ασκηταριό στο Άγιον Όρος μα όταν τον αναζήτησαν δεν τον ξαναβρήκαν ποτέ. Άλλοι είπαν πως ήταν συγχρόνως στο Άγιο Όρος και στο Όρος Σινά, ―είπαν για θαύμα.  Η αρχιεπισκοπή έδωσε εντολή να σταματήσει αυτή η συζήτηση για κάποιον που ούτε καν γνώριζαν αν αληθινά υπάρχει.

64                                                                                            
    Ο Αντώνης δε σκοτώθηκε σε μάχη, ούτε πέθανε στη φυλακή, όπως οι περισσότεροι φίλοι του, έζησε σέρνοντας τον καρκίνο ως το τέλος, βλέποντας  την πορεία  του κινήματος
να φθίνει. ―Αιώνια θνήσκων―. Μια μέρα του 92 τον είδα,  Τρώων και Κυδαντιδών, στο σταυροδρόμι των καφενείων να πουλάει Ριζοσπάστη.  Φορούσε το κόκκινο γαρύφαλο του Μπελογιάννη στο πέτο σχεδόν ξερό, ξεχασμένο.  Με διέταξε να φυλάω το πόστο μέχρι που νά’ρθει γιατί είχε δουλειά. Και φυσικά το θεώρησα τιμή μου. Αυτός είχε αράξει κάπου συζητώντας άρες-μάρες. Όταν γύρισε του έκανα αστείο τάχα θυμωμένος. ―Άντε μ’έβαλες να πουλάω Ριζοσπάστη.  (Είχαμε μιλήσει πολλές φορές για τις άλλες απόψεις, δηλαδή για τις καταγγελίες περί ρεφορμισμού και γραφειοκρατίας κ.λπ). Σοβάρεψε, μου είπε: αν όλοι οι τίμιοι άνθρωποι είχαν μείνει στο κόμμα τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. ―Η θέση σου είναι εδώ, αν είσαι τίμιος άνθρωπος. Έριξε τη μάσκα της σοβαρότητας και φόρεσε αυτό το χαμόγελο, που ήταν το αληθινό του πρόσωπο. Ο άνθρωπος αυτός χαμογελούσε ακόμα.  Στο πρόσωπό του πέρασε όλη η χαμένη γενιά η μυθική, που ήταν και η τραγωδία του καιρού μας.  Σκέφτηκα, ότι αν πρέπει να ξαναρχίσουμε από κάπου, ίσως από κει πρέπει να ξαναρχίσουμε. 
                      ―Απ’αυτό το χαμόγελο.
Θυμήθηκα τους σύγχρονους πολιτικούς αναλυτές, τους “οικονομικούς ρεαλιστές” και συμβιβαστές, τους λέκτορες, πρώην μαρξιστές, που γυρίζουν από συγκέντρωση σε συγκέντρωση, έχοντας μετατρέψει τον διασυρμό του εαυτού τους και της ιδεολογίας τους σ’επιστήμη και επάγγελμα.
        Ναι αν ξαναρχίσουμε, πρέπει απ’αυτό το χαμόγελο να ξαναρχίσουμε.
Τον Αύγουστο του 2000 γύρισε απ’την Αμερική ο κ. Νίκος Σφυρόερας καθηγητής του ΜΙΤ, έψαξε για τον Αντώνη το φίλο του στα καφενεία.    Δεν τον βρήκε.

65.


8.                         ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Στο σταυροδρόμι ήταν τα καφενεία και ήταν δύο διαγωνίως απέναντι, κι ακριβώς αντίθετα στις άλλες δυο γωνίες ήταν οι ταβέρνες. Δηλαδή η μία, του Οικονόμου, ήταν εστιατόριο και στην απέναντι γωνία, κάτω απ’το ψιλικατζίδικο του Λάμπη στο υπόγειο, ήταν η ταβέρνα του Πανόπουλου. Αυτή ήταν αληθινή ταβέρνα κάτι σαν κουτούκι, αφού εκεί δεν πήγαιναν για φαΐ αλλά για κρασί.  Το υπόγειο ήταν γεμάτο βαρέλια σε ειδικά ξύλινα στηρίγματα κι από κάτω, τραπεζάκια και ψάθινες καρέκλες.  Το κρασί ήταν μόνο ρετσίνα κι ο μεζές ρέγκα, τσίρος και σπάνια γαύρος ή μαρίδα τηγανιτά, όχι για χόρταση αλλά για να ομορφαίνει το κρασί.
      Η ταβέρνα του Οικονόμου, άνοιγε νωρίς για να ετοιμαστούν τα φαγητά του μεσημεριού. Όλοι οι εργένηδες κι οι μοναχικοί θα τρώγανε εκεί. Ο Οικονόμου που αυτός ίδιος είχε ετοιμάσει το φαΐ θα το σερβίριζε κιόλας. Δεν ήταν δα και πάρα πολύ μεγάλη η πελατεία.   Βοηθό είχε το Γιώργο το Λώλο, που ήταν χαζός κι ήταν αυτός που έφερνε κρασί και νερό ή καμιά έχτρα σαλάτα και τέλος έπαιρνε τα πιάτα απ’τα τραπέζια σκούπιζε το μαγαζί και βοήθαγε στο πλύσιμο των πιάτων. Θα έκλειναν δυο ώρες για μεσημεριανό ύπνο και μετά άντε φτου κι απ’την αρχή για τη βραδινή βάρδια. Το μαγαζί δεν έμεν’ανοικτό ποτέ αργότερα απ’τις δώδεκα το βράδυ και νωρίτερα απ’τις δώδεκα το μεσημέρι.  Το απόγευμα ερχόταν κι ο Αποστόλης με την κιθάρα του και τραγουδούσε. Στην ταβέρνα τον έφερνε η μάνα του γιατί ή-ταν σχεδόν τυφλός, δηλαδή διέκρινε φιγούρες και σκιές όχι όμως φυσιογνωμίες. Το βράδι περνούσε πάλι η μάνα του και τον έπαιρνε. Εκεί θά’τρωγε καί θά’βγαινε κάποιο μεροκάματο απ’τα μπορμπουάρ.
     Τα καφενεία, ήταν του Κόλια και λοξά απέναντι του Βαλέκα. Το πρώτο, υποτίθεται πως ήταν για Αθηναίους ενώ το δεύτερο, για πρόσφυγες κυρίως Ατταλιώτες. Έγινε όμως έτσι, που στου Κόλια πήγαιναν όλοι οι επαρχιώτες, αφού τα Πετράλωνα είχε γίνει κάτι σαν παροικία τους. Οι περισσότεροι ήταν ψαραγορίτες, απ’την ορεινή περιοχή της Στυμφαλίας ενώ στου Βαλέκα οι πρόσφυγες δεύτερης γενιάς που φυσικά ήταν οι Αθηναίοι.

66
Βέβαια κανείς δεν απαγόρευε σε κάποιον να πάει στο ένα ή το άλλο καφενείο, αλλά ήταν άγραφος νόμος και για ένα λόγο πάρα πάνω, που στου Βαλέκα οι πρόσφυγες το είχαν κάνει στέκι της μαστοράνζας κι όποιος ήθελε μάστορη εκεί θα πήγαινε.  Ακόμα στο προσφυγικό καφενείο οι άνθρωποι είχαν αγριέψει λόγω φτώχιας και προσφυγιάς και πολύ συχνά γίνονταν καβγάδες που κατέληγαν σε μαχαιρώματα.
    Στα καφενεία γυναίκες δεν πήγαιναν κι αν πήγαινε κάποια θά’ταν πολύ περπατημένη ή πολύ μάγκισσα, σαν τη Γιώτα τη Βολιώτισσα που έμπαινε στο καφενείο κι όλοι κάναν στη μπάντα.  Λέγονταν χίλια δυο γι’αυτήν, δηλαδή ό,τι λέγαν και για τη Βούλα που πήγαινε στο καφενείο αργά και κάπου με κα’ναν άντρα. Όμως όταν έλεγαν για τη Βούλα ότι αλλάζει τους άντρες σαν τα πουκάμισα, παίρναν ένα ύφος αποχαύνωσης πονηρό άνοιγαν βατριανασαίνοντας προσποιητά το στόμα τους κι έκαναν ρυθμικά το πρόστυχο σχήμα με το δάχτυλό τους. Όταν όμως έλεγαν τα ίδια για τη Γιώτα παίρναν ένα ύφος σοβαρό, θαυμασμού κι άλλοι αααχ αναστέναζαν κιόλας. Αυτό γιατί η Γιώτα σ’όλες τις κουβέντες, απ’τη μπάλλα ως τα πολιτικά, ήταν μέσα. Ακόμα θα τη ρωτούσαν αν ήθελαν και για τα αισθηματικά τους.
      Η Γιώτα άνοιγε το Σαντέ χωρίς φίλτρο, νομίζω πως τσιγάρα με φίλτρο δεν υπήρχαν τότε, το χτύπαγε στο πακέτο ιεροτελεστικά, το έβαζε στο στόμα, και σχεδόν αμέσως κάποιος της το άναβε. Άπλωνε το σώμα της πάνω στην καρέκλα έτσι που η καρέκλα έγερνε και στεκόταν στα πίσω πόδια και τεντωνόταν κάπως σαν νωχελικά, έγερνε το κεφάλι και τα καστανοκόκκινα μαλλιά της τρέχανε πίσω. Τ’ολόασπρο πρόσωπό της έπαιρνε μιαν έκφραση σοβαρή, λίγο περιφρονητική κι έλεγε: ο Παπάγος είναι τσανακογλείφτης των Εγγλέζων και δεν είχε δεύτερη κουβέντα, ούτε γιατί ούτε πως. Ακόμα κι ο Κώστας ο «χωροφύλακας» λούφαζε, δεν έλεγε τίποτα. Βέβαια αν ήθελε μπορούσε να παρέμβει και να της κάνει τη ζημιά ή να βάλει και να την καλέσουν στο Θ΄ ν’απολογηθεί, όμως υπήρχε πάντα ο άγραφος νόμος του καφενείου για τη συμπεριφορά των θαμώνων που δεν επέτρεπε μπαμπεσιές. Ο χωροφύλακας είχε καταχτήσει

67
το επίπεδο κοινής αποδοχής κι αν φερόταν σκάρτα θα τα έχανε όλα. Άλλωστε η Γιώτα είχε καταφέρει να έχει ένα προβάδισμα στο καφενείο, ήταν αποδεκτή κι επιθυμητή έτσι ακριβώς όπως ήταν κι έπρεπε να «παίξει» με τους δικούς της όρους.   Άσε που εις βάρος του υπήρχε κι η ζημιά που είχε κάνει με την συμπεριφορά του στο Φώτη, τον Φωτ-φωτ, και τον χάσανε απ’την παρέα. Όταν όμως έφευγε η Γιώτα άρχιζε: «πόσο καθαρά μιλάει, πόσο καλά ξέρει τη γλώσσα, πως δεν είναι Ελληνίδα αλλά Ρωσίδα πού’μαθε ελληνικά στο “ινστιτούτο ξένων γλωσσών και προπαγάντας της Μόσχας” όπου εκεί μαθαίνουν ελληνικά καλύτερα απ’ τους Έλληνες». ―Έλα ρε, τού’λεγε ο Χρυσοστομάκης ο τραβαγιέρης, που ήταν και λιγάκι κομάνσαβά, “τοιούτος” όπως λέγεται. Αλλά κι αυτός με δυσκολία μεν, είχε καταχτήσει τη θέση του μέσ’το καφενείο. Του έριχνε μια μούνζα με τα δυο δάχτυλα χαριτωμένα και κουνιστά. ―Ρε βλαχάκι αυτή είναι γέννημα θρέμμα Αθηναία, μορφωμένη ρε, κι ας τη λένε Βολιώτισσα.
    Κάποτε που ο χωροφύλακας είπε κάτι μπροστά της, για πράχτορες και κατασκόπους, να δείξει ότι δε μασάει αυτός αλλά ξέρει, η Γιώτα γέλασε δυνατά: «Άλα ρε ντεντέκτιβ» του λέει, «εντάξει ρε συ, κάνεις τη δουλειά σου στο Θ΄σου λέει κανείς τίποτα; είσ’ωραίος σε ξέρουμε. Άσε να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας να φέρουμε και κα’να ρούβλι συνάλλαγμα».    Ο Κώστας έγινε κουρέλι, αν ήταν άντρας θα πλακωνόντουσαν, αλλά με γυναίκα και τη Γιώτα; Αυτή τη γυναίκα που μόνο σ’αυτόν ταίριαζε εκεί μέσα, ―νέος λεβέντης ωραίος―.  Αν δεν είχε πίσω του όλο το σόι τους βασιλόφρονες και τους κομουνιστοφάγους, αυτός ήταν ικανός να τα κλοτσήσει όλα και να πέσει από δίπλα στη Γιώτα.  Αλλά αυτά δεν μπορούν να γίνουν!  τέλος πάντων.
      Ήταν φως φανάρι, πως αυτή έπαιζε ρόλο σοβαρό, αφού στο τραπέζι της ώρες-ώρες έρχονταν άγνωστοι άντρες κάτι λέγανε, κάτι γράφανε ή κάτι διαβάζανε. Ο χωροφύλακας το μάτι αστρίτης, να δει βιβλία να βρει άκρη, να έχει στοιχεία.   Τότε η Γιώτα τον φώναζε στην παρέα τους, να τον γνωρίσει  στους φίλους της.  Ήταν όμως τόση  η ειρωνεία της, που

68                                                                                         
 αναγκαζόταν να φεύγει απ'το καφενείο.  Έτσι το μόνο που κατάφερε ήταν να πάρει το μάτι του το Σικελιανό, το Βάρναλη, τον Ευριπίδη· ρώτησε κι έμαθε. Του είπαν «αυτά είναι πρόσχημα, εσύ τα μάτια σου δεκατέσσερα».                                                                                                 
     Την προεκλογική περίοδο που στη γειτονιά έπιαναν καμιά δεκαριά αριστερούς προ των εκλογών για εκφοβισμό και τους άφηναν μετά, μαζί με τον Αντώνη, τον Στράτο, τον Αποστολάκη, τον Παυλή τον κουτσό, το Στράτο, τον Παναγιώτη, πιάσαν και τη Γιώτα.  Ο χωροφύλακας οργίασε, ότι θα δικαστεί, ότι κατασκοπεία, ότι εσχάτη προδοσία κι ότι το τουφέκι δεν το γλίτωνε.  Μετά από μερικές μέρες όμως, νά’σου η Γιώτα και όχι μόνο, αλλά νοικιάζει και σπίτι στη γειτονιά.  Θα εγκατασταθεί μόνιμα.  Μονοκατοικία, τρία δωμάτια και αυλή δική του. Το ένα δωμάτιο για ύπνο, το άλλο σαλόνι και τ’άλλο εργαστήρι μεταξοτυπίας. Ήταν ζωγράφος και τύπωνε μπλουζάκια. Πολύ δουλειά και καλή κονόμα. Πρώτα την πλήρωναν και περίμεναν το εμπόρευμα, μερικές φορές και μήνα.  Αυτή δούλευε λίγο, τον πιο πολύ καιρό καφενείο, συζήτηση, καφές και τσιγάρο.
     Η παρέα της στο καφενείο, λόγω που υπήρχαν άνθρωποι σαν το χωροφύλακα, που έκαναν πρόστυχους υπαινιγμούς, σιγά σιγά μετακόμισε στο μπακάλικο του Βαγγέλη Ελμαλόγλου.  Ο Βαγγέλης πούλαγε όλη μέρα βερεσέ και στο τέλος της βδομάδας έφερναν άλλοι λίγα άλλοι πολλά κι οι λίρες, που του είχε αφήσει ο πατέρας του, λιγόστευαν και γινόντουσαν βερεσέδια σε τεφτέρια.   Όμως κάθε βράδυ στις 8¹/2 που έκλεινε το μαγαζί, έβαζε στη μέση δυο τραπεζάκια και μαζευόντουσαν οι φίλοι για το ρεφενέ. Αλλά ο Βαγγέλης έβγαζε μεζέδες που ξεπερνούσαν κατά πολύ το ρεφενέ, που ήταν πρόσχημα να δίνουν κάτι οι φίλοι για να μην πικραθούν, που ήταν μπατηράκια. Να μη νοιώθουν ότι κάνουν τράκα. Και να τα σουτζουκάκια, ο παστουρμάς, τα ουζάκια κι ο μπαγλαμάς με το τραγούδι πηγαινοερχότανε. Όσοι πέρναγαν απ’έξω ζήλευαν που δεν μετείχαν στο “κογκρέσο”.  Έτσι έλεγαν την παρέα τους στη γειτονιά.
     Λέγανε βέβαια κι άλλα πονηρά, γιατί η γειτονιά όλα τα προσέχει και δεν της ξεφεύγει τίποτα. ―Τι ήθελε η Γιώτα με τέσσερις άντρες;  κι όλο έβλεπαν την κοιλιά της να μεγαλώνει

69
κι όλο έπεφταν έξω. Όμως κάποτε πράγματι η Γιώτα έμεινε έγκυος.   Βρε ποιανού είναι το παιδί;  Ο Γιάννης έλεγε δικό του, ο Βαγγέλης δικό του, ο Θάνος κι ο Νίκος δεν έλεγαν τίποτα, όχι πως δεν ήθελαν ή δεν ήταν πιθανό, αλλά μπατίρια, τι παιδί και τι οικογένεια. Έτσι ο Γιάννης ζήτησε τη Γιώτα σε γάμο, αλλά αυτή αρνήθηκε. Του είπε πως το παιδί δεν ήταν δικό του.
     Ο Βαγγέλης, που ήταν ένας γίγαντας κάπου 1.95, όλο τρίχα, μόνο στη μύτη και στ’αφτιά δεν είχε και φυσικά στην καράφλα, κι αυτό ήταν το μεγάλο του παράπονο: τόση τρίχα θεέ μου και καραφλός;
     Η Γιώτα τον συμπαθούσε πολύ γιατί είχε χρυσή καρδιά, ήταν πολύ εντάξει. Την πλησίασε και της είπε: ―Ρε Γιώτα, το παιδί, εσύ εγώ και διάφορα μπερδεμένα. Είχε τόσο ταραχτεί, που ένιωθε άλλη μια φορά πως ήταν στην κομαντατούρ, τότε που τον είχαν πιάσει οι γερμανοί, κι ένας θεός ξέρει, τι ξύλο και πως τη γλίτωσε.  Έτσι έγινε πάλι, μόνο που τώρα ήταν χειρότερα, αβάσταχτα.  ―Ρε Βάγγο του απάντησε μπορεί να είναι δικό σου το παιδί, μπορεί και όχι, ξέρεις τώρα. Δε με νοιάζει ρε Γιώτα εγώ σε θέλω. Ρε Βάγγο ξέρεις, δεν είμαι καμιά νοικοκυρούλα ούτε είμαι και πιστή. Είσαι καλός φίλος μα ως εκεί.
     Την άλλη μέρα ο Βαγγέλης έκλεισε το μπακάλικο και μπάρκαρε δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Η Γιώτα έφυγε πήγε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε το παιδί. Κάποια στιγμή λύγισε κι αποκαταστάθηκε.   Παντρεύτηκε έναν δημόσιο υπάλληλο.

Το καφενείο σιγά-σιγά διάλυσε, οι νέοι πήγαιναν στην καφετέρια, που είχε και κορίτσια, ακόμα κι οι άντρες πήγαιναν εκεί με τις γυναίκες τους και φιλικές οικογένειες· έτρωγαν γλυκό, έπιναν καφέ, ακόμα και ούζο με μεζέ. Στο καφενείο σύχναζαν οι γέροι. Δίπλα του τυχαία άνοιξε γραφείο τελετών «Ο Μύστρας» κι έγινε προθάλαμος του νεκροταφείου. 

70
      Το σταυροδρόμι των καφενείων που ήταν χωματόδρομος κι όλοι μαζεύονταν το απόγευμα ή την Κυριακή πρωί, άλλοι μπαρμπούτι, άλλοι στριφτό, τα παιδιά ποδήλατο.  Που ήταν σιωπηρή συμφωνία να είναι πλατεία, αφού τα σπίτια στον ασύρματο δεν είχαν σαλόνι και το σαλόνι όλων των σπιτιών ήταν το σταυροδρόμι απ’όπου κανένα όχημα δεν περνούσε, έγινε άσφαλτος. Τα ι.χ. κι οι μοτοσικλέτες μ’ένα πανδαιμόνιο καυσαερίου και θορύβου, παραβίασαν το άβατο. Ο Τάσος πού’σχιζε τράπουλες και λύγιζε σίδερα στην ”πλατεία”, με το βοηθό τον Τζίμη τον Τίγρη διάλυσαν, έφυγαν. Ο Τζίμης χάθηκε, πήγε να δουλέψει αλλού, ο Τάσος έγινε λούστρος στο σταθμό του Θησείου. Τα σπιτάκια γύρω απ’ το σταυροδρόμι έγιναν πολυκατοικίες, το Μποέμ, το θέατρο σκιών, πού’παιζε ο Θοδωρόπουλος, έγινε πολυτελής κατοικία «μπαουχάουζ» με αυλή και κήπο. Το καλοκαιρινό σινεμά Ζέφυρος, που τότε το δούλευε ο Ιορδάνης, κι όπου είδαμε ταινίες όπως «Οι Νύχτες της Καμπίρια», «Το Λιμάνι της Αγωνίας». «Το Βίβα Ζαπάτα», «Οι Κυριακές στην Πόλη Αβρέ». «Ο Κλέψας του Κλέψαντος», «Δρόμος», «Το Πλοίο των Τρελών», αλλά και τούρκικα για τους γέρους του ασυρμάτου όπως το «Αλαχτάν Μπούλ» (Απ’το θεό να τό’βρεις) ή «Τσακιτζής, ο ιππότης των ορέων» κλπ, που τις Κυριακές γινόταν και Βαριετέ, με το Ζαζά, τον Αγκόπ, το Μητσάρα, τον Κοκοβιό, τον Μανέλη, τον Καραμπέτ, το μισό έγινε πολυκατοικία και τ’άλλο μισό συνέχισε θερινό σινεμά. Όλ’άλλαξαν εκτός απ’το παντοπωλείο του Βαγγέλη. Αφού αυτός χάθηκε και μη έχοντας κληρονόμο, έμεινε έτσι να ριμάζει. Το παλιό νεοκλασικό ερείπιο ανάμεσα στις ολοκαίνουριες πολυκατοικίες είναι πιο όμορφο. Βάζει κι ένας πλανόδιος το τραπεζάκι και πουλάει εκεί απ’έξω, κι είναι το μόνο μέρος που μπορεί ακόμα λίγο η ανθρωπιά.

Έχω την εντύπωση ότι με την “αποκαθήλωση” του καφενείου, ο άγραφος νόμος της γειτονιάς που στο καφενείο έπαιρνε την πιο έγκυρη μορφή του άρχισε να χάνεται. Στη γειτονιά αόριστα μπορούσε κάποιος να παραβαίνει τους κανόνες, στο καφενείο όχι. Ο επίορκος μπορούσε να συμμετέχει σαν κολαούζος στην παρέα, αλλά ποτέ δεν του πρότειναν κάτι που τον αφορά, μπορεί να μιλούσε μέσ’την παρέα αλλά τα λεγόμενά του δεν δικαιούντο απάντησης, ήταν σα να μη μιλούσε. Μπορούσε να ακολουθά την παρέα στο γήπεδο, αλλά κανείς ποτέ δεν τον καλούσε. Μπορούσε να συμμετέχει-αμέτοχος και περιφρονημένος από τους άλλους, ως τη

71
στιγμή που θα έσπαγε ο πάγος κι απ’τη συμπεριφορά του τα πράγματα σιγά-σιγά θ’άλλαζαν. Ο επίορκος που αθέτησε χωρίς αιτία αρραβώνα, που φέρθηκε άσχημα σ’αδύναμο, που δανείστηκε κι αναίτια δεν επέστρεψε την οφειλή του, που ψευδολογούσε, που ήταν άνανδρος και μια σειρά κανόνων που έχουν απαξιωθεί σήμερα, ήταν στο περιθώριο. Ο μυθομανής αν ήταν χαριτωμένος και δεν πρόσβαλλε, ακόμα κι αν πέρναγε κάποιες φορές τα όρια, ήταν αποδεκτός· όπως ο Γιώργης Καράμπελας που συνεχώς αράδιαζε ιστορίες που σχοινοβατούσαν στα όρια αλήθειας και ψεύδους. Η παρέα έκανε χάζι κι αυτός έκανε το βίτσιο του, όπως έλεγαν ή ακόμα κι ο Ηλίας ο ταξιτζής ο “γκομενιάρης”. Απ’την άλλη υπήρχε ο Σώτος Παπασώτος, ή απλά ο Παπασώ. Αυτός ήταν κάτι σαν την συνείδηση της παρέας. Ήταν σαραντάρης με πυκνά ψαρά φουντωτά μαλλιά, ξερακιανός κι είχε πάντα ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη ανάλογα με την κατάσταση που εξελισσόταν. Άλλοτε ήταν φιλικό, άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε οργισμένο (είχε και οργισμένο χαμόγελο) και φυσικά περίμενε την κατάλληλη στιγμή που η κατάσταση ή η συζήτηση έφτανε στο αδιέξοδο να επέμβει και να δώσει λύση.  Ήταν γεννημένος ηγέτης. Όταν μιλούσε σπάνια τίθεντο ερωτήματα και το θέμα θεωρείτο λήξαν.  Όλοι ήξεραν ότι ήταν αριστερός, αλλά ποτέ δεν ανακάτευε την ιδεολογία με τα γεγονότα, ακόμα ποτέ δεν έκανε προπαγάντα. Λέγεται ότι ο κομματικός παράγοντας, που στριφογύριζε στη γειτονιά προ των εκλογών τον είχε μεμφθεί, γιατί όπως ο Αντώνης δε συμμετείχε με το κύρος του πιο ενεργά στην εκστρατεία του κόμματος. Αυτός είχε απαντήσει ότι ο κόσμος της γειτονιάς δεν έχει ανάγκη υποδείξεων, έχει δικό του νου και κρίνει. Ακόμα είχε πεί ότι αν μαζευτούν γύρω απ’το κόμμα άνθρωποι που δεν έχουν μόνοι τους κατασταλάξει, το κόμμα θα πάει κατά διαόλου. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ήταν πάντα στο περιθώριο του κόμματος και δήλωνε απλά στρατιώτης ή οπαδός.

72
Και δεν έφταναν όλα αυτά, ένα απ’αυτά τ’απογέματα του καλοκαιριού έγινε μπλόκο στον Ασύρματο, την προσφυγική γειτονιά των  Πετραλώνων, το άβατο, που κατοικούσαν οι
Ατταλιώτες.  Όλοι ήξεραν πως υπήρχε εκεί ασύρματος από την Κατοχή, άρα κι η γιάφκα κάποιων κομουνιστών.  Τρία καμιόνια γεμάτα ασφαλίτες με πολιτικά, αλεξίσφαιρα γιλέκα, (που βλέπαμε για πρώτη φορά), και τόμιγκαν στα χέρια, σαλτάρισαν απ’τα καμιόνια, παρατάχτηκαν, μπλόκαραν την είσοδο του Ασυρμάτου και «εισέβαλλαν» για να κάνουν την «εκκαθάριση».  Βέβαια όλοι οι κομουνιστές «της συνοικίας το όνειρο» είχαν ειδοποιηθεί αφού είχαν πράχτορα μέσ’το Θ΄, μπορεί και τον Μαγκλή, μόνον ο Κώτσαμπρος ο Γρέγος ο σαλταδόρος, ο ήρωας της γειτονιάς (είχε σώσει κόσμο την κατοχή), ο αδελφός του Παυλή που αναφέραμε στην «κατάληψη» του Θ΄, και της Κλειώς της αδελφής του Παυλή. Ήταν αυτή που στην «πολιορκία» του Μακρυγιάννη είχε αρραβωνιαστικό χωροφύλακα μέσα κι αδελφό κομουνιστή έξω. Έτσι είχε το ελεύθερο να περνά κρυφά τις γραμμές φύλαξης και να πηγαίνει στον αρραβωνιαστικό της σερφετάς με φαΐ. Κάποια στιγμή που φρουρούσε ο μαύρος φασίστας, ο Παπαλέξαντρος, που φυσικά δεν ήξερε τι συνέβαινε, τη μυρίστηκε και τη γάζωσε με αυτόματο. Η Κλειώ σώθηκε με μόνη απώλεια το “γαζί” που έμεινε στα μπούτια της.

Ο Κώτσαμπρος έκανε πιάτσα στο ταβερνάκι του Ασυρμάτου μέσα στο βάθος του «άβατου» και φυσικά οπλοφορούσε, είχε πάντα στην τσέπη την αγαπημένη του μπερέτα, το ιταλικό «πλακέ». Κι επειδή ακόμα και μετά την «απελευθέρωση» δεν είχε πειστεί ότι απελευθερωθήκαμε, αφού συνέχιζαν ακόμα να εξουσιάζουν οι ταγματασφαλίτες κι οι μαυραγορίτες, συνέχιζε να είναι σαλταδόρος.   Όταν μαθεύτηκε για το μπλόκο, ο Κώτσαμπρος νόμισε λαθεμένα ότι είχαν κινητοποιηθεί γι’αυτόν κι έτσι σαλτάρισε στα κεραμίδια της ταβέρνας, ώστε απ’τις ταράτσες των παραπηγμάτων να το σκάσει προς το Φιλοπάππου. Όμως η ασφάλεια είχε πιάσει όλες τις εισόδους, ακόμα και τις πίσω για το Φιλοπάππου. Τότε αυτός γύρισε προς την αντίθετη μεριά, απ’το φούρνο της Παπατζίκου που ήταν μέσ’τον Ασύρματο κι έβγαινε στην ταράτσα του σπιτιού του. Εκεί τον μυρίστηκε κάποιος ασφαλίτης τη στιγμή που «γλιστρούσε» κάτω από κάποιο λούκι και τον γάζωσε.  Όταν διαπίστωσαν πως ήταν ο Κώτσαμπρος, ήταν φανερό

73
πως ακόμα και οι ασφαλίτες πικράθηκαν. Ο Ασημάκης ο νοσοκόμος που έτυχε εκεί κοντά να είναι το σπίτι του κι ο Κουκάκης ο γιατρός, ο επιλεγόμενος Κουκάς, διαπίστωσαν το θάνατό του.  Κι έγινε το εξής παράδοξο, επειδή το σπίτι του ήταν λίγο πιο κάτω κι επειδή η “περίθαλψή” έγινε στο σπίτι του, ίσως από σεβασμό δεν τον πήραν στο νεκροτομείο, τον άφησαν στη μάνα του. Της έδωσαν και το πιστόλι του να το έχει, αλλά ακόμα για να δει ότι οπλοφορούσε και δεν τον «έφαγαν» άδικα. Εκεί ήρθαν οι γειτόνισσες, οι φιλενάδες της, τον έπλυναν, τον φρόντισαν με σεβασμό κι αγάπη, αφού τον θεωρούσαν δικό τους παιδί και τον μοιρολόγησαν μέχρι τα χαράματα. Αργά το βράδυ απέναντι απ’το σπίτι σε μια συστάδα από μουριές κάπως δειλά και στα κρυφά, γιατί δεν ήξεραν πως θα το πάρει η κυρά Σοφούλα, η μάνα του, ήρθαν οι φίλοι με ένα μπαγλαμαδάκι κι έπαιξαν για κατευόδιο: «έννοια σου βρε συ Κώτσαμπρε κι εμείς θα τονε’βρούμε τον μπάτσο που σε σκότωσε να τον εγδικηθούμε».  Βγήκε η κυρά Σοφούλα μ’ένα δίσκο κονιάκ, τους κέρασε και μετά τους ξαπόστειλε γιατί μπορεί να πλάκωνε η ασφάλεια. 
     Εγώ που ήμουνα τεσσάρων χρονών και καθόμουνα στο διπλανό σπίτι που είχε παράθυρο στη γωνία, είχα δει όλη την εξέλιξη του γεγονότος απ’το μπλόκο ως το φόνο. Ο Κώτσος ήταν «φίλος» μου κι ερχόταν πολύ συχνά να κάνουμε παρέα μ’έλεγε κοροϊδευτικά κουτσάφτη, επειδή είχα πολύ μικρά αυτιά.  Στην γειτονιά έπρεπε να μάθεις από νωρίς, πως θα έχεις πάντα ένα σκωπτικό παρατσούκλι. Κι εγώ για να τον εκδικηθώ τού’λεγα ένα κοροϊδευτικό γι’αυτόν τραγούδι: “ο Κώτσος εμπατίρισε, εφινίρισε έφαγε κουκουτσάλευρο, πατατάλευρο”. Πάντα προτού φύγει μου άφηνε μια μικρή σοκολατίτσα.
     Το παράδοξο ήταν πως δεν λυπήθηκα, γιατί όλοι περιμέναμε ότι κάποια στιγμή ο Κώτσαμπρος έτσι θα πήγαινε.  Εξ’άλλου ο θάνατος καραδοκούσε παντού. Ήταν ο ήρωάς μου που χάθηκε με το όπλο στο χέρι χωρίς να παραδοθεί.

74                                                                                         
     Στην κατοχή ήταν φίλος με τον Ιταλό της γειτονιάς τον Ούγκο. Κάνανε ”δουλειές”. Δηλαδή ξεσήκωναν ολόκληρες αποθήκες και τις σκορπούσαν στον κόσμο.  Ο Ούγκο ήταν Έλληνας της Ιταλίας που μιλούσε κάτι παράξενα Ελληνικά. Του άρεσε το τραγούδι «Μικρή χωριατοπούλα», αλλά η παρέα στη γειτονιά του έλεγε αυτό το τραγούδι μ’άλλα λόγια. Δηλαδή «Κορόϊδο Μουσουλίνι». Αυτόν κάποιοι αριστεροί τον πήραν μαζί στο βουνό, ήταν αντιφασίστας.  Χάθηκε δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Και μια που μιλήσαμε για βουνό, δεν πρέπει να ξεχάσω και τον φίλο μου τον Τζάκο.  Αυτός ήταν συμμαθητής μου στην δευτέρα δημοτικού κι Εβραίος. Το ότι ήταν Εβραίος το ξέραμε γιατί στο μάθημα των θρησκευτικών ο τυχεράκιας την πέρναγε στην αυλή. Η αλήθεια είναι ότι ήταν κάπως μοναχικός, απέφευγε τις παρέες, αλλά κι οι παρέες τον απέφευγαν. Με λίγα λόγια ήταν στο περιθώριο μ’έναν πολύ φυσικό τρόπο, αλλά που δεν ενοχλούσε ούτε αυτόν ούτε τους άλλους. Βέβαια μιλούσε και του μιλούσαν αλλά δεν έμπαινε στην παρέα, γιατί υπήρχε αμηχανία ανάμεσά τους. Εκτός αυτού δεν ταίριαζε γιατί ήταν και λίγο βουτυρόπαιδο.  Μόνο μ’εμένα είχε στενή φιλία μολονότι στο σπίτι μου δεν είχε έλθει ποτέ, ενώ εγώ πήγαινα συχνά, αφού μαμά του η κυρά Στέλλα ή Εστέλα, όπως την έλεγαν αληθινά, με συμπαθούσε.  Κάποιες φορές συζητούσαμε για την αδικία του κόσμου ή την απανθρωπιά, που είχε μια εμμονή σ’αυτό και εγώ το κατανοούσα αφού ήταν Εβραίοι και είχαν τραβήξει πολλά απ’τους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες.  Απ’αυτήν όμως κατάλαβα το νόημα την καλοσύνης και της ευγένειας, που βέβαια υπήρχε στη γειτονιά αλλά αυτή έδειχνε να την αντιλαμβάνεται με κάποιον ανώτερο τρόπο. Ο μπαμπάς του Τζάκου λεγόταν Γιωσές κι όπως έλεγαν οι αριστεροί της γειτονιάς υπήρξε λοχαγός του ΕΛΑΣ και σημαντικό στέλεχος του κόμματος. Η αστυνομία τον είχε υπό παρακολούθηση κι έπρεπε να εμφανίζεται σε τακτά διαστήματα στο Θ΄. Αυτοί κάποια στιγμή έφυγαν κι αργότερα μάθαμε ότι πήγαν στην Γιουγκοσλαβία κι από κει στη Μόσχα.  Οι ασφαλίτες τους έψαχναν ρωτώντας στα σπίτια, μάλιστα ήλθαν και στο σπίτι μας και ρώτησαν εμένα που ήμουν φίλος μου.  Αμέσως μετά ο Αντώνης κι ο Παναγιώτης, με πήραν στο καφενείο κι αφού με κέρασαν υποβρύχιο, «μ’εξήγησαν». Δηλαδή αφού με ανέκριναν, μ’ έμαθαν ότι είμαι δικός τους κι ότι η ασφάλεια μ’είχει από τώρα στα κιτάπια της.                     Ένιωσα ήρωας. 

75
Οι άλλοι Εβραίοι της γειτονιάς ήταν η οικογένεια του κ. Βιτάλη Μιχαήλ.  Κι αυτοί είχαν καταφέρει να επιζήσουν αφού είχαν φιλίες με το διπλανό σπίτι. Δηλαδή το μπακάλικο του Βαγγέλη.  Τα υπόγεια των δύο σπιτιών επικοινωνούσαν κι έτσι είχαν ανοίξει μια είσοδο που καλύπτετο από βαρέλια και δέματα.  Η οικογένεια του κ. Μιχαήλ έτσι μπορούσε να ζει στο σπίτι του Βαγγέλη τη μέρα και το βράδυ χωρίς να ανάβει φώτα να κοιμάται στο δικό της σπίτι.
     Ο κύριος Μιχαήλ είχε μαγαζί υφασμάτων στην Αιόλου κάπου απέναντι από την Αγ. Ειρήνη. Μαζί του δούλευε στις αρχές κι ο γιος του Τζάκος που έφυγε αργότερα γι’Αμερική. Ήταν ένα λεβεντόπαιδο που είχε παρτίδες μόνο με την καλή κοινωνία της γειτονιάς, ήταν ψηλομύτης, χωρίς βέβαια να περιφρονεί τους άλλους γείτονες.  Όπως έκανε κι ο κ. Βιτάλης, ο πατέρας του, στο οποίον όμως η γειτονιά το συγχωρούσε, γιατί όποτε κάποιος ήθελε ρούχα ή κάθε είδους προικιά σ’αυτόν θα πήγαινε κι ήταν σίγουρος ότι ο κύριος Μιχαήλ θα έβρισκε τιμή που δε σήκωνε παζάρια.  Ο κύριος Μιχαήλ δεν ξεχνούσε ότι κανένας δεν άνοιξε το στόμα του την κατοχή κι ειδικά ο Βαγγέλης, μολονότι τον έκαναν τελεμέ στο ξύλο οι Γερμανοί. Αλλά κι αυτός κάθε φορά που μάθαινε τότε ότι κάποιος ήταν στο αμήν, έδινε μια δυνατή λύση μέσω του Βαγγέλη. Ο κύριος Μιχαήλ ήταν ο Εβραίος μας. Μπορούσε λοιπόν να είναι βλοσυρός κι αμίλητος, να έχει νεύρα και να καβγαδίζει όποτε γούσταρε μ’όλο τον κόσμο της γειτονιάς χωρίς κάποιος να του ζητά το λόγο, αφού ήταν δικός μας.  Αντίθετα η κόρη του η Ραχήλ κι η μητέρα της η κ. Ρεμπέκα, είχαν πολλές παρτίδες μ’όλη τη γειτονιά. Π.χ. η μητέρα μου ήταν πολύ συχνά στο σπίτι τους για να τους ράβει. Έτσι μπαινόβγαινα κι εγώ εκεί μέσα.  Η ταράτσα του σπιτιού μας που ήταν ισόγειο, λοξώς γωνιακά, συνόρευε με τον πρώτο όροφο του σπιτιού τους. Δηλαδή στην πίσω πόρτα του πρώτου ορόφου υπήρχε μια μικρή ταράτσα που είχε

76
πέργκολα με γιασεμί, όπου συνήθιζαν να κάθονται και να πίνουν καφέ. Κι επειδή ο πατέρας μου δούλευε στην ψαραγορά η μάνα μου είχε πολύ ψάρι και τους έστελνε πεσκέσι τηγανητά μπαρμπούνια. Η κ. Ρεμπέκα σ’αντίδωρο έστελνε τις μπίρες ―‘εβίβα’.
     Όποτε ήθελε παρέα η κυρία Ρεμπέκα με φώναζε να πάω να της ψωνίσω.  Δηλαδή κάτι ασήμαντα ψιλοπράγματα που ως αποτέλεσμα είχε να κάθομαι να συζητάμε και στο τέλος
για τον κόπο μου να με χαρτζιλικώνει.  Βέβαια η κυρία Ρεμπέκα ζωγράφιζε κι ήθελε κάποιον να συζητάει περί τέχνης. Κι αφού εγώ απ’την προσχολική ηλικία ζωγράφιζα, με θεωρούσε αδελφή ψυχή και μου έλεγε τα πάντα περί τέχνης και ειδικά για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Δηλαδή για τις μορφές που έπρεπε ν’ατενίζουν ελαφρώς ψηλά, δημιουργώντας την εντύπωση του γίγαντα ανθρώπου που ήταν και η σοσιαλιστική προοπτική. Είχε παράπονο πως μολονότι προσπάθησε, τα παιδιά της δεν αγάπησαν την τέχνη.
     Η κόρη της η Ραχήλ δεν ήταν όπως ο Πατέρας της κι ο αδελφός της ξανθή και πανύψηλη.  Ήταν καστανή σαν την μάνα της κι είχε πάντα μια διάθεση πειραχτική απέναντί μου.  Ήταν ένα πανέμορφο πλάσμα δεκαεπτά χρονών κι όταν την έβλεπα κατέβαζα το κεφάλι και κοκκίνιζα. Τότε ήμουν δώδεκα χρονών κι η Ραχήλ πολύ το γλεντούσε που την είχα ερωτευτεί.  Δε μ’άφηνε σε χλωρό κλαρί. Κάθε φορά που έφευγα, έδινα λόγο στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναπατούσα αλλά πάντα τον αθετούσα.  Κάποια στιγμή έφυγαν όλοι για την Αμερική. Μετ’από χρόνια η Ραχήλ ξαναγύρισε μεγάλη πια. Πήγα και την είδα. Είχε ακόμα εκείνο το χαμόγελο το πειραχτικό. Ήταν άρρωστη και γύρισε να πεθάνει μόνη στο σπίτι αυτό που τόσο αγαπούσε.

77
Ο πιο αγαπημένος Εβραίος της γειτονιάς όμως ήταν ένας ξένος. Ήταν ο Ιλία Έρεμπουργκ. Όταν η εκλογική μάχη ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά είχε κάποιαν εποχή πάρει φωτιά, κι επειδή η ΕΔΑ επένδυε στον πολιτισμό, αφού όλοι σχεδόν οι καλλιτέχνες κρυφά ή φανερά ήταν με το μέρος της, κάλεσε τον Ιλία Έρεμπουργκ να βοηθήσει με την παρουσία του τον αγώνα.  Ενάντια στον Έρεμπουργκ η δεξιά κατέβασε την Φρειδερίκη,  που ήταν μια νέα γυναίκα κι η εικόνα της δεν είχε ‘καεί’ ακόμα. Την έντυσαν λοιπόν Αμαλία κι την περιέφεραν στη γειτονιά. Όπου εμφανιζόταν, οι γριές του ασυρμάτου έτρεχαν μαγεμένες, φώναζαν «η πριγκιπέσα, η πριγκιπέσα» κι έπεφταν και της φιλούσαν τα πόδια.  Η ΕΔΑ είχε στείλει τον Έρεμπουργκ με τον Αντώνη οδηγό και τον Γιωσέ διερμηνέα. Έκαναν κι αυτοί την ίδια διαδρομή αλλά στα σπίτια των αριστερών, γιατί αν πήγαιναν σε δεξιούς μπορεί να γίνονταν φασαρίες.  Στο σπίτι μας ο Αντώνης έκανε νεύμα στη μάνα μου κι αυτή έφερε ένα τραπεζάκι με κεντητό τραπεζομάντιλο κι ένα μπουκάλι λευκό κρασί απ’τα βαρέλια του αδελφού της του Ηλία. Ο Έρεμπουργκ έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το κέντημα αφού θαύμαζε, όπως είπε, τη λαϊκή τέχνη.  Ο Αντώνης μπήκε στο δωμάτιο κι έφερε σχεδόν με τη βία έξω τον Πατέρα Αντώνιο να τον γνωρίσει στον Έρεμπουργκ. Έκατσαν όλοι μαζί γύρω απ’το τραπεζάκι κι η μητέρα μου τους έφερε τηγανιτά τα περίφημα πετρομπάρμπουνα της Βεγγάζης που μοσκομύριζαν ιώδιο.  Εκείνη την εποχή οι τράτες είχαν κάνει συμφωνία με την κυβέρνηση της Λυβίης υπό το Βασιλέα Ιντρίς να ψαρεύουν στη Βενγκάζη, κι έτσι κατά το μεσημέρι έφταναν στην αγορά τα ψάρια και γινόντουσαν ανάρπαχτα.  Όλοι έφαγαν λίγο, λες κι ήλθαν να μιλήσουν κι όχι να φάνε. Μίλησαν στα ισπανικά αφού ο Πατήρ Αντώνιος, ο Έρεμπουργκ κι ο Γιωσές γνώριζαν Ισπανικά. Ο Γιωσές μετέφραζε στον Αντώνη, αλλά ο Αντώνης δεν έδινε και τόσο βάση στα λεγόμενα, αφού αυτός πέτυχε το σκοπό του, δηλαδή να δημιουργήσει στη γειτονιά την εντύπωση ότι οι Ρώσοι διανοούμενοι ήταν λαϊκοί άνθρωποι που λάτρευαν την Ελλάδα. Κάποια στιγμή ο Πατήρ Αντώνιος έθεσε το ερώτημα: Γιατί ο Στάλιν παρέδωσε την Ελλάδα στους Εγγλέζους που την αιματοκύλισαν. Ο Έρεμπουργκ σώπασε γι’αρκετή ώρα, τόση που δημιούργησε αμηχανία. Ξαφνικά σηκώθηκε και χωρίς λόγο τον ακολούθησαν κι οι Άλλοι. Ήταν μάλλον μετρίου αναστήματος ή οι άλλοι, δηλαδή ο Γιωσές κι ο Αντώνης ψηλότεροι, μόνον ο Πατήρ Αντώνιος ήταν στο ύψος του.  Έμοιαζαν στο πρόσωπο σαν δύο αδέλφια, ήταν ευγενικοί και πράοι,  μόνο ο ένας ήταν πιο αδύνατος. Φορούσαν κι οι δύο ένα μακρύ παλτό,  ο παπάς μαύρο κι ο άλλος  γκρίζο “τουίντ”, αλλά της ίδιας κοπής, λες κι ήταν μοναχοί διαφορετικού μοναστηριού.

78
―Πατέρα Αντώνη η απάντηση που θα σου δώσω δεν είναι αυτή που με ικανοποιεί.  Όμως όλοι ξέρουμε ότι ο Αβραάμ κι ο Αγαμέμνων θυσίασαν τα καλύτερά τους παιδιά.  Η Ελλάδα είναι για μας τους πολιτισμένους ιερή γιατί είναι τόπος θυσίας, και κατά τον πόλεμο, και κατά την αντίσταση, και τώρα. Πλησίασε τον Πατέρα Αντώνιο, έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες του και τον φίλησε στο στόμα κατά τα ρώσικα πρότυπα. Μετά κατέβασε το κεφάλι και χωρίς ούτε να τον χαιρετήσει βγήκε μόνος του έξω δακρυσμένος. 
    Εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα δε συνέλαβαν αριστερούς για προεκλογικό εκφοβισμό, λόγω της δημοσιότητας που δημιουργούσε η παρουσία του Έρεμπουργκ.

Μετά τις εκλογές και λίγο καθιστερημένα, επισκέφτηκαν την κυρά Σοφούλα, η Μαρίνα η Κρητικιά κι η Σόνια η Ρωσίδα, που είχε έλθει απ’τη Μόσχα ξανά στη γειτονιά (ήταν υπάλληλος της σοβιετικής πρεσβείας πια και μπορούσε να επισκέπτεται τους παλιούς φίλους και συντρόφους της κατοχής), επίσης είχε έλθει κι η Δανάη Στρατηγοπούλου, που ανήκε κι αυτή στην ίδια αντιστασιακή ομάδα.  Η Μαρίνα είχε φέρει και την κιθάρα της. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα μας. Τα σπίτια μας ήταν πλάι πλάι. Ήταν η Σόνια. Φώναξε τη μάνα μου να πάει στη παρέα. ―Βασιλικούλα μας ξέχασες; τη ρώτησε και την αγκάλιασε δακρυσμένη. Παίξανε και τραγούδησαν, κυρίως η Δανάη μέχρι αργά το βράδυ.  Η κυρά Σοφούλα ξέσπασε σε λιγμούς: ―Μια τέτοια κηδεία με τραγούδι ήθελε κι ο Κώτσαμπρός μου. Όταν χώρισαν η μάνα μου πλησίασε τη Σόνια και κάτι της είπε. Η Σόνια δεν ξαναπάτησε στη γειτονιά, ούτε η Μαρίνα, ούτε η Δανάη.  Ήξεραν βέβαια ότι η κατάσταση δεν ήταν παίξε-γέλασε ο κόσμος είχε κατά πολύ αλλάξει, είχε γεμίσει χαφιέδες.  
            Υπήρχαν φυλακισμένοι και τρομοκρατία.

79



9.                       Ο ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Ο Λάκης Ζακίνης ήταν ένα παλικαρόπουλο δεκάξι χρονών, πολύ γυμνασμένο, σαν αίλουρος. Από παιδάκι έκανε ακρoβατικά στο σταυροδρόμι των καφενείων για το χαρτζιλίκι του. Ό,τι μικροδουλειές-σαμποτάζ, το κόμμα ανάθετε σ’αυτόν κι ήταν σίγουροι ότι όλα θα πήγαιναν τέλεια και τέρμα «αριστερά».  Το χειμώνα του 46 όμως του δόθηκε εντολή να ξεκάνει το κάθαρμα τον Παπαλέξαντρο. Αυτός “έκανε πιάτσα” στο καφενείο του Ρίζου στο Θησείο που ήταν δυο τετράγωνα πιο πάνω απ’το Θ΄. Στο Θ΄ που τότε είχαν έδρα οι Χίτες κι οι ταγματασφαλίτες. 
     Ο Παπαλέξανδρος ήταν αντικείμενο θαυμασμού κι υπόδειγμα παλικαριάς για τους Χίτες και τους ταγματασφαλίτες.  Το καφενείο του Ρίζου ήταν κάπως σαν οχυρό. Δεξιά συνόρευε με κάποιο διώροφο και άρα ήταν απρόσβλητο από κει. Αριστερά είχε μιαν απότομη σκάλα που κατέβαινε απ’ την Ακάμαντος προς τη Νηλέως και την Ηρακλειδών. Αυτοί οι δρόμοι ήταν πολύ χαμηλά, μάλιστα κάτω απ’το Ρίζο στη Νηλέως, υπήρχε το ανθοπωλείο. Έτσι το καφενείο ήταν σχεδόν έναν όροφο υπερυψωμένο και άρα απρόσβλητο κι από κει. Μόνη πρόσβαση ήταν η είσοδός του απ’την Ακάμαντος, αλλά από κει “είχαν γνώση οι φύλακες”.  Υπήρχε πάντα κάποιος ένοπλος που είχε το νου του, μολονότι δεν ήταν κανονικός φρουρός.
     Λίγες μέρες πριν, κάποιοι ταγματασφαλίτες είχαν κατέβει απ’το Φιλοπάππου, το οποίο είχε περάσει εκείνες τις μέρες υπό τον έλεγχό τους. Με την δικαιολογία ότι κάποιος τους έριξε μια χειροβομβίδα κατά την ώρα των ασκήσεών τους, συνέλαβαν 22 περαστικούς κυρίως στην οδό Καλλισθένους που συνόρευε με το Φιλοπάππου κι αφού τους βασάνισαν τους εκτέλεσαν. Μεταξύ αυτών τα δυο αγόρια της μαμής κ. Βελίνι 18 και 20 χρονών, η οποία ήταν αφανάτιστη δεξιά, γιατί οι κομουνιστές ήταν άθεοι. Το Μήτσο Σαράφογλου, τον οποίον γνωρίσαμε στην ίστορία με το Μιχάλη τον εφευρέτη και ο οποίος φυσικά δεν ήταν κομουνιστής. Αυτός, καθώς τους οδηγούσαν απ’την Καλλισθένους προς το Θησείο και τη στιγμή που περνούσαν έξω απ’την καρβουναποθήκη του αδελφού του Ηλία ξέφυγε και

80
χώθηκε κάτω από ένα σωρό κάρβουνα.  Οι ταγματασφαλίτες μπήκαν μέσ’την αποθήκη κι επειδή δεν τον βρήκαν υπέθεσαν ότι τό’σκασε απ’τη πίσω μάντρα στο διπλανό οικόπεδο. Τον Νίκο Κουρκουλή καθηγητή, πατέρα τριών παιδιών και ιεροψάλτη των Τριών Ιεραρχών. Τον οποίον πρόλαβαν να γλιτώσουν οι συγγενείς του, που ήταν δεξιοί κι ο οποίος μέχρι να τον σώσουν, απ’το πολύ ξύλο έμεινε κουφός. Αυτός διηγήθηκε μετά, ότι στις “Φυλακές του Σωκράτους”, που είχαν προσωρινά βάλει τους συλληφθέντες, οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αίματα κι ανθρώπινα μυαλά. Τέλος πάντων, οι ταγματασφαλίτες συνέλαβαν ανθρώπους ανυποψίαστους, αφού αν πράγματι οι κομουνιστές είχαν ρίξει χειροβομβίδα, φυσικά την είχαν κοπανίσει. Έτσι αυτοί μάλλον την τακτική των γερμανών ακολούθησαν, κάνοντας αντίποινα στο λαό των Πετραλώνων που φυσικά ήταν κυρίως με το μέρος των κομουνιστών.  Οι κομουνιστές είπαν ότι οι ταγματασφαλίτες μεθούσαν με πουτάνες κι ένας πιτσιρικάς για να κάνει πλάκα έριξε μια τρακαστρούκα.      Το κόμμα λοιπόν έπρεπε να εκδικηθεί τα αδικοχαμένα θύματα κι έτσι μολονότι μια τέτοια πράξη δεν ήταν στρατηγικής σημασίας ενίσχυε το φιλοκομουνιστικό αίσθημα του λαού. Ο Λάκης λοιπόν έπρεπε να κάνει το βάπτισμα πυρός και να ξεκάνει για αντίποινα τον Παπαλέξανδρο.   Ήξεραν ότι ο Παπαλέξανδρος πήγαινε νωρίς για καφέ στου Ρίζου, αλλά δεν ήξεραν ότι εκείνη την ώρα βρισκόταν εκεί για καφέ κι όλη η Ασφάλεια. 
     Ο Λάκης θα καβαλούσε στην πίσω θέση της μηχανής του Λάμπρου, ενός παλιού αγωνιστή κάπου εξήντα χρονών.  Η μηχανή θα σταματούσε μπροστά στο καφενείο του Ρίζου και θα περίμενε αναμμένη. Ο Λάκης θα έμπαινε γρήγορα με το Μάνλιχερ και θα καθάριζε τον Παπαλέξανδρο κι όποιους ήτανε στην παρέα του.  Όταν όμως μπήκε μέσα ο Λάκης, ο Παπαλέξανδρος δεν ήταν στη θέση που του είχαν υποδείξει, αλλά πίσω απ’το πάγκο για να πάρει μόνος του ένα ποτήρι νερό. Ο Λάκης τά’χασε κι άρχισε να ρίχνει ”στο γάμο του Καραγκιόζη”. Βέβαια από μιαν άλλη όψη, εκεί μέσα καμιά δεν θα πήγαινε χαμένη. Ο Παπαλέξανδρος σχεδόν ακαριαία ταμπουρώθηκε πίσω απ’ τον πάγκο, τράβηξε τα δυο του περίστοφα τα περίφημα κουμπούρια του, κι άρχισε να ρίχνει.

81
     Ο Λάκης, που τα είχε σχεδόν χαμένα, την κοπάνισε και χάθηκε καβάλα στη μοτοσικλέτα με τον Λάμπρο απ’την Ακάμαντος προς την Τρώων, για τα Πετράλωνα.   Ο Λάκης διηγείτο μετ’από χρόνια ότι δεν πάει σε καμπόικα έργα γιατί κάποιες σκηνές του θυμίζουν τον Παπαλέξανδρο ταμπουρωμένο στον πάγκο, να ρίχνει με τα κουμπούρια του.
        Ο Παπαλέξανδρος, όταν όλα πια έληξαν, ιερουργούσε στους Τρεις Ιεράρχες, όπου κατηγορήθηκε για παιδεραστία και μετετέθει στη Ρόδο. Εκεί υπέπεσε ξανά στο πάθος του και καθαιρέθει.
     Ο Λάκης υπήρξε σ’όλη τη ζωή του υπάλληλος κάποιου παλιού φίλου και παλιού στελέχους του κόμματος, που για κάποιους λόγους είχε αποχωρήσει απ’το κόμμα.
     Ο Μαστρολάμπρος μέχρι τα εβδομήντα του σωβάντιζε κι έκτιζε. 
Όταν έκαναν έργα βελτίωσης στις φυλακές της Καλλιθέας, ο εργολάβος Γιώργος Μάντζιος, γνωστός αριστερός, που όλοι τον ήξεραν με το όνομα Καράγιωργα γιατί ήταν μαύρος, μέσ’το συνεργείο είχε και το Λάμπρο. Τις μέρες λοιπόν που σωβάντιζε κάποιους συμπληρωματικούς τοίχους στον διοικητικό τομέα της φυλακής, όπως δούλευε πάνω στη σκαλωσιά, εμφανίστηκε ένας δεσμοφύλακας να τον ενημερώσει ότι ”πρέπει να τελειώνει για σήμερα”. Μόλις τον είδε η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήταν αυτός που στον Άι Στράτη τον είχε ”υποδεχτεί” μ’ένα στειλιάρι και τού’βγαλε το ένα μάτι κατά τον ξυλοδαρμό.   Το μυαλό του πήρε χιλιάδες στροφές.  Για “καλή του τύχη” είχε πάνω στη σκαλωσιά τη σκάφη μ’ολόφρεσκο μόλις “σβησμένο” ασβέστη. Αυτό είναι παράτυπο αφού ο ασβέστης είναι καταγής και τα χαρμάνια γίνονται στο πάτωμα. Εκείνη τη μέρα όμως έφτιαχνε κάτι μερεμέτια που ήταν ψηλά κι επειδή δεν είχε βοηθό, είχε ανεβάσει και τον ασβέστη και τα υλικά σ’ένα μικρό πλάτωμα για να μην ανεβοκατεβαίνει. Όταν πλησίασε ο δεσμοφύλακας κι ήταν ακριβώς από κάτω, μ’ένα σκόπιμα αδέξιο χειρισμό, τού’ριξε τη σκάφη με τον ασβέστη στα μάτια.  Στο χώρο αυτό δεν υπήρχαν άλλοι εργαζόμενοι κι έτσι, έκανε ότι μπορούσε να καθιστερήσει, προσπαθώντας τάχα να τον καθαρίσει απ’τον ασβέστη. Καλούσε για βοήθεια σε μέρος που δεν θ’ακουγόταν.

82                                                                                          
     Όταν τελικά ήλθε “το πρώτων βοηθειών” απ’τον Ερυθρό Σταυρό, ο Μαστρολάμπρος ακολούθησε κι αυτός μέσ’το όχημα “από καθήκον κι ενδιαφέρον” κλαίγοντας· εσωτερικά από χαρά κι εξωτερικά από λύπη.  Ο δεσμοφύλακας δεν έχασε τελείως την όρασή του, αλλά έβλεπε πολύ θολά.  Έτσι πήρε πρόωρη σύνταξη.
     Κάποτε που συναντήθηκαν στο δρόμο και που το θλιβερό αυτό γεγονός τους είχε φέρει κοντύτερα, πήγαν για καφέ. Εκεί ο δεσμοφύλακας του εκμυστηρεύτηκε ότι τους είχε βαρεθεί πια. Δε μπορούσε άλλο τη βαρβαρότητα.  Χάρηκε που πήρε σύνταξη ακόμα κι έτσι.  Όταν χώρισαν ο Λάμπρος έφυγε μ’ανάμικτα συναισθήματα.  Ήταν τότε που έμαθε ότι ο άνθρωπος που του έβγαλε το μάτι δεν ήταν πια αυτός ο ίδιος, ήταν άλλος. Είχε επίσης διαπιστώσει ακόμα πως ούτε πολλοί αριστεροί πια ήταν αριστεροί, μα ούτε και πολλοί δεξιοί ήταν δεξιοί. Ακόμα ότι οι περισσότεροι πιστοί είχαν γίνει άπιστοι κι ότι πολλοί άθεοι είχαν γίνει ασυνείδητα πιστοί ή τέλος πάντων πιστότεροι απ’τους πιστούς.
      Αυτό ήταν δείγμα μιας παρακμής, ενός κόσμου που έφθινε, αλλά συγχρόνως κι ελπίδας αφού μάλλον γεννιόταν ένας άλλος καλύτερος. Όπως έλεγε κι ο Γιαννης Λεούσης, καθοδηγητής του στην ΚΟΒΑ, “mudus senescit”, δηλαδή ο κόσμος φθίνει. Αυτό ο Λάμπρος το έβρισκε βαθύτατα φιλοσοφημένο κι όποτε βρισκόταν σ’αδιέξοδο ή αμηχανία, το επαναλάμβανε σαν φάρμακο: mudus senescit, mudus senescit, mudus senescit… Ο καθοδηγητής του αυτός, ήταν ο ήρωάς του όχι μόνο γιατί υπήρξε τουλάχιστον είκοσι χρόνια έγκλειστος σε «σωφρονιστικά ιδρύματα» χωρίς να σωφρονιστεί, αλλά και για το όποιο ερώτημα είχε πάντα μ’απόλυτη σιγουριά μιαν απάντηση. Όταν ερωτάτο για την κατάντια της αριστεράς, απαντούσε σιβυλλικά: Ένα είναι το κόμμα κι ο νοών νοείτο.

Κι επειδή η διήγηση με τον Παπαλέξανδρο ξεχείλωσε τόσο, δεν είναι δυνατό να μην φτάσει ως το τέλος: Ο δεσμοφύλακας λοιπόν, που δεν ήταν πια ένα απρόσωπο κτήνος κι είχε πάρει ανθρώπινη μορφή, ήταν ο Φωκίων Γρουμπούλης. Αυτός κατήγετο από ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας και δεν γνώρισε πατέρα, αφού οι δημοκράτες τον έστειλαν να πολεμήσει στα βάθη της Ασίας, στο Σαγκάριο ή κάτι τέτοιο όπου άφησε τα κόκαλά του.

83
     Έχοντας λοιπόν σαν εφόδιο αυτό και τον βασιλόφρονα πατριωτισμό του, κατετάγη στον εθνικό στρατό κι από κεί, διορίστηκε δεσμοφύλακας στον Αϊστράτη. Έτσι τελικά βρέθηκε στις φυλακές της Καλλιθέας.
      Όταν συνταξιοδοτήθηκε ήταν μπεκιάρης, αφού με το στρατό και τα σωφρονιστικά ιδρύματα, δεν τού’μεινε καιρός για γάμο. Τώρα όμως με τη σύνταξη, αλλά και την αναπηρία, ήταν άμεση η ανάγκη ν'αποκατασταθή.  Κάποιοι φίλοι λοιπόν του συνέστησαν την Αμαλία Πόθου.  Η Αμαλία υπήρξε ένα πανέμορφο κορίτσι με ήθος και πατριωτικές αρχές. Η μητέρα της η κυρία Μπέτη ήταν εξαιρετική μοδίστρα. Έραβε την κυρία Όλγα Σκρέκη, η οποία ήταν μαντάμ ντε κομπανύ της αυτής μεγαλειότητος της βασίλισσας Φρειδερίκης και η οποία κατήγετο απ’τη μεγάλη οικογένεια των Σκρέκιδων της Βίεννης του περασμένου αιώνα.   Απ’αυτήν γνώρισε κι άλλες κυρίες ντε κομπανύ, οι οποίες όταν ήθελαν κάτι πρόχειρο, που δεν ήταν ανάγκη να έλθει από το Παρίσι, τη φώναζαν.
      Η Αμαλία τα είχε μπλέξει μ’ένα εξαίρετο παιδί στην κατοχή, τον αστυφύλακα Αλέκο. Αυτός ήταν ένας πραγματικός ιππότης, ο οποίος εκτός αυτού καθάριζε για όλα. Η Αμαλία βέβαια τον χρησιμοποιούσε και για τις φίλες της.      Όταν κάποιοι μεθυσμένοι Ιταλοί είχαν μπει στο σπίτι της γειτόνισσας και φίλης της Μαρίτσας που ήταν πολύ όμορφη, αφού ξυλοφόρτωσαν τον άντρα της, γύρευαν “κρεβάτι”. Η Αμαλία που κατάλαβε τι γινόταν, πήγε γρήγορα στο φαρμακείο και τηλεφώνησε στον Αλέκο. Σε δέκα λεπτά ο Αλέκος έφτασε από το Θ΄ με δυο φίλους και καθάρισαν.
      Ο Γάμος είχε οριστεί αμέσως μετά την απελευθέρωση. Όμως η Αμαλία του είχε ήδη δοθεί αφού είχαν τρελό έρωτα κι αμέριστη εμπιστοσύνη.   Ακόμα και η μητέρα της έκανε τα στραβά μάτια όταν ο Αλέκος την πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα να “συζητήσουν τα ιδιωτικά τους”.  Βέβαια η κυρία Μπέτη ήξερε ότι ο Αλέκος δεν είχε ολιγωρήσει και την είχε ξαπαρθενέψει, έτσι τα προσχήματα είχαν πέσει κι έμπαινε στο σπίτι σαν σώγαμπρος.

84                                                                                          
      Με την απελευθέρωση ο Αλέκος πήρε παράταση λόγω του ανταρτοπόλεμου και με το τέλος του ανταρτοπόλεμου, απεσπάσθη σε άγνωστη περιοχή.  Η κυρία Μπέτη κινήθηκε αστραπιαία και μέσω των “γνωριμιών” της, έμαθαν την αλήθεια.  Ο Αλέκος ήταν παντρεμένος στη Θεσσαλονίκη με δυο παιδιά. Βέβαια αυτό που έκανε στο κορίτσι, θεωρήθηκε άναδρο και πρόστυχο, αλλά δεν θα μπορούσαν να διαλύσουν μια οικογένεια για χάρη της.  Εξάλλου οι εποχές τότε ήταν έκρυθμες· ακόμα οι καλές κοπέλες δεν δίνουν την παρθενιά τους προ του γάμου.
      Όταν η κυρία Όλγα Σκρέκη είχε πάει εκεί να διαμαρτυρηθεί στον διοικητή του, αυτός ζήτησε από την “κυρία των τιμών” να παραβρεθεί στην επίπληξη, αλλ’αυτή δεν ήθελε να είναι παρούσα.  Θ’άκουγε από διπλανό δωμάτιο.
    Ο Αλέκος τότε είχε γίνει υπαστυνόμος και η σχέση του με τον διοικητή ήταν φιλική. ―Βρε παιδί μου πως μπόρεσες, αξιωματικός με τέτοια εύσημα στο σώμα, να υποπέσεις σ’αυτό το λάθος;  Ο Αλέκος έσκυψε το κεφάλι, το έβαλε ανάμεσα στις χούφτες του και ξέσπασε σε λυγμούς.
―Αρχηγέ του απάντησε, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πλάσμα, η αναπνοή της, το άγγιγμά της, το περπάτημά της, ―όταν τη βλέπω η καρδιά μου χτυπά άναρχα. ―Λοιπόν θες να πεις ότι σε παρέσυρε; ―Αρχηγέ, την αγάπησα κι ακόμα την αγαπώ, είναι ότι καλύτερο έχει συμβεί και θα συμβεί στη ζωή μου. Αν ξαναγύριζε πίσω ο χρόνος πάλι το ίδιο θά’κανα κι αν δεν είχα δυο παιδιά, δε θα ξαναγύριζα στη γυναίκα μου.
      Η κυρία Σκρέκη ξέσπασε σε λυγμούς. Έφυγε κρυφά χωρίς να χαιρετήσει τον διοικητή. Ανάμεσά τους λοιπόν υπήρξε αυτό το μικρό ιερό ερωτικό μυστικό. Όμως με την πρόωρη αναχώρησή της δεν άκουσε τη συνέχεια της απολογίας του Αλέκου.
―Για το μόνο που μετανιώνω αρχηγέ, είναι ότι την απατούσα με την φίλη της τη Μαρίτσα.    Κάποια μέρα που περνούσα μετά την υπηρεσία απ’τη γειτονιά, τη συνάντησα στο δρόμο.

85
Ήταν αυτή για την οποία είχα επέμβει κάνοντας το καθήκον μου ως όργανο της τάξης, τότε που είχαν μπεί στο σπίτι της μεθυσμένοι Ιταλοί και προσπάθησαν να την βιάσουν.   Η Μαρίτσα με παρακάλεσε να περάσω για λίγο στο σπίτι της να με φιλέψει, αφού από τότε που συνέβει το γεγονός δεν μ’είχε ξαναδεί να με ευχαριστήσει.  Τηγάνισε γρήγορα-γρήγορα μερικά μπαρμπουνάκια κι έβγαλε ένα ποτήρι μπίρα. Αυτή, την ώρα που έτρωγα, γύρισε φορώντας μια αποκαλυπτική ρόμπα. Κάθισε στην απέναντι πολυθρόνα προκλητικά σταυροπόδι και με κοιτούσε σα ν’απολάμβανε την παρουσία μου. Όταν τελείωσα με πλησίασε πάρα πολύ κοντά και μου ψιθύρισε στ’αυτί, σα να με φυσάει μια αρωματική αύρα: είσαι πολύ χαριτωμένος.  Εγώ κατάλαβα.  Της τόνισα όμως για να την αποφύγω, ότι είμαι εν υπηρεσία κι ότι έπρεπε να φεύγω. Αυτή με μια χαριτωμένη αυταρχικότητα, άπλωσε το αριστερό της χέρι, μ’έπιασε θωπευτικά από το σβέρκο και κουνώντας το δάχτυλο του δεξιού της χεριού απαγορευτικά, πλησίασε ακόμα κοντύτερα έτσι που το μπούτι της να μπει σχεδόν “κατά λάθος” ανάμεσα στα πόδια μου και να με αγγίξει στο ευαίσθητό μου σημείο.  Δεν θα φύγεις από δω με ένα τόσο μικρό κέρασμα είπε χαριτωμένα, αλλά και μ'ένα μικρό λαχάνιασμα αφού η αναπνοή της έδειχνε ότι ήθελε διακαώς και κάτι άλλο. Μου έβγαλε το σακάκι και με οδήγησε τραβώντας με από το χέρι στο υπνοδωμάτιο. ―Ο άντρας μου έχει πάει ταξίδι και θα γυρίσει αύριο είπε μ’έναν ερωτικά συνωμοτικό τρόπο. Έριξε τη ρόμπα κι έμεινε γυμνή.  Πέσαμε στο κρεβάτι και κάναμε βίαια και γρήγορα έρωτα.  Άναψα τσιγάρο κι η Μαρίτσα μου το πήρε απ’το στόμα, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και το ξανάβαλε στο στόμα μου.  Αυτή η γυναίκα ακόμα και την απλούστατη κίνηση της, έκανε έτσι που να προκαλεί ερωτικά. Στην αρχή νόμιζα ότι το έκανε προσποιητά αλλά μετά κατάλαβα ότι ήταν απ’τη φύση της, ήταν γεννημένη πόρνη. Όταν αποφάσισα να σηκωθώ με τράβηξε αυταρχικά. ―Που πας; μου είπε, εγώ δεν τελείωσα.   Όταν  φύγεις από δω, αυτή τη μέρα δε θα την ξεχάσεις ποτέ.  Εξάλλου μου το χρωστάς. Σου ζήτησα εγώ να έλθεις να με σώσεις. Μπορεί να ζητούσα βοήθεια για τα μάτια  της γειτονιάς, αλλά μέσα μου το ήθελα τόσο πολύ να με καβαλάνε ο ένας μετά τον άλλο δυο μεθυσμένοι Ιταλοί, κι εγώ να μυξοκλαίω.

86                                                                                               
Η Μαρίτσα ήδη είχε αρχίσει τον νέο ερωτικό γύρο κάνοντας όλα όσα μπορούν να γίνουν με το στόμα.  Έμεινα όλο το βράδυ εκεί και δεν πήγα στην Αμαλία με τη δικαιολογία ότι είχα επείγουσα υπηρεσία.  Από τότε κύριε Διοικητά βρέθηκα ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Η μια ήταν άγγελος κι η άλλη διάβολος, αλλά δεν μπορούσα να διαλέξω μία ανάμεσά τους.

Η Αμαλία γνωρίστηκε με τον Παυλή, τον κουτσό που γνωρίσαμε στις άλλες διηγήσεις. Ο Παυλής με μιαν αναπηρική σύνταξη απ’το κράτος, αφού του είχε κόψει το πόδι ένα τραμ, με το κόμμα στην παρανομία, μόνος κι έρημος κι η Αμαλία στο περιθώριο πια, ένωσαν τις μοναξιές τους χωρίς γάμο, δια λόγου.      Μολονότι αυτός κομουνιστής κι αυτή βασιλικών φρόνημάτων, κόλλησαν. Έζησαν δυο χρόνια χαράς, μέχρι που ο Παύλος έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε.       
    Η Αμαλία λοιπόν παντρεύτηκε με παπά και με κουμπάρο το Φωκίωνα. Ήταν τότε πια σαραντάρα κι ακόμα όμορφη, αλλά φαινόταν μεγαλύτερη. Ποτέ όμως δεν έχασε την ελπίδα για χαρά, όπως κι αν ερχόταν.  Έτρωγαν το ψαράκι τους, έπιναν τη μπιρίτσα τους και μετά καθόντουσαν αγκαλιά στην κρεμαστή κούνια που είχαν στο μεγάλο μπαλκόνι κι ερέμβαζαν, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Αυτή θυμόταν τον Αλέκο, που ήταν ο έρωτας της ζωής της κι ο Φωκίων τις δόξες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου ήταν “βασιλιάς”. Τότε σιγοτραγουδούσαν με νοσταλγία: «Σόφια, Μόσχα είναι τ’όνειρό μας, ποτέ θά’ρθει η άγια μέρ’αυτή που το τιμημένο λάβαρό μας στα βουνά της Μόσχας επάνω θα στηθεί» ή άλλα πατριωτικά εμβατήρια και τραγούδια.    Έζησε καλά άλλα πέντε χρόνια μέχρι που ο Φωκίων πέθανε.   Τον χτύπησε ένα ταξί καθώς, μολονότι δεν έβλεπε, είχε πάει βόλτα μόνος Κυριακή απόγευμα στο Ζάππειο. Η Αμαλία φόρεσε τρία χρόνια μαύρα, πήρε τη σύνταξή του κι άραξε στο διώροφο ως καταξιωμένη χήρα.

87
       Η ιστορία αυτή αληθινά δεν έκλεισε ακόμα. Η γειτονιά αφού οι ασήμαντες, αλλά σημαντικές προσωπικότητές της συνεχίζουν να τριγυρνούν και να χάνονται αργά μα σταθερά μέχρι σήμερα.
     Μόλις χθες έμαθα ότι χάθηκε ο Λάκης ο Ζακίνης.  Οι βετεράνοι του κόμματος του επιφύλαξαν κηδεία ήρωα. Με τις καραμπίνες τους τον φρούρησαν όλη νύχτα έξω από το νεκροθάλαμο κι όταν έμπαινε στο χώμα έπεσαν, τιμής ένεκεν κι οι ανάλογοι πυροβολισμοί.  Όπως άρμοζε κάποτε στους αντάρτες.                                                                                                   

88                                                                                           



10.          ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΠΑΠΠΟΥ

Είχαμε φτάσει στο καλοκαίρι του 50 κι όλες οι γνωστές μάχες είχαν πια τελειώσει. Όμως υπέφωσκαν ακόμα κάποιες που αν δεν γίνονταν θα υπήρχαν συνεχώς «διοικητικές» εκ-κρεμότητες και διεκδικήσεις στις γειτονιές.
      Τα Πετράλωνα είχαν μια ποδοσφαιρική ομάδα Τρίτης κατηγορίας, το δοξασμένο Ακράτητο που αρχικά ονομαζόταν «Πράσινα Πουλιά» ανάγοντας στον Παναθηναϊκό. Όταν όμως η ομάδα έπεσε στα χέρια των προσφύγων που ήταν Αεκτζήδες κράτησαν το πράσινο χρώμα αφού ήταν χρώμα της ελπίδας των προσφύγων για ένα καλύτερο αύριο, άλλαξαν όμως το όνομα. Η ομάδα μολονότι τρίτης κατηγορίας είχε στο ενεργητικό της μια νίκη επί του Α.Ο. Κηφισίας που ήταν Α¹ κατηγορίας, αλλά κι επί της Α.Ε.Κ στα πέναλτι για το κύπελλο Ελλάδος, αφού ο Κωλάρας, που ήταν φ'ιλαθλος του Παναθηναϊκού, εκείνη τη μέρα δεν έτρωγε γκόλ με τίποτα.
      Η αγωνιστική του έδρα ήταν το γήπεδο του Φωστήρα, που είχε την επωνυμία «Φονεύς των Γιγάντων» και το γήπεδο, λόγω του ότι ήταν έδρα κομουνιστικών ομάδων, λεγόταν Μόσχα.  Όταν οι αντίπαλες ομάδες είχαν αγώνα σ’αυτό το γήπεδο, έλεγαν με δέος ότι «είχαν αγώνα μέσ’τη Μόσχα», δηλαδή θα έπεφτε ξύλο. Ο Ακράτητος όμως έκανε προπόνηση στο «βασιλικό θέατρο». Αυτό ήταν ένα γηπεδάκι μικρό στην αρχαία Κοίλη Οδό, το οποίο είχε δημιουργηθεί απ’τις προσχώσεις της βροχής. Η Κοίλη Οδός ξεκινούσε από τον Άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και κατέληγε στα Πετράλωνα σαν ρέμα. Προπολεμικά είχε γίνει προσπάθεια στην έξοδο του ρέματος, νομίζω με πρωτεργάτη το Ροντήρη, να κτιστεί εκεί ένα ανοικτό θέατρο με αρχαία πρότυπα.  Το κτίσμα αυτό, είχε ονομαστεί στη γειτονιά Βασιλικό Θέατρο. Φυσικά δεν τελείωσε ποτέ. Έτσι είχε δημιουργηθεί ένα φράγμα στη ροή των υδάτων, απ’τις προσχώσεις του οποίου είχε γίνει το γήπεδο του βασιλικού θεάτρου, που απλά το λέγαμε «βασιλικό». Επειδή αυτό το γήπεδο  χρησιμοποιούσαν οι μεγάλοι κι όχι η «μαρίδα», δηλαδή η αλανοπιτσιρικαρία, γήπεδο μας ήταν το «αστεροσκοπείο». Δηλαδή, το μικρό πλάτωμα μπροστά στο παλιό αστεροσκοπείο με γύρω-γύρω βραχάκια για κερκίδες.

89
     Το «αστεροσκοπείο» όμως διεκδικούσαν κι οι Θησιώτες.   Αυτό στην αρχή είχε λυθεί με την πρωτιά. Δηλαδή αυτοί που είχα αρχίσει παιγνίδι πρώτοι, έπαιζαν κι οι άλλοι περίμεναν να τελειώσουν αυτοί για να παίξουν.  Επειδή όμως το ποδόσφαιρο ήταν παιχνίδι της αλαναρίας κι επειδή στο Θησείο που ήταν πλούσια συνοικία, τα παιδιά ήταν βουτυρόπαιδα κι έτσι τ’αλανάκια ήταν λίγα και υπήρχε πρόβλημα. Δηλαδή δε μπορούσαν να περιμένουν τα βουτυρόπαιδα που δε συμπλήρωναν ομάδες και κωλοβαρούσαν με το «μονότερμα» στο γήπεδο, μια δωδεκάδα παιδιά για να παίζουν «δίτερμα», πέντε-πέντε ή έξη-έξη. Ακόμα υπέφωσκε και το υποδόριο μίσος των Πετραλωνιτών και των Θησειωτών, που είχε ταξική αιτία. Απ’τη μια οι πλούσιοι κι απ’την άλλη οι φτωχοί, άσχετα αν τα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο μολονότι Θησειώτες ήταν κι αυτοί φτωχοί. Βέβαια όταν μιλάμε για τη φτώχεια και τους φτωχούς εκείνης της εποχής, πρέπει να πηγαίνει ο νους μας στον Ασύρματο, την προσφυγική συνοικία. Εκεί τα σπίτια ήταν διώροφα παραπήγματα 2Χ3 τ.μ. όπου ο Α΄όροφος απλά ήταν κρεβάτι για όλη την οικογένεια και το ισόγειο ήταν κουζίνα που τρώγαν καθιστοί στο πάτωμα. Τα δρομάκια ανάμεσα στα σπίτια ήταν ενάμισι μέτρο πλάτος και το χειμώνα ήταν λασπωμένα. Ακόμα ο συνοικισμός έπαιρνε νερό από τρεις βρύσες που λειτουργούσαν με ωράριο. Δηλαδή ουρά μια ώρα το πρωί και μια ώρα το απόγευμα, για να μη γίνεται σπατάλη, αφού αυτό το νερό η Ούλεν το πρόσφερε στους πρόσφυγες δωρεάν.  Άρα για τους Ασυρματιώτες των Πετραλώνων όλοι ήταν πλούσιοι κι αυτοί ήταν οι φτωχοί.
      Έτσι άρχισε στο γήπεδο του αστεροσκοπείου μια αντιπαλότητα με κάποια σπρωξίματα, καρπαζιές και τελικά πετροπόλεμο, όπου υπερίσχυσαν τα Πετραλωνιτάκια και τα Θησιωτάκια κατρακύλησαν στην απότομη κατηφόρα προς την Ακάμαντος.  Το γήπεδο έτσι είχε περάσει βίαια στα αλανάκια των Πετραλωνιτών κι αν ήθελαν τα Θησιωτάκια να παίξουν έπρεπε να περιμένουν να τελειώσουν οι άλλοι ή να χωθούν σε κάποια ομάδα, όταν δεν ολοκληρώνονταν οι αντίπαλες εξάδες.

90                                                                                           
   Ήταν Αύγουστος του 50 όταν συνέβη τ’αναπάντεχο.  Πήγαμε να παίξουμε στο «γήπεδό μας» κι οι Θησειώτες μας είχαν στήσει «καρτέρι θανάτου». Είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά αλανάκια κι από άλλες γειτονιές, πανέτοιμοι με τόξα και σφεντόνες με δίπροκα. Τις σφεντόνες βέβαια όλοι τις ξέρουνε. Τα τόξα ήταν ελάσματα ή ελαστικά ξύλα με χοντρό λάστιχο για εκτοξευτή και βέλη από μεταλλικά στηρίγματα ομπρέλας, τα οποία στη μύτη ήταν ακονισμένα. Ήταν φανερό ότι αυτό είχε προετοιμαστεί. Στο μπαράζ της επίθεσης μολονότι προσπαθήσαμε ν’αντισταθούμε πετώντας πέτρες με τα χέρια, μετά από σκληρή μάχη αρκετής ώρας και μολονότι είχαν έλθει πρόχειρες ενισχύσεις απ’τον Ασύρματο, είχαμε πολλές απώλειες και υποχωρήσαμε. Πολλά κεφάλια σπασμένα και καρφωμένα στο σώμα δίπροκα και βέλη. Εγώ πολύ αργά κατάλαβα ότι είχα στον κρόταφο, δίπροκο καρφωμένο κι έτρεχε αίμα χωρίς να το νιώθω. Αυτό όμως που μας πείραξε περισσότερο ήταν ότι κάποιοι Θησειώτες, όταν εμείς το σκάγαμε και μας κυνήγησαν ως την Καλλισθένους, δηλαδή “ήττα κατά κράτος”, τραγουδούσαν «τους Xίτες του Θησείου μας τους προσμένει δόξα και τιμή…».       Οι μάχες βέβαια για το «αστεροσκοπείο» συνεχίστηκαν κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Τελικά ένα φερτό παιδί, ο Μάκης ο Μάτουλας, κατάφερε να μας συμβιβάσει και να δοθεί ειρηνική λύση. Ο Μάκης λεγόταν Μάτουλας αφού επιδίδετο μ’επιμέλεια στην ιερή τέχνη του μπανιστηριού, αφού στο Φιλοπάππου εκτός από τα ζευγα-ράκια, έκαναν πιάτσα και πολλές παράνομες πουτάνες. Αυτές ο Γιωρίκας ο γιος της Βικτόριας, της περίφημης τσατσάς της «Σπήλιας», τις ξυλοφότωνε για να φύγουν και να μην χαλάνε την πιάτσα ή της μάζευε στο «μαντρί» για νέο αίμα.   Μη νομίσετε ότι αυτά τα κορίτσια ήταν αλήτισσες, εκεί τις οδήγησαν οι συγκυρίες. Για τρία κορίτσια που ήταν γειτονόπουλα, η παρέα τουλάχιστον των φίλων, ήξερε καλά πως έγινε.
     Η πρώτη, η Σουλτάνα, ήταν η επίσημη αγαπητικιά του Γιωρίκα. Και μη νομίζεται ότι ο Γιωρίκας ήταν κάποιο τέρας. Ήταν ένα ψηλό μελαχρινό λεβεντόπαιδο, που μπήκε στη δουλειά λόγω της μάνας του της Βικτόριας και της θείας του της Αμαλίας, που κυριαρχούσαν αδιαμφισβήτητα στο βραδυνό ερωτικό χώρο του Φιλοπάππου και μάλιστα α-
πό προπολεμικά είχαν κατοχυρώσει τη «Σπηλιά» σαν μαγαζί τους. 

91
Εκτός των άλλων ο Γιωρίκας είχε υπηρετήσει εθελοντής στην Κορέα κι είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη της αστυνομίας αλλά και “κοινωνικό κύρος” με τα λάφυρα που είχε φέρει από κει (χαλιά, φορέματα και πιατικά).
    Ο Γιωρίκας λοιπόν έστελνε τη Σουλτάνα και τ’άλλα δύο κορίτσια, για τα οποία θα μιλήσουμε αμέσως μετά, με ραντεβού σ’ευκατάστατους οικονομικά κυρίους της γειτονιάς ή και σ’άλλους, πού’χε φτάσει η φήμη για την ομορφιά τους.  

Η δεύτερη ήταν η Ασπασούλα ή Σούλα ή τελικά Όλγα επί το αριστοκρατικότερο. Αυτή είχε κλασική κορμοστασιά και φυσιογνωμία, ήταν σαν αρχαία θεά.
      Ο κύριος Γεράσιμος Παπαδάτος, ήταν ο υφασματέμπορος της γειτονιάς. ―Είχε ένα τεράστιο μαγαζί στην πλατεία Σπ. Μερκούρη με τέσσερις υπαλλήλους και ήταν παντρεμένος με την κυρία Μελίνα απ’την Πόλη. Δεν είχαν παιδιά κι έτσι η κυρία Μελίνα ήθελε, τώρα που είχε πια γεράσει, να πάρουν μια ψυχοκόρη απ’την Κεφαλλονιά, που είναι άνθρωποι με αρχές να την βοηθάει και να τη φροντίσει στα γεράματά της. Και φυσικά ό,τι είχαν θα γινόταν δικό της. Ο κύριος Μάκης έφερε μιαν εξ’αγχιστείας ανιψούλα του, η οποία ήταν φτωχιά και την είχε βάλει από μικρή στο μάτι. Αυτό το κοριτσάκι μόλις που είχε ξαπεταχτή κι αν αργούσε σίγουρα κάποιος θα το στεφανωνόταν και θα τό’χανε. 
     Οι γονείς της καταχάρηκαν αφού μια μεγάλη πόρτα άνοιγε για την κορούλα τους. Όταν το κορίτσι εγκαταστάθηκε στο σπίτι, της παραχώρησαν ένα τεράστιο δωμάτιο γεμάτο πολυτελή έπιπλα. Το κρεβάτι της ήταν φτιαγμένο από σύννεφο. Κολακεύτηκε και χάρηκε τόσο, που αμέσως γονάτισε και φίλησε το με μητρικό σεβασμό το χέρι της κυρίας Μελίνας η οποία απαίτησε, από δω και πέρα να την λέει «μητέρα».  Περιέργως όταν κατ’ιδίαν είδε τον κύριο Μάκη και πήγε να του φιλήσει το χέρι, αυτός το τράβηξε και την αγκάλιασε με εγκαρδιότητα. ―Αγάπη μου, της είπε αστειευόμενος, εγώ δεν είμαι γέρος, θέλω να με βλέπεις πρώτα σαν φίλο και μετά σαν πατέρα. Η Ασπασία κολακεύτηκε τόσο που τον έσφιξε στην αγγαλιά, σα να ήταν παλιοί φίλοι και τον φίλησε στα δυο μάγουλα.―Αυτό μάλιστα, είπε ο κύριος Μάκης, που πραγματικά φαινόταν πολύ νεότερος απ’ό,τι ήταν αλλά και πολύ χαριτωμένος. Καλύτερα φίλοι της είπε εγκάρδια.

92                                                                                           
     Ο κύριος Μάκης ήταν πολύ ικανοποιημένος με την ραγδαία εξέλιξη του ονείρου του.  Μπορούσε να κάνει σχέδια για γρήγορη πραγμάτωση.  Της ζήτησε όμως κλείνοντας το μάτι πονηρά και χαριτωμένα, να τον λέει Μπαμπά μπροστά στη Μελίνα. ―Πρέπει να ξέρεις κορίτσι μου ότι δεν περίμενε να είσαι τόσο όμορφη κι όπως ξέρεις οι γυναίκες ζηλεύουν. Θα σου εκμυστηρευτώ κάτι που δεν το ξέρει κανείς. Η σχέση με τη γυναίκα μου έχει από χρόνια σβήσει αφού κάθε φορά που προσπαθούσαμε για παιδί τό’χανε κι ένιωθε ένοχη γι’αυτό και οπωσδήποτε δυστυχισμένη.  Αυτή η δυστυχία μπήκε για πάντα ανάμεσά μας και γι’αυτό πρόσεχε ακόμα και πως με κοιτάς. Η Ασπασία συγκινήθηκε απ’αυτή την ιστορία κι όπως τα πρόσωπά τους είχαν πλησιάσει για να της πει το μυστικό, αλλά κι όπως ο Μάκης είχε καταφέρει να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα οικειότητας τον χάιδεψε και του φίλησε τα μαλλιά. Αμέσως μετά κοκκίνησε και του ζήτησε συγνώμη για την υπερβολική οικειότητά της, αλλά ο Μάκης, κατέβασε υποκριτικά συγκινημένος το κεφάλι και την ευχαρίστησε, αφού όπως είπε, είχε πολλά χρόνια να τον αγγίξει γυναίκα με τρυφερότητα.  Τόνισε τη λέξη «γυναίκα» για ν’αφήσει το υπονοούμενο ότι δεν την έβλεπε σαν κοριτσάκι και μάλιστα κόρη του.  Της ζήτησε την επόμενη μέρα, όταν η Μελίνα τη στείλει για ψώνια, να περάσει απ’το εμπορικό, να της δώσει χρήματα και να πάνε στα μαγαζιά την πρώτη φορά μαζί για να ξέρουν όλοι ποια είναι. Και μετά απ’αυτό γύρισε κάπως χαριτωμένα και της είπε με νόημα:  Για να γνωρίσεις και την περιουσία σου. ―Μα του είπε, αφού θα πάμε μαζί δεν χρειάζεται να μου δώσετε χρήματα. ―Όχι είπε αυτός με στόμφο και κουνώντας αυστηρά το δείχτη του δεξιού του χεριού, θα πληρώσεις εσύ για να μάθουν όλοι ποια είναι η κυρά του σπιτιού.  Και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο με πατρική τρυφερότητα. ―Άντε-άντε, πήγαινε τώρα στην κυρά σου και κλείνοντάς της ξανά πονηρά το μάτι, την πόνιασε να μην της ξεφύγει τίποτα απ’τα μυστικά τους.
     
93
    Την άλλη μέρα της έδειξε την περιουσία της και κάλεσε ταξί.  Δεν ψώνισαν στη γειτονιά, αλλά στην αγορά, κυρίως στη Ερμού, όπου την έντυσε σαν πριγκίπισσα και της αγόρασε χρυσό σταυρό.
     Αυτά βέβαια τόνισε ότι ήταν κρυφά δώρα κι γυναίκα του δεν έπρεπε να γνωρίζει.  Ο Μάκης είχε από βραδύς ψήσει τη γυναίκα του ότι έπρεπε να πάρει την Ασπασία στα μαγαζιά να μην είναι σαν φτωχοβλαχούλα αφού πια πρόκειτο να γίνει κόρη τους. Έτσι καί η Μελίνα τό’ξερε καί η Ασπασία παραμυθιαζόταν, ότι υπήρχε μια αδιόρατη ερωτική ενοχή. Γιατί τέλος πάντων είχε καταλάβει την αδυναμία του Μάκη γι’αυτήν, αλλά δεν ήξερε μέχρι που ακριβώς το πάει.
         Τη δεύτερη βδομάδα κι αφού η Μελίνα πια έπινε νερό στ’όνομα της Ασπασίας, ο Μάκης πήγε τη Μελίνα στην Κηφισιά να παίξει χαρτιά σε μια ξαδέλφη της. Έτσι βρέθηκαν μόνοι στο σπίτι. Τότε ο Μάκης “ένιωσε” έναν αβάστακτο πόνο στην πλάτη. Η Ασπασία ανησύχησε και ρώτησε αν πρέπει να φωνάξει το γιατρό. ―Έλα μωρέ δεν είναι τίποτα σήκωσα κάποια βάρη στο μαγαζί και “στράβωσα” λίγο, απλά πονάει πολύ και θέλει λίγο τρίψιμο μ’αυτή την αλοιφή. Όταν θα’ρθει η Μελίνα θα με τρίψει και θα γίνω αμέσως καλά. Τότε η Ασπασία ένιωσε παραμερισμένη.   ―Καλά εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό Μάκη μου. Της είχε ζητήσει όταν ήταν μόνοι για να μην παραξηγηθούνε να μιλάνε σαν φίλοι. ―Και βέβαια μπορείς, της είπε, αλλά δεν τόλμησα να στο ζητήσω. Και με λίγο ένοχο τρόπο ψιθύρισε έτσι που σίγουρα να το ακούσει κι αυτή, ―γιατί μπορεί να σκανδαλιστούμε.
     Όπως τον έτριβε της ζήτησε να καβαλήσει στην πλάτη του και να βάλει όλη της τη δύναμη. Αυτή ξεκούμπωσε τη ρόμπα της απ’τη μέση και κάτω, για να μπορεί να τον καβαλήσει. Τα μπούτια της φάνηκαν ορθάνοιχτα κι αυτός τα ένιωσε. Κρυφοκοίταξε αλλ’αυτή νόμιζε ότι δεν μπορούσε να δεί τίποτα κι έτσι δεν την πείραζε. Αφού τον έτριψε πολύ καλά ξεκαβάλησε και άρχισε να τον τρίβει στο στήθος. Τον έτριβε απαλά και τρυφερά, έτσι που τον διαπερνούσε μια γλυκιά ανατριχίλα που τον είχε αναστατώσει. Τότε αυτός μ’ ένα χαριτωμένο θυμό, της εξήγησε: ―Έτσι δεν κάνεις τίποτα αγαπούλα και τη γύρισε

94
ανάσκελα να της δείξει πως γίνεται. Αυτή κοκκίνησε όταν κατάλαβε τι ακριβώς θέλει αλλά είχε κι’αυτή αρχίσει να ενδίδει στις επιταγές του ενστίκτου. Καβάλησε πάνω του κι άρχισε να τον τρίβει, έτσι που κατ’ανάγκη το επίμαχο σημείο της είχε εφαρμόσει και παλινδρομούσε αναγκαστικά στο μόριό του που ήταν σε πλήρη στύση.  Αυτός τότε, αφού είχαν πέσει τα προσχήματα, με μια γρήγορη κίνηση τη γύρισε ανάσκελα. Αυτή πάλεψε λίγο αλλά παραδόθηκε. Τη φίλησε στο στόμα και την έγδυσε αφήνοντας το σώμα της ξέσκεπο και γυμνό πάνω στο κρεβάτι να το απολαύσει. Οι αντιστάσεις της είχαν πια εξανεμιστεί απ’τον πόθο. Έπεσε επάνω της στην αρχή με τρυφερότητα· της φιλούσε τις ρόγες και το σώμα έως τη στιγμή που δεν μπορούσε πια ν’αντισταθεί άλλο στο ζωώδες του ένστικτο. Τότε αγρίεψε κι η Ασπασία μολονότι είχε παραδοθεί στον πόθο, τρόμαξε κι ασυναίσθητα την έσχατη στιγμή προσπάθησε να του ξεφύγει. Πάλεψαν λίγο. Αυτό όμως ήταν που άναβε το Μάκη ακόμα περισσότερο, αφού οι πόρνες έκαναν τη δουλειά τους απόλυτα υποταγμένες. Τη διακόρευσε βίαια, δηλαδή όπως λένε στη γειτονιά, την έσπασε. Όταν αυτή πόνεσε συνήλθε από την ηδονική νάρκη που είχε υποπέσει, προσπάθησε ξανά να του ξεφύγει. Όμως δεν μπόρεσε, γιατί την είχε ακινητοποιήσει. Εξάλλου είχε ήδη χάσει αυτό που θά’θελε να προστατεύσει. Έτσι βυθίστηκε μέχρι το τέλος στο έρεβος της ηδονής κι άφησε το Μάκη να δείξει τον αληθινό του εαυτό και να λυσσομανάει πάνω της σαν άγριο ζώο.  Όταν πια ξεθύμανε τραβήχτηκε από πάνω της, άναψε τσιγάρο, κάθισε δίπλα της και τη χάιδευε με τρυφερότητα σα να ήταν η γάτα του. Αυτή, που είχε χάσει πια την αγνότητά της, είχε κρύψει το πρόσωπό της και κρυφόκλαιγε με λυγμούς. Ο Μάκης απολάμβανε μ’απύθμενη ηδονή αυτή τη σκηνή, ένιωσε ότι όλες οι στιγμές αυτής της διακόρευσης ήταν ανεπανάληπτα ηδονικές. Τη γύρισε απότομα να τον βλέπει. Αυτή δε μπορούσε πια να τον κοιτάξει στα μάτια, ένιωθε σαν δούλα ντροπιασμένη.  Ο Μάκης δεν μπορούσε πια να πιστέψει πόσες ηδονικές εκπλήξεις έκρυβε αυτό το άβγαλτο δεκαεπτάρικο θυλικό, του οποίου την κρυφή προσωπικότητα, μόλις είχε, με τον πιο βάναυσο τρόπο παραβιάσει και χαρεί.  

95
Την ήθελε ξανά και τη χάρηκε, μολονότι αυτή ένοιωθε ταπεινωμένη και βιασμένη, αλλά ανήμπορη πια να αντισταθεί. Ο κύριος Μάκης αφού χάρηκε τη σωματική της παραβίαση, κι επειδή η Ασπασία όταν διακορεύτηκε υπέπεσε μεν “αλλά ήθελε και δεν ήθελε”, δηλαδή αντιστάθηκε, τώρα παραβίαζε και την ψυχή της.  Έτσι με το πρώτο κρεβάτι της τά’παιρνε όλα.
        Κάποια μέρα η κυρία Μελίνα αρρώστησε. Πήγε στο νοσοκομείο.  Η ζωή της ήταν σε κίνδυνο. Όμως τη γλίτωσε κι έμεινε δέκα μέρες για θεραπεία.  Η Ασπασία στα πόδια της, την φρόντιζε με λατρεία. Η κυρία Μελίνα παρά τις παραινέσεις της Ασπασίας να μένει να την φροντίζει και το βράδυ, την έστελνε στο σπίτι.    Εκεί περίμενε ο Μάκης.
    Αυτός πια είχε εκτροχιαστεί ερωτικά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο απ’αυτήν.  Έπαιζε με τον εαυτό του ένα παιχνίδι βάναυσο και ψυχοφθόρο. Ένιωθε ότι η Ασπασία δεν ήταν απόλυτα δική του, ότι είχε κι άλλα να του δώσει αλλά αυτός δεν ήταν άξιος να τ’ανακαλύψει και να τα αποσπάσει με την ερωτική βία, που βέβαια γνώριζε πολύ καλά και την απολάμβανε ως το τέλος.  Το διάστημα λοιπόν που ήταν μόνοι στο σπίτι, την διέφθειρε από παντού, δηλαδή της έκανε όλα αυτά που απαιτούσε απ’τις πόρνες και σε κάθε μια διακόρευση απολάμβανε και το βίαιο ψυχολογικό παιχνίδι που της ασκούσε.  Η Ασπασία μολονότι είχε αρχίσει ν’απολαμβάνει και να μπαίνει στο σκοτεινό τούνελ των ερωτικών απαιτήσεών του, στο βάθος της ψυχής της ένιωθε ότι την βρόμιζε και είχε αρχίσει να τον σιχαίνεται. Αυτό ο Μάκης το ένιωθε και το περίμενε, αφού το παιχνίδι έπρεπε να έχει και την πτυχή της ερωτικής βίας την κάθε φορά. Έπρεπε να θέλει και να μην θέλει, για να μπορεί να την εξαναγκάζει. Αυτό τον τρέλαινε αφού η ίδια αυτή η διαδικασία απαιτούσε να την έχει, αλλά να μην την έχει κιόλας.  Ήξερε λοιπόν ότι δεν ήταν κατάδική του, αλλά αυτό το ήθελε μα δεν το ήθελε κιόλας, αφού από τη μια ήθελε να την κάνει τελείως δική του, από την άλλη θα έχανε τη διάσταση του βιασμού στην κάθε τους συνεύρεση.
      Η κυρία Μελίνα γύρισε, αλλά δεν μπορούσε να περπατήσει, έτσι την έβαζαν στο αναπηρικό καροτσάκι να γυρίζει στο σπίτι. 

96                                                                                            
Κάποια φορά που η κυρία Μελίνα δεν πρόλαβε να πάει στην τουαλέτα κι ανακουφίστηκε πάνω της, η Ασπασία κάνοντας το καθήκον της την καθάρισε και την έπλυνε.     Όταν πήγαινε τα βρόμικα στο πλυσταριό της ήλθε αηδία κι έκανε τον γνωστό ήχο του ξερατού χωρίς να ξεράσει.  Ο Μάκης, που τώρα πια την είχε κάνει τελείως δική του, την άρπαξε απ’τα μαλλιά ωθώντας τη σχέση τους περισσότερο στο σκοτάδι και την πήγε μπρος την κ. Μελίνα. Της δίνει δύο χαστούκια και την υποχρεώνει να ζητήσει συγνώμη από την κυρία της. Η κ. Μελίνα ταράχτηκε. Σε παρακαλώ μην το κάνεις αυτό είπε· και φυσικά το κορίτσι αηδίασε.  Αυτός οργισμένος την έσπρωξε και την έστειλε να κάνει μπάνιο για να μην αηδιάζει και να κλειστεί στο δωμάτιό της να διαλογιστεί.  Όταν έφυγε, ο Μάκης εξήγησε στην γυναίκα του ότι είχαν παραγνωριστεί κι έπρεπε “η κόρη τους” ν’αναλογιστεί ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο κι ότι λίγος σεβασμός πάρα πάνω μόνο καλό θά’κανε.  Αφού χάιδεψε μ’αγάγάπη τη γυναίκα του που ήταν τόσο βασανισμένη της, έδωσε να πιει το ζεστό της κι ένα ποτήρι νερό για το υπνωτικό.     Η Κυρία Μελίνα που δεν ένιωθε την ανάγκη υπνωτικού εκείνη τη μέρα, πήρε μια ασπιρίνη και ξάπλωσε. Ο Μάκης περίμενε την ανάλογη ώρα να δράσει το χαπί και αφού μπήκε στο δωμάτο της γυναίκας του την χάιδεψε, την φίλησε και την καληνύχτισε. Αυτή όμως που ήταν κάπως συγχυσμένη απ’τη συμπεριφορά του στην Ασπασία, απέφυγε ν’απαντήσει κι ο Μάκης πίστεψε ότι το χάπι είχε δράσει.
      Όταν ήταν πια σίγουρος ότι δεν θα ξυπνούσε ούτε με κανονιά, κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της Ασπασίας μ’ένα έντονο κι άρρωστο ερωτικό πάθος. Ήταν απ’το πάθος τόσο λαχανιασμένος, που για μια στιγμή η καρδιά του κόντεψε να σπάσει.  Σταμάτησε έξω απ’το δωμάτιό της για λίγο και προσπάθησε να ηρεμήσει.  Κι όταν οι σφυγμοί του άρχισαν να επανέρχονται σχεδόν στο κανονικό, μπήκε χωρίς να χτυπήσει. Αφού πια ήταν κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η Ασπασία δεν ήταν στο κρεβάτι αλλά είχε ζουριάζει σε μια γωνιά του δωματίου κι έκλαιγε μ’αναφυλλητά.  Δεν ήθελε να πάει στο κρεβάτι, τον σιχαινόταν.   Την άρπαξε από το μπράτσο, την έσυρε βίαια και την έσπρωξε στο κρεβάτι .Η θέση σου είναι εκεί της

97
ψιθύρισε σέρνοντας βίαια τη φωνή του σαν φίδι. Αυτή τρόμαξε μυξόκλαιγε και παρακαλούσε. Δεν θέλω, δε σε θέλω πια, άσε με σε παρακαλώ, αύριο το πρωί θα φύγω. ―Δε θα πας πουθενά, της είπε, από δω και πέρα μου ανήκεις.   Η Κυρία Μελίνα που δεν κοιμόταν άκουσε.  Με υπεράνθρωπη προσπάθεια κάθισε στο καροτσάκι και γύρισε τις ρόδες.  Είδε τον άντρα της ολόγυμνο να έχει γδύσει το κορίτσι, να είναι επάνω του σαν ζώο και να το βιάζει.
     Έβγαλε μια φωνή και λυποθύμησε. Ο Μάκης την είδε μα δεν μπορούσε πια να σταματήσει. Ένιωθε περισσότερη ηδονή αυτός να βιάζει, η Ασπασία να κλαίει και η γυναίκα του να πεθαίνει βλέποντας. Τον έπιασε μεγαλύτερη μανία. Η κ. Μελίνα συνήλθε και φώναξε: “βοήθεια”. Κάλεσε και την αστυνομία. Ανέβηκε απ’τη πίσω πόρτα η κυρία Πολυξένη η νοικάρα του ισογείου κι έμειν’άναυδη. Ο Μάκης κατηγορούσε την Ασπασία ότι τον είχε αποπλανήσει, αλλά αυτό δε μπορούσε να το χάψει με τίποτα η γυναίκα του. Επειδή όλα ανήκαν στην κ. Μελίνα ακόμα και το μαγαζί, τον έδιωξε. ―Πάρε τα πράγματά σου και φύγε απ’το σπίτι. Πήγαινε στο μαγαζί και κλέψε όλες τις εισπράξεις για χαρτζιλίκι και μην ξαναπατήσεις ούτε εδώ ούτε στο μαγαζί.  Και πρόσεξε τρέχα έρχεται η ασφάλεια. Και συ Ασπασία μολονότι δε φταις, μετά απ’αυτό καταλαβαίνεις ότι δε μπορείς να μένεις εδώ πια.   Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου της και της έδωσε πέντε χιλιάδες δραχμές για τα πρώτα της έξοδα και της ζήτησε να ξανάρθει την επόμενη μέρα.  Την αποζημίωσε με άλλα πενήντα χιλιάρικα.
     Η Ασπασία βρέθηκε ξαφνικά με πολλά για κείνη της εποχή λεφτά, με αρκετά ακριβά ρούχα και κοσμήματα. Ένιωσε ελεύθερη. Νοίκιασε σπίτι στο Θησείο κι έκανε ζωή.  Ξενύχτια, γκομενάκους και γλέντια. Τα λεφτά όμως τελείωσαν κι όταν διπλάρωσε τους παλιούς της γκόμενους αυτοί ήταν μπατίρια. Ένας εργένης τη σπίτωσε για λίγο κι αυτή κατάλαβε τότε ότι κάποιοι απ’την παλιά παρέα, πρέπει να πληρώνουν κάτι κάθε φορά που την κρεβάτωναν.  Οι άλλοι που δεν είχαν δικό τους σπίτι, αλλά έμεναν με τους γονείς τους ή ήταν παντρεμένοι, την πήγαιναν στου Φιλοπάππου.  Έτσι η αλαναρία που έκανε μπανιστήρι έβλεπε την Ασπασία να το κάνει με πολλούς και κατάλαβε.
                                                                                          
98
Κάποτε που ένας πελάτης την έστησε και περίμενε. Ο Στέλιος Λακιώτης, που δούλευε σε μηχανουργείο παραγιός ήταν σχεδόν δεκαπέντε χρονών και καμάρωνε ότι είχε πάει δυο φορές σε πουτάνα. Την διπλάρωσε κι αυτή δέχτηκε. Φυσικά κάναμε όλοι ρεφενέ και μας άφησε να βλέπουμε από κοντά.  Όταν όμως της ανέλαβε ο Γιωρίκας η τύχη της άλλαξε και έγινε κοκότα πολυτελείας.

Το άλλο κορίτσι ήταν η Πόπη απ’τη Ναύπακτο.  Αυτή είχε έλθει παρακόρη στην κυρία Μαρίνα Ξένου, η οποία είχε άνδρα της τον Ανανία και ανιψιό της τον Νότη.  Η κυρία Μαρίνα κι ο κύριος Ανανίας δεν είχαν παιδιά και είχαν μαζί τους τον Νότη, που ήταν γιος της αδελφής της Ερασμίας. Ο κ. Ανανίας είχε εργοστάσιο ελαστικών κι έφτιαχνε τόπια, ελαστικές κούκλες που είχαν στην πλάτη μια τρυπίτσα με σφυρίχτρα που έβγαζε τον ανάλογο ήχο όταν τις πίεζαν. Το εργοστάσιο επίσης έβγαζε και προφυλακτικά, τη “Σκουφίτσα” ή την “Αλεπουδίτσα”.
     Η Πόπη ήταν κοντούλα ολόασπρη, κατάξανθη και γαλανομάτα.  Ήταν μπουκιά και συχώριο, όπως έλεγε το καφενείο όταν περνούσε. Κι η συζήτηση της ερωτικής πείνας δεν σταματούσε εκεί. Άλλοι έκαναν το γνωστό σχήμα με το δάχτυλο, που ακολουθείτο κι απ’τη έκφραση της ερωτικής αποχαύνωσης, κι άλλοι έπαιρναν και στάσεις ανάλογες, δηλαδή πως την ήθελαν έτσι ή εκεί, να της κάνουν αυτό ή εκείνο και λεγόταν ότι μπορούσε να φανταστεί το πεινασμένο μυαλό του στερημένου άντρα.
      Την Πόπη φυσικά είχε βάλλει στο μάτι με αξιώσεις ο Νότης, που είχε το προβάδισμα, αφού ήταν εργοστασιάρχης και δεν ήταν ούτε πεινάλας, ούτε στερημένος. Επίσης ήταν το δουλικό του κι όπως νά’ναι θα είχε ήδη ”απλώσει” και ίσως θα είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο. “Την έχει ξεσκίσει”, έλεγε σέρνοντας τη φωνή του με πάθος ο Ηλίας ο ταξιτζής, ο επωνομαζόμενος Παραμύθας, γιατί όλα τα ήξερε και φυσικά ήξερε τα πάντα από κρεβάτι. Ο Παραμύθας ήταν κάπου σαράντα χρονών και καμάρωνε ότι ξεκίνησε τις

99
επισκέψεις στα μπουρδέλα από δεκαοχτώ χρονών. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κι έδινε στο παιδί κάθε Τρίτη που οι πουτάνες είχαν περάσει ήδη από έλεγχο να πηγαίνει και να σβήνει το σεκλέτι του. Αυτός λοιπόν μ’έναν πρόχειρο υπολογισμό, αφού πήγαινε τέσσερις φορές το μήνα κι άλλαζε πουτανίτσα προσεγγιστικά κάθε μήνα, είχε πάει με 240 γυναίκες: και 4Χ12=48 το χρόνο και 48Χ20 χρόνια, δηλαδή το είχε κάνει τουλάχιστον 960 φορές.  Μπορούσε λοιπόν να μιλάει για κρεβάτι και γυναίκες.
     Ο Νότης ήξερε να χειριστεί την κατάσταση με τέχνη και ηρεμία. Καί από γυναίκες ήξερε αλλά καί την είχε μέσ’τα πόδια του.  Είχε λοιπόν σπάσει τον πάγο αφεντικού και δούλας (έτσι ονόμαζαν στη γειτονιά τις ψυχοκόρες), αφού όπως τις είχε δώσει να καταλάβει, “σαν νέοι” είχαν πολλά να πουν μεταξύ τους. 
      Η κυρία Μαρίνα φοβόταν ότι αυτό δε θά’χε καλό τέλος αλλά ο κύριος Ανανίας την καθισύχαζε. ―Εξάλλου Μαρινάκι μου δε θα της βάλει το μαχαίρι στο λαιμό.  Ακόμα τι θέλεις, το παιδί να πηγαίνει στα πορνεία και να κολλήσει αρρώστιες; Και μη σκιάζεσαι εμείς όταν θα έλθει η ώρα θα τη “μαντάρουμε” και θα την ξανακάνουμε κορίτσι. Ας είναι καλά η κυρά-Κούλα.      Η κυρία Κούλα Ρεϊσογλου γέννημα θρέμμα του Ασυρμάτου, ήταν επιστήμων μαία. Αυτή δεν ξεγεννούσε πια αλλά είχε συμβληθεί με μια μικρή κλινική στην οδό Τζαβέλα στα Εξάρχεια και πήγαινε τις γκαστρωμένες εκεί για απόλυτη σιγουριά. Τα λεφτά όμως τα κονόμαγε απ’τις εκτρώσεις, που τότε ήταν παράνομες, μια που στις φτωχογειτονιές κάποια κορίτσια ξεγελιόντουσαν απ’τους  πλούσιους και τις γκάστρωναν.
     Επίσης όταν ένα κορίτσι είχε ξεγελαστεί, μα είχε ξαναγυρίσει στον ίσιο δρόμο, έπρεπε προ του γάμου να “μανταριστεί”.  Να κάνει την παρθενορραφή της, κάτι που τότε ήταν το θεμέλιο του επιτυχούς γάμου. Αυτό το κοινωνικό αλλά κι επικερδές καθήκον βέβαια το αναλάμβανε με πλήρη εχεμύθεια η κ. Κούλα.
     Ο κύριος Ανανίας ήταν πεπειραμένος γυναικάς, κάτι που γνώριζε πολύ καλά η γυναίκα του αφού πότε για να τον τον καλοπιάσει, πότε για να τον μαλώσει, τον έλεγε “μουρντάρη”.

100                                                                                                        
Έτσι καθοδηγούσε το παιδί από μικρό στο σωστό δρόμο του αληθινού και ατόφιου άντρα. Του είχε πει λοιπόν: όταν η μικρή είναι έτοιμη κι όταν αυτός θελήσει να κάνει το βήμα, θα πάρει τη θεία και θα πάνε Σαββατο-Κύριακο εκδρομή. ―Έτσι θα έχεις Σάββατο απόγευμα και Κυριακή, έχε κι ένα σταυρουδάκι χρυσό να της περάσεις στο λαιμό την ώρα που θ’αφήνεις υπαινιγμούς για κάτι σοβαρό στο βάθος του χρόνου. Οι δούλες τρελαίνονται με το χρυσό και ο σταυρός είναι σύμβολο σοβαρής σχέσης. Τα δουλικά τσιμπάνε πολύ μ’αυτό και σίγουρα θα τη ρίξεις στο κρεβάτι. Πρόσεξε όμως η πρώτη μέρα είναι η καλύτερη, αλλά θέλει σεβασμό. Μην ξεχνάς ότι η γυναίκα ακόμα και δούλα, στο κρεβάτι είναι πριγκίπισσα.
      Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή αφού Πόπη ήταν ατσίδα και τον “τύλιξε” το Νότη χωρίς να το καταλάβει.  Η Πόπη οδηγούσε τις συζητήσεις του φλέρτ έτσι που να ανάβει τον Νότη αλλά να μην του δίνει “κρέας”. Χουφτώματα, φιλάκια, ακόμα και παιχνίδι στο κρεβάτι αλλά ως εκεί.  Άσε που τον είχε πληροφορήσει ότι δε φορούσε κιλότα γιατί δεν ήταν αναγκαίο αν φορούσε φούστα κι έτσι έπαιρνε αέρα κι όλας.  Όταν λοιπόν έπρεπε να μαζέψει κάτι απ’το πάτωμα ή να καθάρίσει κάτι Ψηλά ή χαμηλά στο δωμάτιό του, έσκυβε πολύ και απρόσεχτα, ώστε ο Νότης να Το βλέπει.  Έτσι όταν άναβε τον ξάπλωνε και τον ανακούφιζε περίτεχνα με το χέρι.  Όταν λοιπόν, τη μέρα που βρέθηκαν μόνοι, προσπάθησε να ολοκληρώσει τους πόθους του, αυτή αγρίεψε. ―Τι με πέρασες, του είπε, καμιά πουτανίτσα, εγώ σ’αγαπώ και χαίρομαι το φλέρτ σου, αν θέλεις γαμήσι μπορείς να πας εκεί που πάνε όλοι οι άντρες, αν όμως θέλεις αληθινό έρωτα με αγάπη κι αληθινό πόθο χωρίς υποκρισίες, να μου βάλεις την κουλούρα.   Ο Νότης απογοητεύτηκε, ίσως θύμωσε κι όλας, όμως δε μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι η Πόπη του μίλησε “σπαθί” κι ότι είχε το δίκιο με το μέρος της. Γύρισε απ’την άλλη μεριά του κρεβατιού αληθινά πολύ στεναχωρημένος. Η Πόπη τότε, για να μην χάσει το παιγνίδι, τον χαϊδευε και τον φίλαγε στο σβέρκο ασκώντας όλη της την ερωτική τέχνη.  Έτσι ο Νότης αρκείτο στις γλύκες και στην ανακούφηση που του προσέφερε με το χέρι της και που ήταν πολύ καλύτερα από τη συνουσία με τις πόρνες. 

101
     Τελικά τον κατάφερε. Άρχισαν να βγαίνουν και να παρουσιάζονται στη γειτονιά σαν ζευγάρι. Ανακοίνωσε στο θείο και τη θεία του ότι θα την παντρευτεί. Η θεία Μαρίνα λιποθύμησε κι ο Ανανίας έγινε έξω φρενών.  Η Πόπη έχασε το παιχνίδι κι είχε χάσει και την τιμή της, αφού καλύτερα να σου βγεί το όνομα παρά το μάτι.  Όλοι στη γειτονιά ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι ο Νότης σαν αφέντης και περπατημένος άντρας είχε κάνει το καθήκον του. Την είχε σπάσει.
     Ένα βράδυ εκεί που η Πόπη κοιμόταν την άρπαξε με βία ο άντρας. Αυτή στην αρχή πάλεψε λίγο, αλλά αφού τέλος πάντων τα είχαν πια συμφωνήσει, στο τέλος παραδόθηκε και τη διέφθειρε. Όταν όμως άναψε το φως αντί να δει τον Νότη είδε τον Ανανία. Ο Ανανίας είχε δώσει τη λύση. Έτσι διακορευμένη πια, δε θα μπορούσε να διεκδικήσει τον Νότη. Έβαλε τις φωνές και τα κλάματα. Την πλησίασε η κυρία Μαρίνα και την καθησύχασε.  Την έφερε από δω την έφερε από κει και την έπεισε. Τη έδωσε σαράντα χιλιάρικα ζεστά στο χέρι.  Εξάλλου κόρη μου, της είπε με τρυφερότητα, όλοι στη γειτονιά πιστεύουν πως δεν είσαι αγνή.   Έτσι η Πόπη μετά από μια γρήγορη ερωτική πορεία με φίλους, πήρε κι αυτή σιγά-σιγά το δρόμο για το Φιλοπάππου.
      Η συμμορία της αλαναρίας τη γούσταρε πάρα πολύ, κι αυτή μ’ένα περίεργο τρόπο το απολάμβανε. Που και που όταν η παρέα μάζευε το τίμημα για την ανάλογη “ακολασία”, δηλαδή να τους Το δείχνει για να μαλακιστούν ομαδικά ή να κάτσει σε κάποιον που την είχε προηγουμένως κερδίσει στον κλήρο κι άλλοι να βλέπουν.
     Όταν την πήρε υπό την προστασία του ο Γιωρίκας για δουλειά πολυτελείας, την προηγούμενη μέρα μάζεψε την παρέα που τόσο πολύ αγαπούσε, γιατί έλεγε ότι αυτοί οι πιτσιρικάδες ήταν αληθινοί άντρες, “κάθησε” και στους δέκα που ήταν από επτά έως δεκατεσσάρων χρονών, “για το βάπτισμα του πυρός” και τους αποχαιρέτησε.      

102
Οι μάχες του Φιλοπάππου δεν τελείωσαν εδώ, υπήρξε κι ένα άλλο παρατράγουδο: ήλθε στην παρέα κι ένα βουτυρόπαιδο ο Ιάσων Γραμμούλης. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος αλλά πτώχευσε κι αυτοκτόνησε.  Η μάνα του νοίκιασε ένα καλυβάκι με καμπινέ στην αυλή και βολεύτηκε προσωρινά στη γειτονιά αφού πολύ γρήγορα θα έφευγε γι’αλλού. Εν τω μεταξύ για να ζήσουν, συνόδευε φίλους του άντρα της από την παλιά παρέα. Βέβαια αυτό πολλές φορές έπαυε να είναι απλή συνοδεία στο σινεμά ή στο μπαράκι, αλλά κατέληγε και στο κρεβάτι. Όλα αυτά τελείως φιλικά, αφού ήταν μόνη κι αβοήθητη, αλλά γυναίκα όμορφη καλλιεργημένη, μορφωμένη και με χαρισματική προσωπικότητα. Θα συζητούσαν τα πάντα μαζί της: τα επαγγελματικά τους, ήταν οικονομολόγος. Αν ο άντρας της την είχε ακούσει στις τελευταίες εκείνες επενδύσεις δε θά’χε καταστραφεί. Θα συζητούσαν για τέχνη και γράμματα, ακόμα και τα ερωτικά τους ή τα οικογενειακά τους προβλήματα. Οι φίλοι που επιζητούσαν την παρέα της, της έβαζαν με τακτ και κάποιο σεβαστό ποσό στο χέρι. Στο κρεβάτι δεν πήγαινε αν δεν έκανε κι αυτή κέφι, ήταν μαντάμ ντε κομπανί φίλων ανδρών που πρώτα απ’όλα ήταν κύριοι.  Καμιά φορά όμως όταν το ποσό ήταν πολύ μεγάλο ή όταν έκρινε πως ήταν αναγκαίο, πήγαινε χωρίς να κάνει κέφι, έτσι για τη φιλία.
     Ο Ιάσων που είχε ένα ιδίωμα στην ομιλία κι επρόφερε το “ρ” σχεδόν σαν “γ” και το “σ” σαν “θ”, όταν τον ρώτησαν πως τον λένε, είπε Ιάθων Γγαμμούλης. Του έμεινε το Γαμούλης και δεν μπορούσε να πει τίποτα, αφού τέλος πάντων έτσι τον έλεγαν.   Ο Ιάθων που ήταν βουτυρόπαιδο, ήταν ροδοκόκκινος, στρουμπουλός με τροφαντά μπουτάκια κι απ’την πολλή ευγένεια θεωρήθηκε κουνιστός. Έτσι ο αρχηγός της παρέας, ο Στελάκης, τον έβαλε στο μάτι. Τον τριγύριζε, του έκανε τον κολλητό και πολλές φορές τον χάιδευε κιόλας. Ο Ιάθων στο άγγιγμα του Στελάκη ένιωθε μια αγωνία, μια αναστάτωση, μιαν ακατανίκητη ανάγκη να εξουσιαστεί, να υποταχτεί στις ορέξεις. Έτσι όταν πάλευαν ένοιωθε τη δύναμή και την εξουσία που ασκούσε πάνω του και αυτό τον οδηγούσε σε μιαν ακατανίκητη ανάγκη να παίξει το ρόλο που έπαιζε και η μαμά του με τους παλιούς φίλους του πατέρα του. Ο Στελάκης όταν πλησίαζε τον Ιάθωνα σκοτείνιαζε, ένιωθε την ανάγκη να κολλήσει επένω του νβα το σφίξει δυνατά να τον κάνει δικό του. Αυτό του έφερνε ένα λαχάνιασμα, μια ταχυπαλμία, μια ταραχή για την οποία δεν ήταν υπερήφανος, ήξερε ότι ήταν κάτι απαγορευμένο.  Μια φορά η παρέα τους είδε σε μια χωσιά στο Φιλοπάππου με κατεβασμένα τα παντελόνια και το Στέλιο κολλημένο πίσω από τον Ιάθωνα. Αυτό δεν άρεσε στην παρέα και τους κράξανε.  Έτσι ο Στέλιος κι Ιάθων άρχισαν να συναντώνται κρυφά και ξεχωριστά και σιγά-σιγά πήγαιναν ο ένας στο σπίτι του άλλου. Ήταν και τα δύο ορφανά κι μάνα του Στέλιου έφευγε χαράματα για δουλειά, ήταν καθαρίστρια σ’ ένα υπουργείο.

103
Όταν η μητέρα του Ιάθωνα είχε ολονύκτια υποχρέωση, ο Ιάθων έμενε και κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τον Στέλιο.   Τότε ο Στέλιος ένιωθε την ανάγκη να φερθεί με τρυφερότητα αλλά και κάποια βία η οποία τελικά κατέληγε στο κατέβασμα των εσωρούχων τους και την ασέλγια μεταξύ τους.     Η παρέα είχε καταλάβει πολλά, αλλά δεν είχε αποδείξεις. Κι έτσι ο Στέλιος συνέχιζε να είναι ο αρχηγός της συμμορίας.  Σιγά-σιγα όμως ο Στελάκης άρχισε να γίνεται πολύ καθαρός και πολιτισμένος, ίσως και λίγο κουνιστός. Αντίθετα ο Ιάθων που απαίτησε από μια στιγμή και μετά να τον λένε οι άλλοι Ιάσωνα και Γραμμούλη όχι Ιάθωνα Γαμούλη, έγινε πιο βάρβαρος και βαριώτανε το πολύ πλύσιμο. Ακόμα συχνά πλακωνόταν στο ξύλο “μ’όποιον λάχαινε να πούμε".

Επειδή η συζήτησή μας αφορούσε το Φιλοπάππου, τη συμμορία της αλαναρίας και το πουταναριό της Σπηλιάς, δεν πρέπει να παραλείψω και το τέλος της μικρής αυτής “κοι-νωνίας”.
    Μετά τον πόλεμο, αργά στην αρχή, αλλά μ’επιταχυνόμενο ρυθμό στη συνέχεια, η κατάσταση άλλαζε. Ο Ασύρματος ξηλώθηκε κι οι πρόσφυγες, όσοι είχαν μείνει μεταφέρθηκαν σε λαϊκές πολυκατοικίες. Λέω “όσοι είχαν μείνει” αφού η οικοδομή, με το σήκωμα των πολυκατοικιών, άλλαξε. Οι μικροεργολάβοι με τ’αναβατόρια και τις μπετονιέρες έπαιρναν αντιπαροχή οικόπεδα και θησαύριζαν. Υπήρχαν οι μεγαλοκατασκευαστές όπως ο Παυλίδης κι οικογένειά του. Οι Παυλίδηδες μετά τον πόλεμο αφαιρούσαν με κίνδυνο της ζωής του τα εκρηκτικά από τις οβίδες και τους όλμους που δεν είχαν “σκάσει” και μ’αυτά έκαναν δυναμίτες για φουρνέλα. Ο ίδιος ο Γιάννης, ο αρχηγός της οικογένειας, είχε χάσει τα τρία δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Άλλοι έχασαν ακόμα και τη ζωή τους.  Με σιρμαγιά αυτά τα λεφτά, σήκωσε την πρώτη πολυκατοικία στην οδό Τριών Ιεραρχών. Από κει κει πέρα “χέστηκε στο τάλιρο”. Η μια πολυκατοικία έφερνε κορδόνι την άλλη.  Αλλά υπήρχαν κι οι μικροί που ήταν τεχνίτες, δηλαδή καλουπατζήδες, μπετατζήδες, σωβατζήδες, μαρμαράδες κλπ. Αυτοί αν ήταν έξυπνοι συνεταιρίζονταν ευκαιριακά και σήκωναν πολυκατοικίες.  Κάποιοι απ’αυτούς έκαναν μια αρπαχτή και συνέχιζαν να δουλεύουν οικοδομή, άλλοι έκαναν μόνιμους συνεταιρισρισμούς και γίνονταν κατασκευαστές. Όπως οι αδελφοί Σαΐτη που παίζανε και μπάλα στον Ακράτητο ή τ’αδελφια Μηνάς και Γιώργος Παπάζογλου,  που κι αυτοί καζαντίσανε με τη σκληρή δουλειά τους. Βέβαια αυτοί είχαν ήδη φύγει, πριν ξηλωθεί ο Ασύρματος.

104
    Έτσι ένας χώρος φτώχειας απ’ όπου αντλούσε νέο αίμα η Σπηλιά χάθηκε, ακόμα τα πορνεία είχαν οργανωθεί κι εκσυγχρονιστεί. Η Σπηλιά ερήμωσε.   Έμειναν μόνο κάποιες παλιές πουτάνες που δέχοντο απόκληρους και ζητιάνους για φραγκοδίφραγκα. Η Βικτόρια κι Αμαλία τρελάθηκαν απ’τη σύφιλη. Η Αμαλία γύριζε στους δρόμους της γειτονιάς με το πρόσωπό της αλειμμένο αλεύρι που είχε κολλήσει επάνω σαν μάσκα από αλευρόκολλα. Όταν χτυπήθηκε με μια πουτάνα και τη μαχαίρωσε για την κυριαρχία στη Σπηλιά, συνελήφθη απ’την αστυνομία.  Στη δίκη, που είχε μαζευτεί πολύς κόσμος να κάνει χάζι, ο πρόεδρος της ζήτησε να του λύσει την περιέργεια. ―Κυρία μου έχετε ακόμα πελάτες; Κι η Αμαλία τον ρώτησε: Δηλαδή τι θες να πεις ρε, ξόφλησα; κι απάντησε: Μάτσα πελάτες ρε πούστη μου.  Ο Γιωρίκας σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα κι Βικτόρια πέθανε απ'τον καημό της, σταμάτησε να τρώει. Η Αμαλία έμεινε μόνη και γύριζε στα σπίτια και ζητιάνευε φαγητό. Της το πέταγαν σ'ένα πιάτο και δεν την άγγιζαν μην του κολλήσει αρώστιες. Τη βρήκαν να κάθεται σ'ένα βραχάκι έξω απ'τη Σπηλιά, ήταν νεκρή.
        Το γήπεδο του αστεροσκοπείου εγκατελήφθει. Οι πιτσιρικάδες αλλά κι οι μεγαλύτεροι πού’παιζαν ακόμα μπάλα, πήγαιναν στο “Βασιλικό”, αφού οι παίκτες του Ακράτητου προπονούντο πια στη Μόσχα, στο γήπεδο του Φωστήρα.

Στο «Βασιλικό» το “δίτερμα” έξη-έξη, μέσ’τον καλοκαιρινό μπουχό κι από μακριά ν’ακούγονται ακόμα οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν με πάθος. Οι φίλαθλοι που είχαν βάλει στοιχήματα, ταλιράκια, διφραγκάκια άντε και κα’να δεκαρικάκι, ―Έτσι τζίρος να γίνεται―, επευφημούσαν. Στις ομάδες μας, ο Μπέμπης ο Καραχισαρλής, ο Τζακ ο Κύκλωπας κι άλλοι, σακάτηδες και όχι, χτυπιόμασταν με πάθος. Το ξύλινο πόδι του Μπέμπη θέριζε στην άμυνα, κι η φωνή του Κύκλωπα ξεπέρναγε τις ιαχές των φιλάθλων. ―Αμάν ρε Μπέμπηηηη μας έχεις τρελάνει αγόρι μου με το πόδι σου, λάδωνέ το που και που γιατί στριγγλίζει πολύ.
―Τον βλέπεις αυτόν, είπε για τον Τσώλο κάποιος φίλαθλος, αυτός παίζει μπάλα, όχι αστεία. Χορεύει. Αυτός είναι η πολαρίνα Νουρέγιεφ.  ―Μπαλαρίνα ρε μαλάκα του λέει ο άλλος, αν είναι πολαρίνα πώς παίζει μπάλα ρε;

105
    Πριν μερικά χρόνια, μια παρέα παιδιών απ’τον Ασύρματο βρήκε σε μια χωσιά του Φιλοπάππου έναν όλμο, όπως τον περιεργαζόντουσαν “έσκασε”. Ο Γιαννακός Προδρόμου, δηλαδή ο “Αυτιάς”, σκοτώθηκε επί τόπου, αλλά με το σώμα του προστάτεψε τους άλλους. Ο Μπέμπης, έχασε τ’αριστερό του πόδι και χέρι, ο Τάκης Κακίσης δηλαδή ο “Καρδάρας”, ο Νικηφόρος Καραγκούνης δηλαδή ο “Κασιδιάρης,” γέμισαν σ’όλο το σώμα μικροτραύματα κι ο Τζακ έχασε το μάτι του. Στη γειτονιά δε υπήρχε υποκριτική ευγένεια, τον Μπέμπη ονόμαζαν ξυλοπόδαρο, τον Τζακ Κύκλωπα και τον Τάκη που είχε γεμίσει όλο το πρόσωπό του στίγματα βλογιοκομμένο.     
       Η μικρή “συμμορία” και το πουταναριό της Σπηλιάς, διάλυσαν. Οι Θησειώτες κι Πετραλωνίτες έγιναν φίλοι και στις εκλογές κάποιες φορές η αριστερά έπαιρνε περισσότερους ψήφους στο Θησείο κι η δεξιά στα Πετράλωνα.

Η γειτονιά είχε και τους πούστηδές της. Υπήρχαν αρκετοί δηλωμένοι: π.χ. ο Χρυσοστομάκης που είχε κατακτήσει τη θέση του στο καφενείο αφού ήταν πολύ αξιοπρεπής, δηλαδή δεν προκαλούσε. Έτσι δικαιούτο να είναι ό,τι θέλει αφού δεν ενοχλούσε κανέναν. Η γειτονιά υπέθετε, αλλά ποτέ κανείς δεν τον είδε.
    Υπήρχε ο κύριος Επαμεινώντας Καλλιώρας πρώην διευθυντής του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στη οδό Μητροπόλεως. Αυτός είχε πιαστεί ν’ασχημονεί, δηλαδή όπως έλεγε η γειτονιά, να γαμιέται στο γραφείο με τον καφετζή του κυλικείου.  Το κύρος του κατέρρευσε· έτσι για ν’αποφευχθεί το σκάνδαλο, “υπεχρεώθει εις παραίτησιν”.
     Αυτός είχε ένα θαυμάσιο διώροφο στη δεξαμενή, δηλαδή στην άλλη άκρη των Πετραλώνων την αριστοκρατική. Εκεί έκανε μια διακριτικά έκρυθμη ζωή χωρίς να προκαλεί. Δηλαδή μπαινόβγαιναν νεαροί, αλλά μόνον αυτό μπορούσε να δει η γειτονιά, κάτι που δεν ήταν επιλήψιμο.  Η κυρία Σοφία Καρακάσογλου που ήταν η καθαρίστριά του, έλεγε ότι ζωγράφιζαν, απήγγειλαν ποιήματα και τέτοια. ―Ο θεός να με κάψει αν λέω ψέματα.

106
    Η γειτονιά βέβαια δεν τά’χαφτε αυτά, ήταν σίγουροι ότι το στόμα της ήταν πολύ μπουκωμένο για να μιλήσει.  Στο καφενείο ήταν κάποιοι που έλεγαν διάφορα, αλλά ήταν όλα αποκυήματα της άρρωστης φαντασίας τους.  Έτσι όταν μια φορά βρέθηκε στο καφενείο με την παρέα της Γιώτας να συζητήσουν για ποίηση, δηλαδή όπως έλεγαν κάποιοι, να
πούνε για πουστιές, δημιουργήθηκε μια αναστάτωση που έσπασε την ανία της καθημερινότητας.  Δεν ήταν λίγοι που ήθελαν να μιλήσουν μαζί του, αφού μολονότι θεωρείτο πούστης ήταν συγχρόνως και μια εξέχουσα προσωπικότητα των γραμμάτων και των τεχνών.  Εξάλλου δεν ήταν καμιά λουμπίνα αλλά κύριος, ένας κίναιδος.  Κάποιοι άνοιξαν μαζί του συζήτηση περί ομοφυλοφιλίας.  Αυτός λοιπόν είχε πει ότι όλοι οι άντρες αλλά κι οι γυναίκες ήταν στο βάθος ομοφυλόφιλοι. ―Εκείνος ο φορτηγατζής για να είναι σκληρός άντρας, βαθιά μέσα στην ψυχούλα του έχει κρυμμένο σαν θησαυρό ένα μικρό κοριτσάκι που κλαίει. Αλλά κι η παρθένα, έχει στο βάθος της ψυχής της κρυμμένο ένα βάρβαρο θεριό.  Είναι αυτό που την κάνει συνεσταλμένο κοριτσάκι.
      Κάποια μαγκάκια που είχαν μόλις ξεπεταχτεί κι ήθελαν να κάνουν τους άντρες, λίγο έτσι λίγο αλλιώς έπιασαν συζήτηση μαζί του κι απ’έξω απ’έξω την φτάσαν πονηρά στο ψητό. Αυτός παλιά πουτάνα τους έφερε από δω τους έφερε από κει και κανόνισαν να πάνε στο σπίτι του “να τους το δείξει”.  Πράγματι πήγαν, με τη πονηρή πρόθεση να τον “μαδήσουν”. Αφού θα χρησιμοποιούσαν το πάθος του και θα τα κονόμαγαν. Όταν όμως μετά τους ψάρεψαν οι μάγκες στο καφενείο, πες το ένα πες το άλλο τα μπέρδεψαν κι η ομερτά έσπασε. Τελικά μαθεύτηκε ότι “πήγαν για μαλλί και φύγαν κουρεμένοι”. Και την άρπαξαν καί λεφτά δεν πήρανε.

107
Ο Μαρίνος ήταν ένα πανέμορφο παλικάρι που ζούσε μόνο του στη μονοκατοικία που είχε κληρονομήσει απ’τη γιαγιά του. Αυτός έβγαινε συνήθως με ταξί βράδυ ντυμένος γυναίκα.  Η Μαρίνα ήταν τόσο όμορφη που όταν περνούσε χάλαγε ο κόσμος. Είχε τα νυχτερινά της στέκια κι έτσι η γειτονιά σπάνια την έβλεπε. Όταν όμως ήθελε να κάνει κέφι με τους ερωτικά πεινασμένους, πήγαινε στο καφενείου.  Τότε ο κόσμος χάλαγε. Κάποιοι χειροκροτούσαν κιόλας. Αυτός ακόμα κι αν δεν φορούσε γυναικεία, απέπνεε μια έντονη θηλυκότητα. Δηλαδή δεν χρειαζόταν να κουνιέται ή να παριστάνει τη γυναίκα, ήταν πιο θηλυκός απ’αυτές. Όταν διάβαζε τού’πεφταν τα γυαλάκια στη μύτη κι έκανε τότε «μια έτσι», με τέτοια χάρη και τα ξανανέβαζε που τους τρέλαινε όλους. Ήταν σταρ, όποιος την ήθελε έπρεπε να πληρώσει αδρά.
     Η Μαρίνα ξαφνικά χάθηκε απ’τη γειτονιά. Είπαν ότι γνωρίστηκε μ’έναν Ελληνοαμερικάνο που την προώθησε στη σόου μπίζινες της Νέας Υόρκης. Οι κακεντρεχείς είπαν ότι την έκανε κοκότα πολυτελείας.  Κάποιοι άλλοι είπαν ότι τραγουδούσε κι ότι σύντομα θα τη βλέπαμε στο σινεμά.

Απ’την άλλη υπήρχε η Σωτηρούλα που συζούσε με το ψυχοπαίδι της τον Τάκη Πορθήρη. Ο Τάκης ήταν ομορφόπαιδο αλλά λογοδοσμένος μ’έναν ναυτικό.  Ο ναυτικός τους είχε σπιτώσει σ’ένα διαμέρισμα. Δηλαδή την αγάπη του τον Τάκη και την πεθερά του, όπως έλεγε τη Σωτηρούλα. Ο Τάκης όμως άρεσε πολύ κι έτσι είχε και παράνομους έρωτες.
    Κάποια μέρα η Σωτηρούλα περνούσε έξω απ’το καφενείο, συμμαζεμένα και συνεσταλμένα γιατί ήταν κάπου εξήντα χρονών, αδύνατος και ξερακιανός (κι η αλαναρία της γειτονιάς την ασχήμια στους πούστηδες δεν τη συγχωρούσε).  Ο Γιάγκος ο Καρακίτσος, που ήταν σφάχτης στον Ταύρο, τη φώναξε: έλα δω μωρή λουμπίνα. Η Σωτηρούλα θορυβήθηκε γιατί τον ήξερε τον Καρακίτσο, ήταν πολύ βάναυσος κι είχε βαρύ χέρι. Αυτός σηκώθηκε την άρπαξε απ’το σβέρκο με τη βία. Πάρε μωρή ένα δεκάρικο και πάμε στο βουνό. Η Σωτηρούλα τσέπωσε τα λεφτά και τον ακολούθησε. Μολονότι φοβόταν δε μπορούσε να υποτάξει το πάθος της. Εξάλλου αυτό το παιγνίδι την κρατούσε ακόμα ζωντανή. Το παιγνίδι του ερωτικού εξευτελισμού και του κινδύνου. Ενός κινδύνου που κάποιες φορές δεν ήξερε που θα τη βγάλει. Από πίσω κι η συμμορία της αλαναρίας για το μπανιστήρι.   Ο Γιάγκος την ανάγκασε να τον πάρει στο στόμα κι αφού τελείωσε της έδωσε ένα χαϊδευτικό χαστουκάκι και ένα δεκάρικο ακόμα. ―Τώρα χάσου από τα μάτια μου μωρή πουτανίτσα γιατί αν καλοσκεφτώ με ποιαν τό’κανα, θα σε μπαστουνιάσω στο ξύλο. 

108
   Η Σωτηρούλα σχεδόν τό’σκασε γιατί πολλοί “πελάτες” ήταν ανώμαλοι κι έδερναν άσχημα.  Βέβαια, άλλο να τρώς ξύλο από πάθος κι άλλο από μίσος.
     Ένα αλανάκι κάπου δεκαπέντε χρονών, ο Κύρκελος την πλησίασε και της έδωσε μια γερή κατακεφαλιά. Η Σωτηρούλα που μυριζόταν πια τις κακοτοπιές άρχισε να τρέχει. Τότε χωρίς λόγο η συμμορία άρχισε να την πετροβολά. Αυτή αλαφιασμένη και με αρκετά χτυπήματα από πέτρες, παραδόθηκε και κάθισε στα σκαλιά ενός σπιτιού. Έβαλε στα χέρια της το κεφάλι κι έκλαιγε. Τα παιδιά σάστισαν. Ήταν με τις πέτρες στα χέρια και στέκονταν εκεί αποσβολωμένα. Έτρεμε από φόβο αλλά κι από μιαν άρρωστη κρυφή ηδονή. Εκείνη την ώρα ήλθε ο Παπασώ, που είχε δει από μακριά τη φάση.  Έβαλε το δάχτυλο στά δόντια και το δάγκωσε οργισμένος. Τα παιδιά ντράπηκαν και τό’σκασαν. Ο Παπασώ πήρε τη Σωτηρούλα με τρυφερότητα απ’τον ώμο και την πήγε σπίτι της.  Αυτή η απανθρωπιά τελικά γύρισε σε μάθημα ανθρωπιάς.    Όταν ζήτησαν απ’τον κ. Καλλιώρα να κρίνει αυτό το γεγονός, που είχε θορυβήσει τη γειτονιά για τη συμπεριφορά των παιδιών τους, αυτός είπε ότι δεν πετροβολούσαν τη Σωτηρούλα, αλλά τον κρυμμένο εαυτό τους που σιχαίνονταν και περιφρονούσαν.
     Εκείνο τον καιρό γυρίζει κι ο ναυτικός πληροφορημένος ότι η κυρά του το απατούσε. Τράβηξε μαχαίρι και κάρφωσε τον Τάκη πέντε φορές, δηλαδή μ’όσους τον είχε απατήσει, ενώ η Σωτηρούλα είχε βγει στο μπαλκόνι και φώναζε με τρόμο. ―Βοήθεια σφάζουν τ’ορφανό. Αμέσως μετά τον πήγε ο ίδιος ναυτικός κλαίγοντας στο νοσοκομείο. Σώθηκε. Η ζωή συνεχίστηκε χωρίς άλλα παρατράγουδα. Γύρισαν σπίτι, έπιασε δουλειά σε μηχανουργείο και σταμάτησε τα ταξίδια, γιατί η αγάπη του ήταν πολύ ελκιστική και φυσικά δε μπορούσε ν’αντισταθεί στους πειρασμούς. 

109
Και τελευταία δεν πρέπει να ξεχάσουμε τη Φτερού. Αυτός ήταν τότε ένα νέο κι όμορφο αγόρι. Ήταν μπουκιά και συ-χώριο, όπως έλεγαν στο καφενείο. Περνούσε απ’τις γειτο-νιές  και διαλαλούσε το εμπόρευμα με νάζι και χάρη.  Πουλούσε φτερά για ξεσκόνισμα.  Όμως κανείς δε μπορούσε να καμαρώσει ότι την είχε βατέψει. Κάποιοι έλεγαν ότι δεν ήταν πούστης, αλλά τον παρίστανε για να κάνει κέφι ο κόσμος και ν’αγοράζει. Είχε πολύ χιούμορ και ήταν ετοιμόλογη.  Όποιος την πείραζε την πάταγε. Τον έφερνε από δω τον έφερνε από κει, τον μπουρδούκλωνε κι αυτός δεν ήξερε τι έλεγε.   Κάποια μέρα στο καφενείο, ένας ψευτόμαγκας πήγε κρυφά από πίσω να της βάλει κωλοδάχτυλο για να τον ξεφτηλίσει. Ξαφνικά η φτερού γύρισε απότομα και του τράβηξε δυο χαστούκια ανάποδα τόσο δυνατά που βρέθηκε στο πάτωμα.
                      Κανείς δεν το περίμενε!
―Φίλε εγώ δεν κάνω πουστιές. Δεν σ’άγγιξα! Πρόσεξε πως φέρεσαι. Το να είσαι πούστης δεν είναι παίξε-γέλασε. Το βράδυ στην Αθηνάς κρατάω πάντα μαζί μου μαχαίρι.

110                                                                                        


11.                          ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν πολύ γρήγορα κι έναν-έναν είχαν αρχίσει να τους διώχνουν.
    Ο λοχαγός Μπαλατσιώκας έστειλε το Γιάννη Καπούλα στο δώδεκα. Πάγαινε ρε Γιαννάκι, δώστου καναδυό μαλακιές, έτσι να έχουμε εκτελέσει το καθήκον. Ώρα την ώρα οι εντολές θ’αλλάξουν θα τον διώξουν κι αυτόν και θα γλιτώσουμε απ’αυτό το στουρνάρι τον Βερίκο.
     Πήγε στο δώδεκα, κάθσε στην καρέκλα σαν αφηρημένος, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Ήταν κάτι ανάρμοστο, αφού ο κρατούμενος έπρεπε να βλέπει ένα εντεταλμένο όργανο που πίσω απ’τη στολή είναι τελείως κρυμμένη η ανθρώπινη παρουσία ή τέλος πάντων απωθημένη πολύ πίσω στο βάθος της ύπαρξής του. Ο στρατονόμος Γιάννης Καπούλας ήταν τυπικός, δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που απαιτούσε η υπηρεσία. Βέβαια ήταν φορές που νόμιζε ότι απολάμβανε αυτό το παιχνίδι εξουσίας πάνω στον άλλον, που σύμφωνα με την υπηρεσία αυτός ο άλλος δεν έπρεπε ν’αντιμετωπίζεται σαν άνθρωπος ή τουλάχιστον η ανθρώπινή του φύση έπρεπε ν’απωθείται πολύ πίσω στο βάθος της ανθρώπινης παρουσίας, έτσι που να μην υπολογίζεται.
    Η υπηρεσία δεν περίμενε τίποτα από τις τάχα ανακρίσεις, αφού ουσιαστικά δεν υπήρχε τίποτα που να γνωρίζει ο κρατούμενος και να είναι άγνωστο στην υπηρεσία. Έπρεπε όμως όλοι αυτοί οι ατίθασοι ψευτοεπαναστάτες να διδαχτούν ταπεινοφροσύνη και σεμνότητα, κι ακόμα να σέβονται το νόμο και την τάξη.
     Ο Βερίκος λοιπόν ήταν το αντικείμενο της δουλειάς του, μιας δουλειάς που πάνω απ’όλα ήταν ένα βίαιο ψυχολογικό παιγνίδι που αυτό το στουρνάρι ο Βερίκος, αυτός ο χαμένος, ο τρεις πιθαμές άνθρωπος, το αντιμετώπιζε με υπεροψία. Τελικά το στουρνάρι αυτό δεν μπορούσε ν’αλλάξει, ήταν αληθινό στουρνάρι.
      Ο Βερίκος ήξερε ότι είχε φάει το γάιδαρο κι ήταν στη ουρά, έτσι είχε ανέβει η αυτοπεποίθησή του. Είναι αλήθεια πως του αναγνώριζε ότι δεν είχε ποτέ υπερβεί το καθήκον. 

111
     Πάντα ερχόταν ατσαλάκωτος καλοσιδερωμένος λες κι έκανε δουλειά γραφείου. Στην αρχή υπήρχαν κάποια ερωτήματα και αφού όπως ήταν φυσικό αυτά δεν είχαν απάντηση αλλά σωφρονιστικό χαραχτήρα, δηλαδή ν’αναγκάζεις τον κρατούμενο να παραβιάζει τις αρχές του ή να αποδέχεται αβάσιμες ή κι ανόητες πράξεις, για να γλιτώσει την ταλαιπωρία ή τον βασανισμό. Μετά η διαδικασία γύριζε στην επιδίωξη ο κρατούμενος ν’αποδεχθεί δηλώσεις ταπεινωτικές για την ιδεολογία του, κι αν τελικά δεν τελεσφορούσε κι αυτό, έκανε το «καθήκον» του δηλαδή τον ξυλοφόρτωνε κι έφευγε.  Υπήρχε η περίπτωση, αυτός που έκανε αυτό το «καθήκον» να το γλεντούσε κιόλας, αφού η ανθρώπινη φύση είναι σκοτεινή κι απύθμενη και μπορούσε να κατρακυλήσει σε σκοτεινά μονοπάτια σαδισμού που δεν έφθειραν μόνο τον κρατούμενο, αλλά ίσως περισσότερο το εκτελεστικό όργανο.  Ο Γιαννάκης Καπούλας όμως, ξέροντας ότι όλα αυτά ήταν αληθινά χωρίς νόημα, εκτελούσε το καθήκον του τυπικά χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο, ίσως χαλαρά.
―Α ρε Βερίκο μια μπουκιά άνθρωπος, τι με βασανίζεις τόσον καιρό ρε; θα είχες υπογράψει που λέει ο λόγος αυτό το κωλόχαρτο και μπορεί τώρα να ήμασταν και φίλοι. Γιατί δε μιλάς μήπως κάνω λάθος;
      Τον άρπαξε από το γιακά και τον τράνταξε.  Έπρεπε να θυμώσει κάπως έπρεπε να κάνει το καθήκον του. Δηλαδή αυτός τι ήτανε, κάτι άλλο σπουδαίο, δεν ήταν όπως όλοι οι άλλοι που δεν θέλανε μπλεξίματα, που φοβόντουσαν την ταλαιπωρία και το ξύλο;  Ή ήταν κάτι ανώτερο απ’αυτόν που τον ξυλοφόρτωνε και τον έβλεπε αφ’υψηλού. Δε μπορούσε όμως να θυμώσει. Πρώτη φορά ένιωθε πως όλ’αυτά ήταν χωρίς νόημα και πρώτη φορά βρισκόταν σε αμηχανία.
      Ο Βερίκος τον κοίταζε χωρίς να τον βλέπει, είχε μια μάσκα περιφρονητικής αποστασιοποίησης. ―Κάνε τη δουλειά σου να τελειώνουμε, ψιθύρισε.
     Ο Γιάννης Καπούλας τον παράτησε απότομα και σήκωσε το χέρι κάνοντας μια εικονική κίνηση σα νά’θελε να τον χτυπήσει, ένιωσε την περιφρόνησή του, έκανε να φύγει να παραβεί τις εντολές.   
     
112
 Έξάφνα οργίστηκε γύρισε κι έκανε ξανά αυτή την εικονική κίνηση που ήταν μοιραία, αφού ο Βερίκος ξαφνιάστηκε και προσπαθώντας να την αποφύγει, έτσι εξαντλημένος που ήταν παραπάτησε και χτύπησε το κεφάλι στη σιδερένια γωνιά του κρεβατιού. Διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Η εντολή απελευθέρωσής άργησε μιαν ώρα.
     Ο Ιωάννης Καπούλας στρατονόμος 23 ετών, που τον άλλο μήνα θ’απολυόταν έφαγε 10 χρόνια φυλακή. Η κατάσταση είχε αλλάξει και κάποιοι έπρεπε να πληρώσουν για όλα. Οι εφημερίδες είχαν πρωτοσέλιδο τον θηριώδη βασανιστή.

Στην κηδεία ο Χάρης Βερίκος ξαπλωμένος, μέσ’τα λουλούδια κοιμώταν γαλήνιος.  Ξάφνου μια ομάδα νέων με δάκρυα στα μάτια σήκωσαν τις γροθιές τους. «Ζεί, ζεί» φώναξαν.  Ναί «ζεί» φώναξε και το Μαράκι, έτσι το έλεγε.  Θυμήθηκε τότε στον Άγιο Μερκούριο, στην εκδρομή, είχε πέσει ο Χάρης στα λουλούδια και κοιμόταν τον κούναγε αλλά δεν ξύπναγε,  Όλο τέτοια αστεία της έκανε.
     Άστραψαν τα ματάκια της, ναι ναι ζεί είπε.  Τον άρπαξε απ’το γιακά και τον τράνταζε. 
     Έλα Χάρη ξύπνα, έλα ρε Βερίκο, τρομάζω μην το κάνεις αυτό. Τα πόδια της λύγισαν την έβαλαν σε μια καρέκλα.
     Χρόνια τώρα το Μαράκι περιμένει στην καρέκλα, τον Χάρη να ξυπνήσει.

113




12.                            24   ΙΟΥΛΙΟΥ

Ο Γιάννης Καρακώστας είχε ορίσει εκείνη τη μέρα σαν “ημέρα ανεξαρτησίας”. Ακριβώς πριν τρία χρόνια τάχε σπάσει με το κορίτσι του την Κατερίνα που φώναζε Πέπη από το Καραπιπέρη.
     Σαν ερωτευμένο ζευγάρι πολύ συχνά λογόφερναν, εκείνο όμως τ’απόγευμα μετά από ένα σύντομο καυγά και μια παρατεταμένη σιωπή, η Πέπη “για ασήμαντον αφορμήν” απαίτησε μιαν απάντηση, για κάτι που έχει ξεχαστεί πια, αλλιώς θα έφευγε. Η απάντηση ήταν “στα παλιά μου τα παπούτσια”.
     Τις πρώτες μέρες του χωρισμού της τηλεφωνούσε αλλά η Πέπη το είχε πάρει πολύ στραβά και δεν απαντούσε.  Μετά δέκα μέρες και μετά από ώριμη σκέψη του τηλεφώνησε. Ο Γιάννης είχε μουλαρώσει και δεν της απάντησε. Αυτός είχε κάνει τρία τηλέφωνα κι έτσι περίμενε τουλάχιστον άλλο ένα.  Το δεύτερο τηλέφωνο δεν έγινε.
      Ο Γιάννης έκανε κάποιους δεσμούς αλλά κανένας δεν είχε “κολλήσει”, κάτι συνέβαινε και χάλαγαν.  
      Σ’αυτά τα τρία χρόνια, τη μέρα ανεξαρτησίας του, είχε ορίσει αργία και την πέρναγε με το συνονόματό του το Γιάννη Μύτικα ο οποίος έχοντας κληρονομήσει απ'τη γιαγιά του τέσσερα διαμερίσματα, ήταν εισοδηματίας κι έτσι ήταν πάντα διαθέσιμος αφού δεν δούλευε.
     Ο “δεσμός” του Μύτικα ήταν μια κεφαλλονίτισσα η Μάγια, την οποία επισκεπτόταν στο διαμέρισμά της κάθε Τρίτη με το αντίτιμο των πενήντα ευρώ.  Δεν ήταν απλός πελάτης αλλά και φίλος, αφού τις Τρίτες για τη Μάγια ήταν αργία κι έτσι δεν υπήρχε πελατεία. Εκτός λοιπόν από εκείνο “το φιλικό καθήκον”, πίνανε καφέ και συζητούσαν. Σ’ότι συζήτηση άνοιγαν συμφωνούσαν, ακόμα στα πολιτικά και την μπάλα.  Ήταν πέρα για πέρα ΚΚΕ, αφού “ένα είναι το κόμμα” και πέρα για πέρα ΑΕΚ, αφού “ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη”.   Ένα απόγεμα ο Μύτικας της πήγε λουλούδια κι επάνω στον καφέ τη ζήτησε σε γάμο.  Αυτή αποσβολώθηκε για λίγο, δεν απάντησε, πήγε στο διπλανό δωμάτιο  για μερικά λεπτά.   Αναστατώθηκε  κι έκλαψε από χαρά και λύπη. Σκούπησε τα μάτια της
κι όταν συνήλθε γύρισε χαμογελαστή και του είπε ότι ήταν πάρα πολύ αργά για κάτι τέτοιο, αυτό έπρεπε να είχε συμβεί πριν πέντε χρόνια.  Ο Μύτικας έφυγε κι έκανε ένα μήνα να ξαναπατήσει, όμως στο μήνα επάνω προσγειώθηκε.
     Οι δυο Γιάννηδες τελικά κόλλησαν, ακόμα και στη Μάγια πήγαιναν παρέα.

114
Η Κατερίνα μετά από κάποιους δεσμούς που δεν κόλλησαν και με τις δυο φίλες της κι αυτές “χωρισμένες”, σ’ ανάμνηση του τρίτου χρόνου χωρισμού της στις 24 ιουλίου 2005, είχαν πάει σ’ένα μπαράκι για μερικά ποτάκια ή τέλος πάντων και για κανένα τυχερό με κάποιαν αντροπαρέα.  Είχαν πιει πολύ πάρα πάνω από το πρέπον και κατέληξαν στο διαμέρισμα της Πέπης που ήταν εκεί κοντά. Πέσαν με τα ρούχα στο κρεβάτι και στις πολυθρόνες. Το τηλέφωνο της Πέπης χτυπούσε ενοχλητικά παρατεταμένα κι η φίλη της η Καίτη το απενεργοποίησε.    
         Ήταν λοιπόν το 2005 αυτός ο τρίτος χρόνος χωρισμού που είχε τύχει να είναι μόνος του, αφού συνέπεσε να είναι τρίτη που ο Μύτικας είχε ραντεβού με τη Μάγια. Ο Καρακώστας μολονότι αυτή ήταν η μέρα ανεξαρτησίας δεν ακολούθησε.
      Είχε φάει τη μισή πίτσα αλλά η άλλη μισή δεν κατέβαινε κι είχε πιεί μια μπιρίτσα όλη κι όλη.  Στην τηλεόραση έπαιζε μιαν αισθηματική κομεντί όπου μετά από πολλές παρεξηγήσεις το ζευγάρι είχε χωρίσει και μετά ένα χρόνο συναντήθηκαν τυχαία στο Παρκ Άβενιου. Το “αγόρι” έπιασε απ'το χερι το “κορίτσι” και περπάτησαν ξένοιαστοι στο δρόμο, σαν αν μην είχε συμβεί τίποτα.  Δάκρυσε, θυμήθηκε την Πέπη.  Ήταν τότε που της τηλεφώνησε κι αυτή δεν είχε απαντήσει.     Την άλλη μέρα η Πέπη βρήκε την κλήση στο κινητό απάντησε αμέσως, ο Γιάννης είχε πάει για τσιγάρα. Όταν γύρισε της τηλεφώνησε.  Η Πέπη είχε μετανιώσει και δεν το σήκωσε.       Μετά μια βδομάδα πληκτρολόγησε τον αριθμό πολλές φορές αλλά δεν τον ενεργοποίησε.   Όλα θα είχαν τελειώσει αν ο Γιάννης σαν αληθινός άντρας δεν έδινε τη λύση.

115                                                                                        
     Στήθηκε έξω απ’το σπίτι της Σάββατο πρωί.  Όταν βγήκε την πλησίασε. Της έπιασε το χέρι και προχώρησαν μαζί στο “παρκ άβενιου”.  Μετά γύρισαν στο σπίτι της, κάθισαν στον καναπέ, αλλά δεν είχαν τίποτα να πουν. Παρήγγειλαν μια πίτσα και ήπιαν από μια μπίρα. Ο Γιάννης ένιωσε ότι ήταν η καλύτερη στιγμή να της προτείνει γάμο κι αυτή δέχτηκε.    Είχαν κι οι δυο καταλάβει ότι ο έρωτας είχε χαθεί και τους είχε μείνει το θλιβερό αλλά πανίσχυρο προνόμιο να ενώσουν τις μοναξιές τους. Κατάλαβαν επίσης ότι αυτό ήταν πολύ σπουδαίο, μια επένδυση για το μέλλον, επένδυση ζωής.  Με πολύ προσοχή και σοβαρότητα, ο καθένας με τα δικά του μικρά μυστικά απέφυγαν να ξανοιχτούν, εξάλλου αυτό έκανε η Πέπη με τη φίλη της την Καίτη κι ο Γιάννης με τον Μύτικα.
    Αυτός κάθε 24 Ιουλίου οπωσδήποτε πήγαινε για την τιμή των όπλων και της ελευθερίας του ένα ολόκληρο απόγευμα στη Μάγια που τους πρόσφερε εκτός απ’τις ειδικές επαγγελματικές υπηρεσίες, που από σεβασμό δεν είχε ζητήσει ποτέ απ’τη γυναίκα του, καφέ και συζήτηση. Μια συζήτηση που περιείχε τα πάντα, δηλαδή όσα με πολύ προσοχή κι ευθύνη απέφευγε να συζητήσει με τη γυναίκα του, μα και συμβουλές πως να σέβεται, να προσέχει τη γυναίκα και να τιμά το γάμο του.
        Οι επισκέψεις βέβαια αυτές δεν περιορίζονταν μόνο κάθε 24 Ιουλίου ήταν πολύ συχνότερες, αλλά ακριβώς εκείνη τη μέρα η επίσκεψη ήταν εορταστική και σημαντική, αφού εκεί πάνω στηριζόταν η ισορροπία οικογένειάς του.
     Είχε αποκτήσει την ωριμότητα να καταλάβει ότι η αληθινή οικογενειακή ευτυχία στηρίζεται πάρα πολύ στο σκοτάδι ανεξιχνίαστων μυστικών, που δεν έπρεπε ποτέ να βγουν στην επιφάνεια της οικογενειακής γαλήνης.
     Έκαναν δυο παιδιά. Ο ένας νοιαζόταν, συμπονούσε κι αγαπούσε τον άλλο     Τα παιδιά ποτέ δεν έμαθαν ότι όφειλαν τη ζωή και την οικογενειακή θαλπωρή τους σ’ένα ασήμαντο, αλλά σημαντικό κι αξιόλογο πρόσωπο, τη Μάγια, που ήταν πόρνη.

116                                                                                      


13.                  ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ
               ΤΗΣ ΚΑΤΙΟΥΣΑΣ ΤΣΑΡΟΓΛΟΥ ΜΕΞΗ

Ήταν ώρες που ένιωθε παράξενα, δηλαδή σαν να μην ήταν αυτή η ίδια, σκεφτόταν διάφορα που τελικά γύριζαν πίσω στον εαυτό, που τον ένοιωθε σαν άλλον. Σα να βρισκόταν σ’άλλες εποχές, σε καιρούς παλιότερους που δεν είχε ζήσει. Αυτό το πάθαινε και πιο νέα, ακόμα και παιδί τότε που χανόταν σ’ ανόητες ή παράδοξες σκέψεις κι η μαμά της την ξύπναγε ρωτώντας την «που βρίσκεσαι Κατιούσα πάλι χάθηκες»;  Αυτή ταραζόταν και κοκκίνιζε, ένιωθε πανικό όταν την έπιαναν σ’ αυτή την κατάσταση.
    Την ημέρα της κηδείας του ακολούθησε τον κύριο Νίκο που μόλις τον είχαν θάψει. Ο γέροντας ήταν φίλος της και όταν έκαναν παρέα της έλεγε ιστορίες, μα την ώρα που μιλούσε, αυτή χανόταν πάλι μέσα στις ιστορίες.  Άκουγε τα πλοία να σφυρίζουν, τον κόσμο ν’ανεβαίνει βιαστικός, τα παιδιά να παίζουν και να μαλώνουν, κι έφευγε απ’την ιστορία μπαίνοντας σ’άλλο παραμύθι, όπου οι φωνές των παιδιών έμοιαζαν με κελαηδίσματα πουλιών και από κει στον κήπο του σπιτιού την άνοιξη που τα πουλιά χαλούσαν το κόσμο.  Έτσι άφηνε τον καημένο τον κύριο Νίκο να συνεχίζει τις διηγήσεις του, ενώ αυτή είχε πετάξει σ’άλλους κόσμους.
    Ο κύριος Νίκος ήταν ξαπλωμένος σε μια στενή και μακριά βάρκα ίσα-ίσα που χώραγε η πλάτη του και ήταν τυλιγμένος με φασκιές όπως ο Λάζαρος.  Έξαφνα ανακάθισε κι οι φασκιές ενώ τον είχαν σφιχτά τυλιγμένο, δεν το εμποδίζουν σε τίποτα, γιατί ήταν σαν να μην υπήρχαν κι όλας.  Στην πλώρη της βάρκας ήταν η σκιά ενός κυρίου με σκούρο κι ατσαλάκωτο κουστούμι, αυτός φαινόταν να οδηγεί το πλοιάριο χωρίς να κάνει τίποτα.  Ο κύριος Νίκος άρχιζε πάλι τη διήγηση σαν να γύριζε κρυφά προς το μέρος της για να μην τον ακούσει ο κύριος και της ψιθυρίζει ιστορίες σα να είναι κι αυτή στο πλοίο αλλά να μην είναι κιόλας. Της μιλούσε συνωμοτικά με ύφος καλοκάγαθα πονηρό σαν να φοβόταν κάτι.  Αυτή όμως ήδη ήξερε τι της έλεγε χωρίς αληθινά να καταλαβαίνει τίποτα.   Ξαφνικά το πλοίο έμπαινε σε πηκτά νερά που συνέχιζαν προς τ’ απάνω σαν ένα πυκνό νέφος όπου το πλοιάριο άρχιζε να χάνεται και να σβήνει μέσ’το θολό τοπίο.

117                                                                                         
 Ο κύριος Νίκος φώναζε απεγνωσμένα μα δεν ακουγόταν.  Ο σκοτεινός κύριος που έχει γυρίσει, φαίνεται πως γνώριζε όλα όσα γίνονται πίσω απ’την πλάτη του. Το πρόσωπο του έχει ένα χαμόγελο σαν του αρχαίου κούρου, που φαίνεται σα να μη χαμογελάει κιόλας. Η φωνή του κυρ Νίκου πνιγόταν απ’ αυτό το χαμόγελο, η Κατιούσα όμως τον άκουγε μέσα της να λέει: «μην ξεχάσεις, μην ξεχάσεις»,  αλλά τι;
     Εκείνην ακριβώς τη στιγμή η δασκάλα της χτυπά τον χάρακα στο θρανίο. Τσαρόγλου αύριο να φέρεις τη μάνα σου γιατί δεν δικαιολογείται να είσαι όλη μέρα χαμένη σήμερα και να μην απαντάς σε καμιά ερώτηση.

Είχε περάσει όλη της τη ζωή σ’αυτό το σπίτι και σκεφτόταν ότι δεν είχε καταφέρει τίποτα κι είχε διαψεύσει τον παππού της τον Τζάκο που πίστευε ότι ήταν παιδί θαύμα. Είχε μιλήσει σχεδόν καθαρά επτά μηνών κι ο Τζάκο ενθουσιάστηκε τόσο που άνοιξε το βαλιτσάκι με τα προσωπικά του πράγματα και χάρισε στο μωρό μια μικρή επτάφωτη λυχνία. Ο Τζάκο μέσ’τη μικρή αυτή βαλίτσα είχε γραμμένα χαρτιά, που με τον καιρό είχαν ανακατευτεί κι είχαν κάποια τσαλακωθεί. Ήταν σημειώσεις από ένα μικρό φιλοσοφικό σύγγραμμα που τό’χε εγκαταλείψει.  Θα το ξανακοίταγε κι ίσως κάποτε θα το μετάφραζε απ’τα ρώσικα κι ίσως το εξέδιδε. Το σύγγραμμα πραγματευόταν την πορεία των αρχαίων θρησκειών, ξεκινώντας απ’τις απόψεις του Φρέιζερ για την «συγκριτική ανθρωπολογία» και ακολουθώντας τις προτάσεις νεοτέρων ερευνητών, έμπαινε στο θέμα της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας και της Τραγωδίας. Είχε πολλές αντιρρήσεις στο έργο των μεγάλων αυτών ερευνητών. Μολονότι τους θαύμαζε, τους έκρινε κιόλας. «Το μαρμάρινο άγαλμα του θεού μέσ’το μικρό ναό στο πευκοδάσος είναι ο ίδιος ο θεός» έλεγε. «Ναι, γιατί τη στιγμή της όποιας δημιουργίας, ο άνθρωπος ενδύεται τον θεό κι αυτό που κάνει το θεό, είναι αυτή η δημιουργική σύλληψη». Μέσ’τη βαλίτσα είχε φωτογραφίες οικογενειακές, αλλά και κάποιων φίλων και μερικά ιδιωτικά πραγματάκια.  Ένα μπουκετάκι άσπρα τριαντάφυλλα

118                                                                                         
σ’ένα φάκελο και μερικά παλιά γράμματα που μαζί τους βρισκόταν κι ένα ιδιόχειρο ποίημα του Μαγιακόφσκυ.  Όλα αυτά μαζί και η μικρή επτάφωτη λυχνία θύμιζαν μια μακρινή ξεχασμένη εβραϊκή καταγωγή. Η οικογένεια βέβαια είχε πολλές φορές αναμιχθεί με ρώσους κι ουκρανούς κι είχε από γενιές απομακρυνθεί απ’τη Συναγωγή, μένοντας έτσι απ’την καταγωγή μόνον η ανάμνηση.

Ο Τζάκο ήταν ο μόνος γέρος στο σπίτι.  Έτσι είχε στα χέρια του την Κατιούσα και ζούσε, όπως έλεγε το θαύμα της ανάπτυξης ενός  ανθρώπου.    Ο Τζάκο Βισαριόνιτς Στοΐκα συνήθιζε να διαβάζει το αναγνωστικό του δημοτικού στη μικρή και να της δείχνει τις εικόνες. Ας πούμε Φ,Φ, Φύσαγε η Φανή τη Φωτιά. Κι η Φανή ήταν ένα κοριτσάκι που μπροστά σε μια στόφα ξύλου, φυσούσε κι η φωτιά άναβε.  Η Κατιούσα είχε αποστηθίσει τα κειμενάκια κι όταν έβλεπε την εικόνα έκανε ότι διάβαζε.  Ο παππούς εξεπλάγη στη αρχή αλλά γρήγορα κατάλαβε κι άρχισε να ρωτά λέξεις.  Η Κατιούσα γρήγορα αποστήθισε και τις λέξεις. Ο παππούς ήταν ικανοποιημένος νιώθοντας όμως και μιαν αμφιβολία, αλλά δεν ήθελε να εξωθήσει την κατάσταση και να κουράσει το παιδί.  Η Κατούσα όμως είχε διαπιστώσει ότι ο Αντώνης, η Άννα και το Άσπρο, είχαν αρχή το Α και σχεδόν αυτόματα κατάλαβε αυτό που την απασχολούσε τόσο καιρό.
     Απ’τη μαμά της την Άννα, η Κατιούσα έμαθε Αριθμητική. Η μαμά της ήταν χαϊδεμένη απ’τον μπαμπά της τον Τζάκο και από τον άντρα της, ποτέ δε δούλευε.  Είχε παραδουλεύτρες και μάζευε τις φίλες της να συζητάνε να πίνουν καφέ και να χαρτοπαίζουν χωρίς χρήματα να περνάει η ώρα. Όταν οι φίλες δεν μπορούσαν, φώναζε τις παραδουλεύτρες  και όταν οι παραδουλεύτρες είχαν δουλειά που δεν έπαιρνε αναβολή είχε μάθει να ρίχνει τα χαρτιά. Ήταν ένα χαρούμενο ανεύθυνο παιδί με καλή καρδιά κι αυτή η ανευθυνότητα τη χαραχτήριζε τόσο που κανείς δε μπορούσε να την φανταστεί χωρίς αυτή.   Όταν λοιπόν έπαιζαν κολιτσίνα, η Κατιούσα κάρφωνε τα μάτια της μαγεμένη και από το

119
παιγνίδι άρχισε να συνειδητοποιεί ότι 5 και 3 κάνουν 8, αφού με το οχτάρι παίρνεις τριάρι και πεντάρι.   Όταν λοιπόν μια μέρα είχε πυρετό κι ο παππούς την ξενυχτούσε, αυτή στο παραμιλητό της έπαιζε κολιτσίνα λέγοντας 3 και 4 = 7,  3 και 2= 5.
     Ο παππούς, που είχε τόσα όνειρα για τον εαυτό του και μετά για τα παιδιά του και που όλα αυτά τα όνειρα είχαν χαθεί, ένιωσε πάλι να ξαναζωντανεύουν με την Κατιούσα.
     Έτσι λοιπόν με τη σειρά της κι αυτή ένοιωσε ότι τα όνειρά της χάθηκαν κι είχε διαψεύσει όλους και πιο πολύ τον Τζάκο, που νόμιζε ότι ήταν παιδί θαύμα. Αφού τεσσάρων χρονών έπαιξε μπροστά σε κοινό στον Παρνασσό μια σονατίνα του Μπετόβεν.
     Πως έγινε και βρίσκεται εδώ μόνη στους τέσσερις τοίχους; Μάλλον κάπου ναυάγησε αλλά δεν το είχε καταλάβει και χρόνια τώρα πορεύεται στο βυθό.

Η οικογένεια του Τζάκο ήταν πλούσια αλλά είχε ξεπέσει. Τους είχε μείνει όμως ένα μικρό εμπόριο στην Οδησσό ένα ωραίο αρχοντικό κι ένα εξοχικό στην Κριμαία.   Ο Γιώργος Σμολένσκης Τσαρόγλου εκεί στην Κριμαία γνώρισε την Χάννα. Μόλις την είδε τρελάθηκε. Είχε σγουρά κοκκινόξανθα μαλλιά σαν μετάξι, το δέρμα της ήταν λευκό σαν αλάβαστρος, είχε μεγάλα πράσινα μάτια, κάπως μεγάλο στόμα και λεπτή μακριά μύτη ελαφρά γαμψή. Ήταν λεπτή κι έδινε την εντύπωση της διάφανης. Όμως όλα αυτά τα προσόντα είχαν μια δυσαρμονία και δεν έδινε την εντύπωση της ωραίας. Ο Σμολένσκης αμέσως έτρεξε στον πατέρα της και τη ζήτησε σε γάμο. Ο Τζάκο μ’όλο που τον συμπάθησε έμεινε έκπληκτος. ―Στάσου, του είπε, σε ξέρει την ξέρεις, για τί γάμο μιλάς;  ―Και τι ήθελες, απάντησε ο Σμολέσκης, να την γνωρίσω προτού με γνωρίσεις εσύ; Εγώ είμαι τίμιος άνθρωπος, ο σκοπός μου είναι σοβαρός.
     Ο Τσάκο μολονότι ήταν μοντερνιστής και ήθελε η κόρη του να ερωτευτεί προτού παντρευτεί, του άρεσε αυτός ο νέος. ―Έλα σήμερα το βράδι στο σπίτι να γνωριστούμε και βλέπουμε.  Εξάλλου ξέρω  ότι είσαι συνεργάτης του Γιάννη Σβορόνοβιτς που τον γνωρίζω πολύ καλά γιατί είναι χρόνια προμηθευτής και φίλος μου.       Έτσι κι έγινε.                                                                                                                                                                                              

120                                                                                       
Ο Τσαρόγλου αγόρασε ένα πολυτελέστατο σπίτι στην Οδησσό κι εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του τη Χάννα, την Άννα όπως την έλεγε.  Καταπάτησε τον όρκο που είχε κάνει.  Ότι δηλαδή σπίτι του θα είναι τα καράβια του και πατρίδα του η Μαύρη Θάλασσα που δεν ανήκει ούτε σε Τούρκους, ούτε σε Ρώσσους, αλλά σ’αυτούς που έχουν το κουράγιο να τη διαφεντεύουν. ―Για τους ελεύθερους ανθρώπους υπάρχει η θάλασσα, έλεγε, η θάλασσα και η Αμέρικα. Τη θάλασσα την κατάχτησε, στην Αμέρικα δεν αξιώθηκε να πάει ποτέ.

Ο πατέρας της Χάννα ήταν πολύ μορφωμένος μπορεί να μη γνώριζε Αραμαϊκά όμως γνώριζε Λατινικά και Αρχ. Ελληνικά. Είχε κλασική μόρφωση κι ήταν διαποτισμένος απ’το πνεύμα του διαφωτισμού. Ο Γιώργος Σμολένσκης δεν ήταν μορφωμένος. Όλη η παιδεία του συμπυκνωνόταν σε όσα είχε μάθει από ένα σοφό λαϊκό παπά, τον πατέρα Αρτέμιο που δίδασκε ανάγνωση, γραφή και αριθμητική στα παιδιά που ζούσαν σ’ένα ψαροχώρι μακριά από τις μεγαλουπόλεις του Πόντου, που υπήρχαν ελληνικά εκπαιδευτήρια. Όμως την περισσότερη ώρα μιλούσαν για ιστορία, δηλαδή μιαν ιστορία από στόμα σε στόμα μυθολογική.
     Για να τους δείξει ο Πατήρ Αρτέμιος τη συνέχεια της ελληνικής φυλής ανά τους αιώνες, έλεγε ότι η Παναγία Σουμέλα ήταν παλιότερα Ποτνία Σεμέλα κι αλλάξε, όταν ο Διόνυσος, Ο Θεού-υιός απόφάσισε να αλλαξει όνομα και να γίνει Ιησούς, Ζεου-σουά, δηλαδή Θεός-σώζων.  Είχε πάρει πολλά ονόματα ο Διόνυσος, πότε Αϊδωνεύς, δηλαδή αυτός που γεννιέται στο Άδη, ή γεννιέται μέσα στον θάνατό του, πότε Ιο-βά-κχος δηλαδή Γιαχβέ, Σαβάζιος, που όλες χαραχτηρίζονται απ’την χαρμολύπη, το «ιαχ-βαχ», τις κραυγές της λύπης και της χαράς για το διαδοχικό θάνατο και γένεση του θεού που ήταν η Φύση.
     Το ιερό του Διονύσου ήταν σε μια σπηλιά κι εκεί υπήρχαν όλα τα σύνεργα της λατρείας, ακόμα και το προσωπείο του θεού που είχε διαμορφωθεί αχειροποίητο στον κορμό ενός ιερού πεύκου.  Αυτή σφραγίστηκε.  Εκεί κοντά υπήρχε αρχαίος ναός της Σεμέλας και στη

121                                                                                        
θέση του έγινε μοναστήρι στ’όνομα της Παναγίας Σεμέλας που με τον καιρό έγινε Σουμελά. Εκεί υπήρχε ιερό εικόνισμα που χάθηκε ή κάηκε κατά την πυρκαγιά της μονής, με την Παναγία Σεμέλη, όμοια με τη Δήμητρα, (Δεεμήτερ-Θεομήτορα), να κάθεται σε θρόνο που είχε φυτρώσει απ’τη γη κι ήταν πλεγμένος με καρπούς. Πάνω στα γόνατά της ο μικρός Ιησούς, όμοιος με το Διόνυσο Σωζήπολη, να φορά μανδία πλουμιστό με χρυσοκέντητα άστρα, το μανδύα του Ουρανού, που ήταν ο Κρόνος και τελικά ήταν ο ίδιος ο Ζευς. Ο Ιησούς κρατούσε στο χέρι μικρό θύρσο που πάνω του αναρριχάτο άγριο αμπέλι και μικρά φίδια. Είχε στο κεφάλι χρυσό φωτοστέφανο και στο μέτωπο πλεγμένα σταφύλια. Στο επάνω της εικόνας ολόχρυσος ο σύμπυρος ουρανός νά’χει σχιστεί και να προβάλλει ο ολόλαμπρος ρόμβος. Μέσα στο ρόμβο το μάτι του θεού. Ο ρόμβος, το όργανο που οι Τιτάνες υπνώτισαν το Ζαγρέα με τη θέληση του ίδιου του Δία. Όταν ο Ζαγρεύς ένιωσε τον κίνδυνο κι άρχισε ν’αλλάζει μορφές, έσχατη μορφή πήρε την προσφιλέστερη του ίδιου του Δία, την μορφή του λευκού ταύρου, όπου και θυσιάστηκε   Έτσι ο Ζαγρεύς που ήταν Διόνυσος έμαθε αυτό που ήξερε ο Ιησούς, δηλαδή ότι ο πατέρας του τον έστειλε να θυσιαστεί. Δεξιά και αριστερά δυο άγγελοι φτερουγίζουν κρατώντας τα σύνεργα του πάθους. Το μιαρό ξίφος που θυσιάστηκε ο Διόνυσος, εξ αριστερών και το σταυρό που θυσιάστηκε ο Ιησούς ο εκ δεξιών. Κάτω στα πόδια της Παναγίας Δήμητρας, στη βάση του θρόνου, από το ένα μέρος ο αμνός, σύμβολο θυσίας του Ιησού κι από το άλλο ο μόσχος, σύμβολο θυσίας του Διονύσου-Ζαγρέα.
      Κάποιοι ιστορούν ότι η εικόνα δεν κάηκε στην πυρκαγιά αλλά χάθηκε την εποχή των εικονομάχων, αφού οι εικονομάχοι ήξεραν καλά ότι οι εικόνες ήταν κατάλοιπο του παγανισμού. Οι πάγανες, οι Έλληνες, θεωρούσαν θεό τις δυνάμεις της φύσης κι επειδή το πιο ιερό σημείο της φύσης ήταν ο άνθρωπος  γι’αυτό συμβόλιζαν τις δυνάμεις τις φύσης με ανθρώπινη μορφή. Η μορφή, ήταν αυτό που λάτρευαν οι πάγανες, γιατί ο θεός, η φύση, πάντα φανερωνόταν με κάποια μορφή. Κι επειδή ο άνθρωπος κοινωνούσε με το θείο, 

122                                                                                       
αυτό μόνο με τη μορφή μπορούσε αληθινά να συλλάβει.  Η έννοια του Θεού ως μορφή της φύσης ήταν γεγραμμένη μέσ’τον άνθρωπο και γι’αυτό ο άνθρωπος μπορούσε να νοεί και να γνωρίζει. Αντίθετα οι εικονοκλάστες δεν πίστευαν ότι ο Θεός είχε μορφή, ούτε ότι ο άνθρωπος μπορούσε να συλλάβει το Θείο που ήταν άρρητο. Η Χάρις του Θεού ερχόταν έξω απ’τον άνθρωπο όταν ήθελε ο Θεός. Η γνώση ήταν η αποκάλυψη του Θεού κι όχι η δυναμική πορεία του ανθρώπου μέσ’τη φύση. Ο άνθρωπος ήταν άνω-θρώσκων, δηλαδή αυτός που βλέπει ψηλά περιμένοντας απ’το θεό καί όχι όπως πίστευαν οι πάγανες ο ανθ-ορων-όπαν δηλαδή αυτός που μπορεί να δει αντίθετα και τελικά να δει τον εαυτό του, ―να κρίνει τον εαυτό του.
     Έτσι ξαναφούντωσε πάλι η διαμάχη ανάμεσα στο Ιοβάκχο και τον Γιεχωβά που κάποτε ήταν κι αυτός Ιοβάκχος και τελικά κατέληξε σ’έναν συμβιβασμό. Οι εικόνες τελικά έμειναν, όμως άλλαξαν τεχνοτροπία. Τα ελληνιστικά παγανιστικά πρότυπα που ήταν πολύ σαρκικά σαν τα φαγιούμ άλλαξαν, τη θέση τους πήραν μορφές αυστηρές αποστεωμένες υπερβατικές κι εξωανθρώπινες. Έτσι στη θέση της Παναγίας Σεμέλας, αγιογραφήθηκε μια άλλη εικόνα, όπως αυτή που έφτασε ως τον Ανδρέα Ρίνζο κι ονομάζεται Αμόλυντος. Αυτή η εικόνα μολονότι κρατά τα βασικά χαραχτηριστικά της παλιάς, έχει ριζικές διαφορές. Η Παναγία έχει γεγραμμένη την τραγωδία στο προσωπό της όντας υπερβατική κι οστεώδης κι ο μικρός Ιησούς στην αγκαλιά της, όντας παιδί είναι τόσο νοήμων κι αυστηρός, που φαίνεται μεγάλος. Λέγεται ότι αυτή η εικόνα είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά αλλά τα χρονικά όρια δεν το επιτρέπουν, βέβαια ο άγιος δε μπορεί να περιορίζεται από χρονικά όρια ή τεχνοτροπίες, αλλά ας αφήσουμε αυτό το ερώτημα στους θεολόγους ή αναπάντητο.
     Ο Σμολένσκης ήξερε πολλές τέτοιες ιστορίες και τις έλεγε στον πεθερό του, έχοντάς τις αποδεχθεί έτσι άκριτα χωρίς να σκεφτεί. Όταν τον ρώταγαν αν τις πιστεύει, χαμογελούσε,  σήκωνε με αμηχανία τους ώμους και δεν απαντούσε.  Γνώριζε όμως ότι στη γιορτή του Αγ. Κωνσταντίνου και της  Αγ. Ελένης,  που είχε πάρει την θέση του Διονύσου και της

123                                                                                        
Σεμέλης, άναβαν φωτιές κι αφού οδηγούσαν άσπρο ταύρο στο σταυροδρόμι έξω απ’το χωριό, λέγοντας παράδοξα τραγούδια τον θυσίαζαν.   Ο ίδιος ο πατήρ Αρτέμιος ήταν που οδηγούσε κρατώντας το Άγιο εικόνισμα, αντί για το ξόανο του Διονύσου. Περπατώντας λοιπόν χορευτικά, αφού αυτός ο χορός δεν ήταν ακριβώς χορός, αλλά είδος μυστηριακού βηματισμού, όπου βαδίζοντας έστριβαν το κορμί τους με τρόπο ώστε, να φαίνεται ότι περνούν αόρατες πόρτες που μόνον αυτοί μπορούσαν να δουν. Έτσι έφταναν στη φωτιά και χόρευαν επάνω της χωρίς να καίγονται μέχρι να σβήσουν πατώντας τα κάρβουνα.
     Μόνον ο πεθερός του έδινε σημασία σ’αυτές τις ιστορίες και προσπαθούσε να ερμηνεύσει τα λεγόμενά του.

Η Χάννα είχε μείνει δυο φορές έγκυος αλλά δεν μπόρεσε να κρατήσει παιδί. Ο γιατρός συνέστησε αν τους είναι δυνατό, να κατέβουν στο ζεστό και ξηρό κλίμα του Αιγαίου και ίσως εκεί θα μπορούσε να το κρατήσει.
     Όταν ο Σμολεσκης έφτιαχνε το σπίτι στο Φιλοπάππου ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, πήραν ότι κινητό κι έφυγαν.  Ο Τζάκο και ο γιος του Ιωσήφ έμειναν, ήταν μπολσεβίκοι.   Ο Ιωσήφ σκοτώθηκε και ο Τζάκο γύρισε πίσω για λόγους που δε συζήτησε ποτέ με κανέναν. Έτσι ξαναβρέθηκαν όλοι στο σπίτι αυτό, που είχε φτιάξει ο Σμολένσκης στο Φιλοπάππου. Ήταν και τότε αρκετά ευκατάστατοι, αλλά πολύ φτωχότεροι, γιατί όλες οι αποθήκες και τα πλοία στην Οδησσό είχαν επιταχτεί απ’την επανάσταση. Είχε όμως ένα μεγάλο κομπόδεμα και μ’αυτό ξανάρχισε, αλλά ήταν πια κουρασμένος και το παιγνίδι της στεριάς δεν του πήγαινε.
     Εκεί γεννήθηκε η Κατερίνα, η Κατιούσα και εκεί έζησε όλη της τη ζωή. Εκεί πέθανε ο Τζάκο, εκεί παντρεύτηκε και γέννησε την κόρη της, εκεί πέθανε κι ο πατέρας της, κι αυτή έφτασε γύρω στα εξήντα ζώντας μαζί με τη μάνα της, την Άννα, που είχε πια φτάσει κάπου ογδόντα πέντε χρονών.
      Ο αδελφός της ο Γιάννης που γεννήθηκε μετά απ’αυτήν, από πολύ νέος είχε μπλεχτεί με παρέες, μετά αντίσταση, φυλακή, εξορία, μετά κάπως τού’στριψε, δηλαδή λόξεψε και

124                                                                                        
δεν πάταγε ποτέ στο σπίτι. Κάποτε τον είδε στου Πάλλη.  Ήταν ψηλός, μελαχρινός με ίσια ολόμαυρα μαλλιά, λεπτό μακρύ πρόσωπο με φαρδύ μέτωπο, φορούσε γκρι κουστούμι από θαυμάσιο κασμίρι και μαλακό πανάκριβο παπούτσι. Ήταν σαν πρίγκιπας.
    Η υπάλληλος γοητευμένη, πηγαινοερχόταν φέρνοντάς του επιστολόχαρτα να διαλέξει κι αυτός συνεχώς απέρριπτε.  Η Κάτια κατευθύνθηκε προς το μέρος του, με κάποια λαχτάρα και συγκρατημένη από χαρά.  Αυτός μόλις την αντελήφθει γύρισε απ’τη άλλη κι απομακρύνθηκε προς την έξοδο.  Η υπάλληλος, που εν τω μεταξύ είχε φέρει κάποιο άλλο δείγμα, του φώναζε: κύριε Φωτεινέ, κύριε Φωτεινέ. Η Κάτια έξεπλάγη, ―τι κύριε Φωτεινέ, ρώτησε, κι η υπάλληλος απάντησε με έκπληξη. ―Μα δεν γνωρίζεται τον ποιητή Φοίβο Φωτεινό; ―Ναι είπε η Κάτια, γνωρίζω τον άνθρωπο και αυτός είναι ο Γιάννης-Ιάκωβος Τσαρόγλου.  Η υπάλληλος την κοίταξε λοξά, αλλά δεν έδωσε συνέχεια, κάθε μέρα έβλεπε τόσους τρελούς εκεί πέρα!  Γύρισε και την ρώτησε: «τι επιθυμεί». Κι η Κάτια με  κάποια συστολή είπε πολύ  σιγά, ότι κι  αυτή κάποια επιστολόχαρτα ήθελε.  Η υπάλληλος την κοίταξε με συγκεχυμένα συναισθήματα, όπως “βάζει κι η κοσκινού τα μούτρα της με τους πραματευτάδες” ή κάτι τέτοιο, αφού μόλις είχε εξυπηρετήσει τον ποιητή. Μα η Κάτια αμέσως τόνισε πως θέλει τα πιο φτηνά λευκά κι έτσι ο προηγούμενος συλλογισμός έπεσε στο κενό.
         Για τον Γιάννη που τον φώναζαν στο σπίτι «ξένο» και που αληθινά ήταν ο Ξένος, θυμόταν το εξής αστείο γεγονός: Όταν τέλειωσε ο πόλεμος κι όλα έδειχναν ότι τα βάσανα τελείωναν, η μαμά της κάλεσε τις φίλες της με τις οικογένειές τους, να κάνουν ένα ευχέλαιο και μετά να γλεντήσουν. Όταν ο Παπάδημήτρης, διαπίστωσε πως ανάμεσα στις φίλες της ήταν κι η κυρία Μαρία-Τερέζα, η καθολική, αρνείτο να τελέσει το μυστήριο μέχρι που αυτή γονάτισε και φίλησε το χέρι του παπά. Δεν ήξερε βέβαια ότι η κυρία Άννα, ήταν Χάννα και μάλιστα Εβραία.  Ακριβώς την ώρα του μυστηρίου μπαίνει ο Γιάννης, που φυσικά έλειπε και φυσικά δε συμμετείχε σε τέτοιες αηδίες. Εκείνη τη στιγμή μια σάπια κολόνα της πέργκολας που κάποιος ακουμπούσε πάνω της σπάει, κι όλη η πέργκολα γέρνοντας απ’τη

125                                                                                        
μια μεριά, σχεδόν κα-ταρρέει. Ο Παπαδημήτρης ταράχτηκε, σταμάτησε το μυστήριο κι ανακοίνωσε πως ένας δαιμονισμένος βρίσκεται μεταξύ τους. Τότε όλοι γύρισαν και κοίταξαν το Γιάννη, που όλη αυτή η σκηνή είχε δώσει κέφι στο πάντοτε στρυφνό πρόσωπό του κι είχε ένα ύφος απ’τη μια σατανικό κι απ’την άλλη πειραχτικό, έτσι που έμοιαζε με τον ίδιο τον Βεελζεβούλ.
      Από κοινούς φίλους μάθαινε ότι τα έμπλεκε με πλούσιες κυρίες που τον υπηρετούσαν και το είχαν σαν πρίγκιπα αλλά όταν τις βαριόταν έφευγε.
      Κάποια μέρα η Κατιούσα πήγε στον Πάλλη για χαρτικά κι η υπάλληλος που τη γνώριζε πια, την πληροφόρησε ότι ο ποιητής Φοίβος Φωτεινός πέθανε κι ότι την επόμενη βδομάδα οι εκδόσεις «Λέξεις» θα κάνουν φιλολογικό μνημόσυνο.  Δάκρυσε θυμήθηκε την αστυνομία που συνεχώς τον έψαχνε, τις δίκες, τις φυλακίσεις, -παρά τρίχα είχε γλιτώσει το τουφέκι- τις νευρικές κρίσεις την ψυχολογική κατάρρευση και τέλος την κληματαριά.

                          Το σπίτι κι ο φίκος

Το σπίτι στου Φιλοππάπου, ένα παλιό τριώροφο νεοκλασικό ερείπιο με κήπο που θύμιζε παλιές δόξες.  Λιθόκτιστη μάντρα, μαρμάρινο σαμαράκι και μασίφ κάγκελο που δε φαινόταν πια αφού αναρριχώνταν γιασεμιά και βουκαμβίλιες. Ένας κήπος γεμάτος λεμονιές και τριανταφυλλιές.  Έτσι το σπίτι μολονότι ήταν στο κέντρο της πόλης, ήταν την ίδια στιγμή απομονωμένο την εξοχή.
     Στο αριστερό μέρος της εισόδου του κτιρίου, που ήταν η βαριά δρύινη πόρτα υπήρχε ένας τεράστιος φίκος, που είχε από πολλά χρόνια ανασηκώσει τα χοντρά σκαλοπάτια της εισόδου δείχνοντας την εξουσία του πάνω στο σπίτι και τη δύναμή του. Οι τεράστιες ρίζες είχαν δέσει με τα θεμέλια του σπιτιού, το στήριζαν αλλά συγχρόνως μετακινούσαν και
τα θεμέλια, αλλοιώνοντας τα στατικά των φορτίων.  Ήταν φανερό ότι μια μέρα θα το διέλυαν.

126       
Μάνα και κόρη κάθονταν στο ισόγειο, που ήταν καμιά δεκαριά σκαλιά υπερυψωμένο απ’το έδαφος, για να μην έχουν πολλά σκαλιά ν’ανεβαίνουν. Τα δωμάτια των δυο ορόφων νοίκιαζαν κατά καιρούς σε εργένηδες, οι οποίοι μπαινόβγαιναν διακριτικά αφήνοντας ένα μικρό νοίκι κάθε μήνα και σχεδόν δεν τους έβλεπαν. Άνθρωποι της δουλειάς, που έφευγαν πολύ νωρίς το πρωί και γύριζαν αργά το βράδυ για ύπνο. Μόνον η μεγάλη δρύινη σκάλα που έτριζε μαρτυρούσε πότε μπαινόβγαιναν.
     Τη σκάλα αυτή που ήταν κάποτε θαυμάσια, είχε φτιάξει ο ίδιος ο Μέξης, ο εργολάβος του σπιτιού, γέννημα θρέμμα πλακιώτης και φίλος του Σμολέσκη. Ο Σμολέσκης διάλεγε με προσοχή τις φιλίες του, που εκτός όλων των άλλων έπρεπε να είναι και βενιζελικοί.  Σαν Πόντιος, ήταν πάππου-προσπάππου δημοκράτης.  Έτσι και η Κάτια γνωρίστηκε με τον άντρα της που ήταν γιος του Μέξη.
      Η δρύινη σκάλα που οδηγούσε μπρος την πόρτα κάθε ορόφου και κάνοντας μια θαυμάσια στροφή δημιουργούσε ένα ευρύχωρο άνοιγμα μπροστά σε κάθε όροφο και τελικά έφτανε στην ταράτσα, που ήταν στρωμένη με αληθινή μαλτεζόπλακα, για δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Μπαίνοντας στο σπίτι, υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα που οδηγούσε από τη μια στο ισόγειο κι απ’την άλλη στη σκάλα για τους άλλους ορόφους.
    Ανοίγοντας την εσωτερική πόρτα υπήρχε ένα τετράγωνο χολ στρωμένο με τετράγωνα ασπρόμαυρα μάρμαρα σ’αντίθεση με την είσοδο και τα σκαλιά της που ήταν από πεντελικό μάρμαρο.  Οι τοίχοι ήταν ραϊσμένοι και σε ορισμένα σημεία είχαν πέσει σουβάδες.   Μπαίνοντας στο καθιστικό, η πόρτα σκάλωνε κι άφηνε μια βαθιά κυκλική χαρακιά στο πιτς πάιν.   Στο καθιστικό υπήρχαν παλιά έπιπλα από έβενο σκεπασμένα με υφάσματα, για να προστατεύονται κι οι πίνακες στους τοίχους ήταν σκεπασμένοι με υφασμάτινες θήκες. Γύρω από το καθιστικό υπήρχαν τρεις πόρτες, η μια οδηγούσε στην κουζίνα, η άλλη στο γραφείο και η άλλη σ’ένα μακρύ διάδρομο,  που περνώντας απ’τα υπνοδωμάτια, που ήταν κοιτώτες φιλοξενίας κατέληγε στα λουτρά, το πλύσταριό και τις τουαλέτες. Τα δυο δωμάτια ήταν κλειστά χρόνια τώρα και είχαν σιγά σιγά γίνει αποθήκες,  όπου μέσα τους υπήρχε όλη η ιστορία της οικογένειας.

127                                                                                        
     Το σπίτι κατέρρεε κι ήθελε συνεχή φροντίδα, μερεμέτια και μάζεμα σουβάδων που έπεφταν. Ο μάστορας που το είδε τους συνέστησε να το δώσουν αντιπαροχή για να γίνει πολυκατοικία αλλά επειδή σίγουρα υπήρχαν μνημεία της αρχαίας Αθήνας θα το απαλλοτρίωνε η αρχαιολογία για ένα κομμάτι ψωμί. Η άλλη λύση ήταν ν’αναπαλαιωθεί αφού μπορούσε να θεωρηθεί διατηρητέο. Το σπίτι θα κόστιζε πολλά κι ο αρμόδιος του υπ. Πολιτισμού της εξήγησε ότι όλη η Ελλάδα είναι ωραία καταρρέουσα, κι υπάρχουν αριστουργήματα που έχουν ήδη καταδικαστεί, λόγω έλλειψης χρημάτων, εις θάνατον. Ο μόνος τρόπος ήταν το δάνειο απ’ την τράπεζα που δε θα μπορούσε να εξοφληθεί κι έτσι το σπίτι θά’πεφτε στα χέρια της τράπεζας. Ήταν λοιπόν φανερό πως θα πέθαιναν και το σπίτι θα κατέρρεε, ή θα κατέρρεε και θα τους πλάκωνε.

Ο πατέρας της πέθανε στα 85 φορώντας τη σαντακρούτα του και το ψαθάκι του αφού κατά το τέλος της ζωής του, τα είχε χάσει κι αυτά τα ρούχα δεν τα έβγαζε παρά μόνο αν του φορούσαν μιαν ίδια αλλαξιά. Περίμενε να τον επισκεφτεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος που κάποτε πράγματι του το είχε υποσχεθεί, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει. Εκτός αυτού είχε χρόνια πεθαμένος.  Η κόρη της ήταν χωρισμένη μ’έναν γιο·  δεν πάταγε ποτέ στο σπίτι γιατί εκεί πάντα έπρεπε κάτι να κάνει, αφού οι γέροι ήθελαν περιποίηση.  Ακόμα πες το ένα, πες το άλλο, η συζήτηση κατάληγε σε καβγά. Δηλαδή «που εσύ με πίεσες να παντρευτώ και να πάρω αυτό τον αχαΐρευτο που με κατέστρεψε κι είμαι τώρα αναγκασμένη να διδάσκω στα σπίτια αγγλικά και γαλλικά δηλαδή σερβάν».  Έτσι είχαν καταλήξει να μιλάνε στο τηλέφωνο, δηλαδή την έπαιρνε η κόρη της, και πάλι παράπονα, δηλαδή ότι ο γιος της αργούσε να γυρίσει, ότι φορούσε σκουλαρίκι κι αφού την έπιανε υστερία κι έβαζε τα κλάματα το έκλεινε χωρίς να την καληνυχτίσει.  Τηλέφωνο  την έπαιρνε  κι  ο άντρας της
που την είχε εγκαταλείψει πριν πολλά χρόνια, όταν δηλαδή ήταν πενηντάρης. Αυτός ήταν ζωγράφος, δηλαδή τεμπέλης, πού’μπλεξε με μια θεότρελη και μια μέρα της ανακοίνωσε

128                                                                                         
ότι δεν μπορούσε πια εκεί, πνιγόταν, είχε καθήκον στην τέχνη. Έτσι πήρε κάποια πράγματα κι έφυγε, αλλά ερχόταν που και που για να παίρνει τα υπόλοιπα πράγματα που είχε αφήσει. Κάθε φορά θά’κλεβε λίγο λάδι λίγο τυρί καμιά κουβέρτα, μέχρι που μια μέρα τον σταμάτησε και του είπε ν’αφήσει τ’ασημένια κουταλάκια και να μην ξαναπατήσει. Το μάτι της είχε αγριέψει και κρατούσε το σίδερο αφού τη στιγμή εκείνη σιδέρωνε.  Αυτός τα χρειάστηκε κι έφυγε.  Όταν λοιπόν τον έζωνε η πείνα ή γι’άλλους ανεξιχνίαστους λόγους, έπιανε το τηλέφωνο.  Ήταν πάντα λίγο μεθυσμένος και να αγάπες και νοσταλγία, κι αυτή τον παρακαλούσε να μην ξαναπάρει τηλέφωνο αφού την ενοχλούσε. Κάθε φορά λοιπόν που χτυπούσε το τηλέφωνο την έπιανε πανικός αφού θα ήταν η κόρη της ή ο άντρας της. Αν δεν ήταν οι γέροι που το είχαν ανάγκη θα το είχε κόψει.

Η γριά μάνα της ήταν ένα στοιχειό χωρίς δόντια και η πλάτη της είχε κυρτώσει πάρα πολύ, όμως τα μάτια της έλαμπαν από μιαν ανεξήγητη χαρά. Ήταν πολύ λεπτή αεικίνητη και μπορούσε να πηγαινοέρχεται τις πιο ακατάλληλες ώρες, να παραμιλάει ή να λέει πράγματα που στην κόρη της φαίνονταν ασυνάρτητα, γιατί δεν είχε παρακολουθήσει την ακολουθία της κουβέντας, που μπορεί να είχε αρχίσει η γριά με τον εαυτό της σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Πρωί πρωί σηκωνόταν και περίμενε την κόρη της να ξυπνήσει.  Της έλεγε να ψήσει καφέ για να πούνε τα νέα. Την έλεγε Κάτια ρώσικα, που ήταν κάτι ανάμεσα στο Κάτια, το Κάκια και το Κάσια, ―Κάκτσια― μ’ένα δασύ σύριγμα, σαν ρωσίδα αριστοκράτισσα.  Μεσ’το παραμιλητό της ανακάτευε εξελληνισμένα ρώσικα, γαλλικά κι αρβανίτικα, αφού μικρή είχε πάει σε γαλλικό σχολείο κι οι φίλες πλακιώτισσες ήξεραν αρβανίτικα και ειδικά βρισιές.  Ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος, με όλη τη μιζέρια της είχε τους φτωχούς της να φροντίζει οι οποίοι όμως σιγά σιγά απομακρύνθηκαν γιατί η γριά δεν είχε εκσυγχρονιστεί. Το ψωμί και το φαΐ  δεν είχαν πια πέραση στους ζητιάνους.  Ακόμα αν κάποιος αστυφύλακας πήγαινε στο σπίτι της να πληροφορηθεί για κάποιον αφού ήταν απ’τους παλιότερους κατοίκους, τον
έδιωχνε αποκαλώντας τον ρουφιάνο. Βέβαια είχε και μιαν αποστροφή προς την αστυνομία, αφού τρεις και δύο ήταν στο σπίτι τους παλιότερα αναζητώντας τον Γιάννη το γιο της που ήταν χαρακτηρισμένος κομουνιστής.

129                                                                                        
     Αυτή λοιπόν ήταν η γριά και τα νέα που θα συζητούσαν ήταν φανταστικές ιστορίες βγαλμένες από ένα σουρεαλιστικό διάλογο με την τηλεόραση. Η τηλεόραση που ήταν πάντα ανοιχτή στο δωμάτιό της κι η συζήτηση πηγαινοερχότανε:  Ο Μπους λοιπόν της είχε στείλει σύνταξη, για τις υπηρεσίες της στο αμερικανικό έθνος αλλά ο Μιτσοτάκης της την είχε κλέψει. Κι ο Τέρενς ο εκφωνητής της τηλεόρασης, που τον ρωτούσε συχνά “Τι έγινε με τη σύνταξη”, της απαντούσε ότι η υπόθεση των υποκλοπών πολύ γρήγορα θα πήγαινε στον ανακριτή κι ο Μιτσοτάκης θ’απολογείτο. Η γριά είχε μπλέξει τις αναμνήσεις με τις ειδήσεις και την πραγματικότητα και η τηλεόραση είχε γίνει μια δίνη που ρουφούσε ό,τι νοημοσύνη της είχε απομείνει.

                                Τα όνειρα

Όταν νύχτωνε η Κατιούσα είχε πάντα την αγωνία του ύπνου. Σχεδόν πάντα αυτός δεν ερχόταν χωρίς βάσανο και κόπο.  Όλα τότε της έρχονταν στο μυαλό, η κόρη της, ο υδραυλικός, ο σωβατζής ακόμα κι ο άντρας της, αυτός ο γελοίος.   Τι της είπε, τι του είπε, τι έπρεπε να του είχε πει, όλα χωρίς νόημα αφού αυτός είχε χρόνια φευγάτος και δεν τον ήθελε με τίποτα πίσω.   Όταν άρχιζε να σκέφτεται τον άντρα της, καταλάβαινε ότι απλά δεν είχε ύπνο.  Ότι ο πρωτοξάδελφος του θανάτου δεν θα ερχόταν και έτσι θ’άνοιγε ακόμα μια πορτίτσα για τον μεγάλο άρχοντα που θα την άγγιζε με το απαλό του χέρι και θ’άπλωνε το ειρηνικό του σκότος. Πάλι τι ήθελε και σκεφτόταν όλ’αυτά τα μελοδραματικά; Ανοησίες γεροντικές· μάλλον δεν είχε πιεί τις βιταμίνες που της συνέστησε ο γιατρός κι όταν δεν τις έπινε δεν είχε ύπνο κι αν την έπαιρνε ο ύπνος έβλεπε τέτοια όνειρα που καλύτερα να μην είχε κοιμηθεί. Πήγαινε τότε στη βιβλιοθήκη που ήταν ένα ολόκληρο δωμάτιο και διάβαζε.
Το σόι είχε “χούι” ν’αγοράζει βιβλία. Ο παππούς, ο πατέρας της, κι ο αδελφός της,

130                                                                                       
αγόραζαν τόσα βιβλία που ήταν αδύνατον να διαβαστούν. Αυτά είχαν μαζευτεί στη βιβλιοθήκη που αράχνιαζε και κάθε προσπάθεια καθαρισμού ήταν μάταια. Αφού ξεκινώντας απ’τη μια μεριά, όσο να φτάσει στην άλλη, η αρχή αράχνιαζε πάλι.  Όταν ξεσκόνιζε τα βιβλία κι άνοιγε κάποιο που δεν είχε ξανανοιχτεί, της ασκούσε μια έλξη, μια γοητεία, ένιωθε πως είχε ένα ραντεβού μ’αυτό, πριν ακόμα γεννηθεί. Αποφάσισε λοιπόν πως τα βιβλία που δεν είχαν διαβαστεί, αν τύχαινε να τ’ανοίξει, θα τα διάβαζε άσχετα σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Αφού ήξερε αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά.  Επίσης είχε ένα τετράδιο και κρατούσε σημειώσεις και παρατηρήσεις, απ’τα έργα που διάβαζε, χωρίς κάποια τακτική ακολουθία, αλλοπρόσαλλα έτσι από κάποιο καπρίτσιο. Τις διάβαζε μετά από καιρό προσπαθώντας να τις συνδέσει με κάποια συνέπεια, αλλά χαλαρά, χωρίς απόλυτη πειθαρχία.  Ήθελε να επεμβαίνει στη συρραφή των εννοιών προσθέτοντας και δικές της απόψεις. Τ’άφηνε και τα ξανάπιανε μετά από μήνες, κάτι που της είχε γίνει ένα είδος ανάγκης, κάτι που της ήταν απαραίτητο. Έγραφε τις παρατηρήσεις σαν ποιητικές ριπές σε σχέση μ’αυτά που είχε συρράψει, που έμοιαζαν σαν παραλήρημα που ίσως να σοκάριζαν τον καθημερινό άνθρωπο. Ήταν αλήθειες ορατές από μιαν άλλη όψη, που ήταν μέσα στα μάτια μας, αλλά ποτέ δεν τις βλέπαμε μ’αυτόν τον τρόπο.  Όμως κι αυτές έμειναν εκεί στο συρτάρι, όπως το έργο του παππού της του Τζάκο.
       Έτσι πάλι σήμερα που δεν είχε ύπνο γύριζε από δω κι από κει, μα στη βιβλιοθήκη δεν ήθελε να μπει. Θεωρούσε τα γραφτά της μιαν αποτυχία, όπως όλη της τη ζωή.  Μια ζωή όλο όνειρα κι αποτυχίες. Ένιωσε πάλι αυτό το συναίσθημα της φυγής, να πάρει τη βαλίτσα και να φύγει.  Να γράψουν οι εφημερίδες «μεσόκοπος κυρία πάσχουσα από μελαγχολία ή απολέσασα τας φρένας εξηφανίσθει».     Αντ’αυτού αποφάσισε πάλι να πάει ταξίδι για το Βλαδιβοστόκ. Το τρένο θα ξεκινούσε απ’τη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, θα περνούσε απ’τη Σόφια, το Βουκουρέστι και στη Μόσχα, θ’άλλαζε τρένο και θα έπαιρνε τον Υπερσιβηρικό.  Ο κόσμος έμπαινε στο τρένο γρήγορα-γρήγορα κι έπιαναν θέσεις, ενώ αυτή

131                                                                                       
ήταν εκεί από πριν και παρακολουθούσε τα πάντα. Το πηγαινέλα στο σταθμό και το πάρε-δώσε στο τρένο. Φαίνεται ότι αποκοιμήθηκε και το πως είχε ξεκινήσει ο Υπερσιβηρικός δεν το είδε. Συνήθιζε να φαντάζεται και να αποκοιμιέται, ευρισκόμενη στη συνέχεια του ονείρου της.  Τούτη τη φορά βρέθηκε όταν τα ζεστά τσάγια έρχονταν γρήγορα γρήγορα, καφές δεν υπήρχε γιατί ήταν σε έλλειψη. Μερικοί άναβαν τσιγάρο, κάτι περίεργα τσιγάρα που είχαν διαφορετική μυρωδιά και ήταν φανερό ότι δεν ήταν από αληθινό καπνό. Όπως άλλωστε κι ο καφές ήταν από καβουρντισμένο κριθάρι. Μισούσε τον καπνό αλλά στον υπερσιβηρικό τον ανέπνεε με μεγάλη ευχαρίστηση.  Ποτέ όμως δεν κάπνισε σε κανένα ταξίδι αφού την εποχή της επανάστασης, οι Ρώσοι τις γυναίκες θεωρούσαν αγίες και ποτέ δε θα τους πρόσφεραν τσιγάρο που φέρνει στο νου σεξουαλικά υπονοούμενα και την εντύπωση ενός έκρυθμου ηθικού βίου. Όλοι μιλούσαν τη ζεστή γλώσσα με την λεβέντικη προφορά, αλλά αυτή μολονότι δεν ήξερε ρώσικα στον υπερσιβηρικό τα καταλάβαινε όλα. Μόνον όταν μιλούσε εκείνη κανείς δεν την καταλάβαινε κι όλοι γύριζαν μ’ευγένια και της έλεγαν κάτι σαν «παρακαλώ;». Αυτή ξαφνικά σαν να χανόταν, να βυθιζόταν πίσω απ’την εικόνα στο σκοτάδι και μετά να επέστρεφε πάλι πίσω.
     Ο Φιοντορ Ιβάνοβιτς, που όσοι τον γνώριζαν καλά, τον έλεγαν σύντροφο Μίσκιν, ήταν ένας παλιός επαναστάτης που φορούσε ένα παλιό γκρίζο κουστούμι σιδερωμένο και φροντισμένο, που του είχε χαρίσει η επανάσταση. Αυτό το φορούσε χρόνια, γιατί το κουστούμι είναι σαν το όπλο,  που όταν στο εμπιστευτεί η επανάσταση δεν πρέπει να το προδόσεις. Πρέπει να το κρατήσεις σχεδόν πάντα. Και φυσικά να είσαι λεπτός όπως ήσουν νέος, έτσι που το κουστούμι να σου ταιριάζει και να μην ξεχειλίζει και να γελοιοποιείσαι εσύ κι η επανάσταση. Στο πέτο είχε το μικρό κόκκινο άστρο που φορούσαν όλοι οι τροτσκιστές, που πήραν μέρος στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων κι έτσι δε θα χρειαζόταν να μιλάνε γι’αυτό.  Όλοι όμως ήξεραν ότι εκείνο το βράδυ, πιάστηκαν κάποιοι μπολσεβίκοι να τσεπώνουν αντικείμενα καλλιτεχνικής αξίας. Ο κομισάριος έδωσ’εντολή να

132                                                                                        
δικαστούν στην αυλή μπροστά σε όλους. Κάποιοι ήθελαν η δίκη να γίνει στην αίθουσα χορού του ανακτόρου, που ήταν πολυτελέστατη, για να νιώσει κι φτωχός λαός, ότι είναι κύριος πια.  Όμως ο κομισάριος αρνήθηκε γιατί στην αίθουσα χορού δεν χωρούσαν όλοι κι έτσι θα άρχιζαν οι διακρίσεις. Εξάλλου η επανάσταση δεν έχει ανάγκη να συνειδητοποιήσει τον πλούτο, αλλά να εξυψώσει τη φτώχια σε πολιτισμό.  Αν βάλουμε στα εργοστάσια πολυελαίους, που είναι δικαίωμα των εργαζομένων, πάει η επανάσταση την κατάπιε η πολυτέλεια. Έγιναν ολονύκτιες συζητήσεις γι’αυτό το θέμα και μετά έγιναν συζητήσεις για το αν υπήρχε ουσία να συζητάν τέτοια θέματα και να μην μπορούν να πάρουν άμεσες και γρήγορες αποφάσεις που νά’χουν ξεκάθαρο επαναστατικό χαραχτήρα.
      Όλοι όμως θυμούνται ότι οι σύντροφοι που υπέπεσαν, διαπράττοντας αρπαγή αντικειμένων τέχνης το έκαναν από αγάπη και θαυμασμό για την τέχνη, χωρίς να συνειδητοποιείσουν το μέγεθος του σφάλματός τους.   Ήταν αυτοί οι ίδιοι που ζήτησαν απ’το έκτακτο λαϊκό δικαστήριο την καταδίκη τους εις θάνατον. Πήγαν λοιπόν και στάθηκαν μπροστά στην κόκκινη σημαία που είχε απλωθεί στην είσοδο των χειμερινών ανακτόρων κι εκεί δέχτηκαν πολλές βολές, έτσι που η κόκκινη σημαία ματώθηκε σε πολλά σημεία και το κόκκινό της έπαψε να είναι τόσο κόκκινο, όσο το αίμα στα σημεία που είχε πιστιλιστεί.   Όλοι γνωρίζουν πως αυτή η σημαία υπάρχει στο μουσείο της επανάστασης κι αυτοί που τουφεκίστηκαν, θεωρήθησαν πρώτοι μετεπαναστατικοί μάρτυρες, αφού αυτοί οι ίδιοι καταδίκασαν τους εαυτούς τους με την εσχάτη των ποινών για παραδειγματισμό. Λέγεται από πολλούς, ότι από κείνη τη στιγμή άρχισε η αλυσιδωτή αντίφαση της επανάστασης, όπου «η επανάσταση άρχισε να τρώει τα παιδιά της».
     Όταν έπεσαν οι βολές, το τρένο τραντάχτηκε φρενάροντας λίγο.  Αυτή πετάχτηκε στον ύπνο της και βρέθηκε στο σκοτάδι του μίζερου δωματίου της, όμως χώθηκε γρήγορα-γρήγορα βαθιά στο στρώμα της, κρατώντας όλη την θαυμάσια ατμόσφαιρα του τρένου και ξαναγύρισε μ’ανακούφιση στο ταξίδι.  Στην παρέα του Φιοντόρ Ιβανοβιτς ήταν κι ένας

133                                                                                        
κατάξανθος νεαρός φαντάρος που έλαμπε από καθαριότητα με ολοκαίνουρια στολή και γυαλισμένες μπότες και ζώνη, που άφηναν μια θαυμάσια μυρωδιά βερνικιού.  Ο νέος αυτός ήταν κάτι σαν ενσάρκωση της έννοιας της επανάστασης. Στα χέρια του κρατούσε με περηφάνια το καπέλο που είχε ένα χρυσό κούφιο άστρο και μέσα του το σφυροδρέπανο που ήταν σε κόκκινο φόντο.   Ο Πάβελ μπορεί να κοιτούσε τον Ιβάνοβιτς με θαυμασμό που άγγιζε την λατρεία, αλλά έδειχνε με την συμπεριφορά του, ότι ένιωθε σαν ίσος προς ίσον, αφού στο στράτευμα είχαν όλοι οι φαντάροι πειστεί, ότι αυτοί ήταν το μέλλον. Έπειτα όλοι ξέρουμε πόσο η επανάσταση επενδύει στην μελλοντική προοπτική που αυτή δεν είναι άλλη απ’τη νιότη. Άσχετα αν στα σχόλια του Ιβάνοβιτς ο Πάβελ απαντούσε σχεδόν σα να κάθεται προσοχή,  ―Μάλιστα σύντροφε Μίσκιν―.
      Η Κατιούσα είχε μάθει από άλλο ταξίδι σε άλλο όνειρο, πως ο Ιβάνοβιτς είχε πάρει τ’όνομα Μίσκιν γιατί κάποτε με ένα μικρό έφιππο απόσπασμα κατάφερε ν’απωθήσει ένα τάγμα Κοζάκων κι ένα απόσπασμα Λευκών, που όλοι γνωρίζουν τι σκληροτράχηλοι πολεμιστές ήταν πάντα. Όταν μπήκαν νικητές στο παλάτι του πρίγκιπα Μίσκιν το σώμα του Ιβάνοβιτς ήταν διάτρητο από βολές και δε μπορούσε να κατέβει απ’τ’άλογο. Τον κατέβασαν με χίλιους κόπους γιατί ήταν ασήκωτος απ’το μολύβι και τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι του πρίγκιπα Μίσκιν.   Όπως ήταν αιμόφυρτος τον έριξαν σε μια κόκκινη σημαία για να περάσουν οι ήρωες, τα μέλη του αποσπάσματός του να του δώσουν το φιλί του έσχατου αποχαιρετισμού. Καθώς έγερναν οι σκιές τους μάκραιναν βγαίνοντας έξω απ’την πόρτα σαν μια στρατιά άλλου κόσμου. Τέλος αφού έριξαν μια τιμητική ομοβροντία, σήκωσαν τα όπλα τους  πάνω απ’τα κεφάλια κι άρχισαν να τραγουδούν παράφορα και παράτονα τη διεθνή, έκλαιγαν και τραγουδούσαν. Τα μάτια του Μίσκιν δάκρυσαν το μολύβι έμεινε πάνω στη σημαία, οι πληγές έκλεισαν και χωρίς να σηκωθεί βρέθηκε ξανά πάνω στο άλογό του. Δεν ήταν θαύμα!  συνέβη αυτό που λένε «χωρο-χρονική επαναφορά μερικών στοιχείων επανορθωμένων απ’το παρελθόν στο μέλλον κι άμεση επαναφορά στο παρόν».

134
    [Εδώ θα πρέπει να γίνει μια επιστημολογική διευκρίνιση στο περιθώριο αυτής της διήγησης. Όποιος την παρακάμψει βέβαια δε θα χάσει και τίποτα. Αλλά για τον περίεργο περί τη σύγχρονη επιστήμη θ’άξιζε να ενημερωθεί.  Θα γνωρίζει ίσως ο αναγνώστης για το περίφημο παράδοξο των διδύμων. Σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας, που είναι μια θεωρία σχετικότητας χώρου και χρόνου, αν ένας δίδυμος ταξιδέψει στο σύμπαν με ταχύτητα που πλησιάζει αυτή του φωτός, όταν επιστρέψει ίσως μετά πενήντα χρόνια σύμφωνα με χρόνο υπολογιζόμενο στη γη, κι ενώ ο δίδυμος αδελφός του στη γη θα είναι γέρος, ο ταξιδευτής θα έχει διανύσει θεαματικά μικρότερο χρονικό διάστημα και θα επιστρέψει σχεδόν νέος.  Αυτό έχει αποδειχθεί μαθηματικά κι αν δεν ήταν πολύ μεγάλοι οι επιστήμονες που το ισχυρίζονται, θα προκαλούσε γέλιο. Βέβαια στην πράξη τουλάχιστον ως σήμερα δεν έχει αποδειχθεί, κι έτσι υπάρχουν επιστήμονες εξίσου σημαντικοί που ισχυρίζονται ότι ο ταξιδευτής κατά την επιστροφή του στη γη και στις λεγόμενες αρχικές του συντεταγμένες αρχίζει να γερνάει με επικίνδυνη ταχύτητα και τη στιγμή που επιστρέφει εκεί που ξεκίνησε, έρχεται στην ηλικία ακριβώς του δίδυμου αδελφού του.  Όλ’αυτά λέγεται ότι στηρίζονται σε κάποιες μαθηματικές εξισώσεις που αντλούνται απ’το περίφημο τρένο του Αϊνστάιν.  Αυτό υποτίθεται ότι κινείται με ταχύτητα κόντα σ’αυτήν του φωτός κι ο χρόνος μέσ’τα βαγόνια είναι διαφορετικός από αυτόν του σταθμού. Εκεί οι επιβάτες βλέπουν τις πόρτες του τρένου ν’ανοίγουν συγχρόνως, ενώ οι άνθρωποι στο σταθμό, ν’ανοίγουν με χρονική αλληλουχία.
      Ως εκεί μπορεί να δικαιολογηθεί το παράδοξο Μίσκιν αφού τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο χωροχρονικό πλέγμα Μινκόβσκυ όπου ανάλογα από τη σκοπιά του παρατηρητή ένα γεγονός μπορεί να γίνει αντιληπτό με συντεταγμένες χωροχρονικά ανεστραμμένες  (ο χώρος να θεωρηθεί χρόνος και τ’αντίστροφο).  Έτσι υπό περίεργες και πάρα πολύ σύνθετες  συνθήκες, μπορεί να γίνει αυτή η χωρο-χρονική επαναφορά, σαν μικρό ταξίδι στο χρόνο.  Βέβαια επ’αυτού, έχει διαμορφώσει γνώμη και κβαντική θεωρία βλέποντας αυτό το παράδοξο διαφορετικά.  Όχι με τις χωροχρονικές σχετικιστικές

135                                                                                        
συντεταγμένες του διαγράμματος Μινκόβσκυ, αλλά μέσα απ’το πλέγμα των στατιστικών παρατηρήσεων της κβαντομηχανικής που αμφισβητούν την αντικειμενικότητα της σωματιδιακής δομής της ύλης στις έσχατες χωροχρονικές σχέσεις των γεγονότων. Δηλαδή σ’έναν κόσμο υποκβαντικό εικάζεται πως υπάρχει μια συγκεχυμένη ροή ενεργείας, που έχοντας αντιφατική φύση, ενδέχεται να υπακούει σ’αλληλεπιδράσεις ακόμα κι ακαριαίες. Αυτό σημαίνει, ότι η αιτιότητα με τον κλασικό τροπό, σ’αυτό το επίπεδο της ύλης, λόγω του ακαριαίου, αμφισβητείται. Λειτουργώντας η αιτιότητα αμφίδρομα κι ακαριαία, μπορεί να επιβεβαιώσει το φαινόμενο Μίσκιν ως φαινόμενο μεγάλης συναισθηματικής υπερδιέγερσης και φόρτισης. Δηλαδή, σύμφωνα με τον μεγάλο κβαντοφυσικό Τζων Κατηφόρη, μέσω της φόρτισης, η ανθρώπινη συνείδηση μεταφερόμενη στο επίπεδο ακαριαίων αλληλεπιδράσεων, μπορεί να γυρίζει πίσω στο παρελθόν, διαμορφώνοντας την κατάσταση σύμφωνα με τον ακατανίκητο πόθο της κι επιστρέφοντας στο παρόν, να φέρνει πίσω την ποθητή κατάσταση.     Αυτό μολονότι φαίνεται μεταφυσικό κι απίθανο, πάρα πολλοί μεγάλοι επιστήμονες όπως ο Φον Νόυμαν, ο Χουίλλερ κι άλλοι το δικαιολογούν μαθηματικά. Ισχυρίζονται ότι στις κβαντικες διεργασίες, ο άνθρωπος πλέον δεν είναι αντικειμενικός παρατηρητής αλλά συμμετέχει με τη βούλησή του στο κβαντικό γίγνεσθαι αφού αποφασίζοντας τη δράση, το μήνυμα της σκέψης του ταξιδεύει ακαριαία στο σύμπαν όπου εκεί είναι άμεσα κοινωνός και δημιουργός. Αυτή η θεωρία που φαίνεται μεταφυσική και ίσως πιο απίθανη, τελευταία γίνεται ακόμα πιο αποδεκτή, αφού σε κάποιο εργαστήριο της Κίνας μπόρεσαν να μεταστρέψουν καταστάσεις απ’το παρελθόν στο παρόν, επιδρώντας στη δομή του DNA ενός ζώου, μέσω τεχνητής συναισθηματικής φόρτισης. Το μόνο πρόβλημα που είχαν ήταν πως το κατσικάκι που θέλησαν να του αλλάξουν φύλο μέσω αυτής της διαδικασίας, επέστρεψε ως γουρουνάκι με το ίδιο φύλο.]

136
Από τότε ο Ιβάνοβιτς εκείνη τη μέρα κλείνεται σ’ένα δωμάτιο,  αφού υποφέρει όλη αυτή τη διαδικασία του θανάτου και της επιστροφής στη ζωή κι ακόμα δε θέλει να συζητιέται αυτό το θέμα, γιατί οι άνθρωποι εύκολα παρασύρονται στην μεταφυσική και τη θεολογία, κάτι που αντίκειται στην επιστήμη και την επανάσταση. ―Καλέ μου Πάβελ είπε ο Ιβάνοβιτς, η επανάσταση είναι μια υπόθεση προσωπική, μια συνεχής μάχη με τον εαυτό.  Ο επαναστάτης κάθε μέρα πολεμά τον εφησυχασμό και την ρουτίνα.  Για κάθε τι που κάνει, ρωτάει τον εαυτό αν το έκανε βολικά.  Το βολικό είναι η αντεπανάσταση. Το εγώ πρέπει να έρχεται τελευταίο και να το φροντίζουμε τόσο όσο μπορεί να δίνει. ―Σύντροφε Μίσκιν τις προάλλες άκουσα ένα γέρο αγρότη που έλεγε ότι σύμφωνα μ’ένα παλιό μύθο, η επανάσταση ήταν ένα αγοροκόριτσο, μια ερμαφρόδιτη και γι’αυτό ανέραστη. Οι νέοι όμως την ποθούσαν αλλά αυτή δεν ενέδιδε σε κανέναν. Θα ενέδιδε μόνο σ’αυτόν που θα την έπιανε στο τρέξιμο. Κανείς όμως δεν μπορούσε κι αυτή έτρεχε μπροστά κι όλοι οι νέοι ξοπίσω της. Οι γέροι όμως που δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την κατάσταση, τη φυλάκισαν με δόλο σ’ένα μεταλλικό κλουβί. Αυτή που δεν μπορούσε χωρίς ελευθερία, έγινε περιστέρι και χτυπιόταν εδώ κι εκεί στα κάγκελα με φόβο να σκοτωθεί. Τότε αποφάσισαν να την ελευθερώσουν για να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Αυτή όμως έμεινε περιστέρι και πετούσε εδώ κι εκεί. Γι’αυτό η επανάσταση έρχεται και φεύγει και κανείς δεν μπορεί να την ορίσει. Το πέταγμά της είναι τυχαίο.―Αγαπητέ μου Πάβελ, δεν θα συμφωνήσω με το γέρο αγρότη, είπε ο Ιβάνοβιτς. Η επανάσταση δεν έρχεται και φεύγει τυχαία αλλά είναι πάντα μέσα μας, έρχεται όταν την καλούμε και φεύγει όταν τη διώχνουμε. Αυτές οι παλιές ιστορίες είναι πολύ περίεργες και διφορούμενες, μάλιστα όταν λέγονται από στόμα αγρότη, που μολονότι είναι συμπαθής και δημιουργικός, ο λόγος του πάντα έχει μέσα το σπέρμα της οπιστοδρόμησης. Εγώ πάντα αποφεύγω τέτοιες ιστορίες, γιατί δεν έχουν το προλεταριακό σφρίγος, που ωθεί τον κόσμο μπροστά.  ―Κάποτε στη Κίνα, που είχα βρεθεί σαν κομισάριος του ΚΚΣΕ, συνάντησα πολλούς επαναστάτες οι οποίοι επιρεασμένοι απ’το πνεύμα του αγροτικού κόσμου, που είναι μεν οικοδομικός, όχι όμως όσο πρέπει επαναστατικός και μοντέρνος, έπεφταν

137
πολύ συχνά σε λάθη. Είχαν μια διαλεκτική παράξενη αρχαία, μυστικιστική και όχι αυτή τη μαρξιστική-λενινστική που είναι συνέχεια της Εγελιανής.  Όταν θεωρητικολογούσαν όλο γρίφους έλεγαν.  Ένας ψηλός, παχουλός, που τον έλεγαν Μάο και τον σεβόντουσαν πάρα πολύ οι εκεί σύντροφοι, έλεγε το εξής παράδοξο: «η Ελευθερία είναι σύνδρομο μιας απεριόριστης σειράς απαγορεύσεων». Εγώ από ευγένεια δεν όρθωσα αντίθετη επιχειρηματολογία, αλλά με ήπιο τόνο παρατήρησα ότι «οι έννοιες πρέπει να είναι σαν το γάργαρο νερό της πηγής, ώστε να μπορεί να πιει ο λαός· να είναι τα σύκα σύκα κι η σκάφη σκάφη».   Κάπως έτσι τελείωνε την κουβέντα ο σύντροφος Μίσκιν, τονίζοντας αργά αργά τις τελευταίες λέξεις, έτσι που φανέρωνε ότι το θέμα σταματούσε εκεί και ότι είχε κλείσει. Ακολουθούσε μικρή σιωπή κι όσοι συμφωνούσαν, συμφωνούσαν, οι άλλοι που είχαν κάτι ακόμα να πουν, ένιωθαν ότι ήταν πλεονασμός κι ότι το κλίμα της συζήτησης είχε έτσι διαμορφωθεί, που και το σύντροφο Μίσκιν θα στεναχωρούσαν, που ήταν ήρωας και αγαπητός ανθρωπος και το γενικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί με το μέρος του προλαλήσαντα, θα ταραζόταν χωρίς αληθινά κανένα λόγο.
     Ο Πάβελ διαπίστωσε ότι τα φλιτζανάκια του τσαγιού είχαν αδειάσει. ―Πως του διέφυγε―, τινάχτηκε σαν ελατήριο κι έφερε αμέσως, μαζί μ’αυτά και κάτι θαυμάσια κριθαρένια παξιμαδάκια, που είχαν ένα περίεργο όνομα στα ρώσικα, αλλά δεν της ερχόταν στο μυαλό. Το τσαΐ μοσχοβολούσε κι έκαιγε τα δάκτυλα, δίνοντας αυτή τη ζεστή θαλπωρή του ροφήματος σ’αυτό το μακρινό ταξίδι μέσα στις στέπες και τα χωριά της Σιβηρίας.  Τα παράθυρα του τρένου είχαν ένα θολό λευκό φως που άρχισε ν’απλώνεται και να μπαίνει στο βαγόνι, ενώ οι φιγούρες άρχισαν σιγά σιγά να χάνονται βουλιάζοντας μέσα του. Το τρένο κουνιόταν κάνοντας αυτό τον χαραχτηριστικό ρυθμικό θόρυβο που βαθμιαία γινόταν πιο υπόκωφος μα πιο σιωπηλός. Έπαψε να τον ακούει με τ’αυτιά της, ένιωθε να δυναμώνει μέσα της.   Ένιωσε παρουσία αντρός, ήταν ο άντρας της που τόσο τον μισούσε, αλλά μόνο μ’αυτόν είχε έλθει  σε ερωτική επαφή. Δεν μπορούσε να αντισταθεί σ’αυτή τη δεσποτική παρουσία που ξεπερνούσε τον άντρα της. Ξέσπασε μέσα της μια οργιαστική αναστάτωση

138
 που ξαφνικά κόπηκε σαν μαχαίρι. Της φάνηκε πως ξύπνησε, πως βρισκόταν σ’ένα απ’τα σπίτια των ονείρων της.  Πολλές φορές έβλεπε στον ύπνο της πως κατοικούσε σε κάποιο σπίτι, που ένιωθε μέσ’το ίδιο της το όνειρο, πως το κατοικούσε και σ’άλλα όνειρα, άλλες φορές. Ένοιωθε την παρουσία του ονείρου μέσ’το όνειρο.
      Είχε πολλά τέτοια σπίτια των ονείρων της.  Σ’αυτό το όνειρο το σπίτι ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο που η ακρογωνιαία μεριά του ήταν χωμένη σε βράχο σκαλισμένο απ’την αρχαιότητα, κάτι πολύ συνηθισμένο στου Φιλοπάππου. Αυτό το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα αλλά δυο πόρτες, αφού υποτίθετο πως το κτίσμα θα συνεχιζόταν από τις δυο ελεύθερες πλευρές, σχηματίζοντας «γάμα», όπου η γωνία ήταν κομμένη μέσ’το βράχο. Απ’τη μια πλευρά θα προχωρούσε προς το σαλόνι κι από την άλλη προς την κουζίνα. Το κτίσμα είχε οριοθετηθεί αφού ήδη είχαν πέσει τα μπετά και σιγά σιγά θα χτιζόταν κι ολοκληρωνόταν δωμάτιο-δωμάτιο. Εν τω μεταξύ όσα δωμάτια ολοκληρώνονταν κατοικούντο ή έμπαιναν σ’ανάλογη χρήση. Έτσι μέχρι να τελειώσει το σπίτι, το έτοιμο μέρος του σπιτιού πάλιωνε κι ήθελε επισκευή.
     Στην αυλή υπήρχε μια κληματαριά, που ο ήλιος την περνούσε δύσκολα και όταν μια αχτίδα τα κατάφερνε, τρύπαγε το σκοτάδι αστράφτοντας μέσ’το σκοτεινό δωμάτιο.  Έτσι απ’τις δυο πόρτες γινόταν ένα περίεργο παιχνίδι σκότους-φωτός που ευχαριστούσε αφάνταστα, αυτούς που είχαν πέσει για μεσημεριανό ύπνο σ’αυτό το δροσερό δωμάτιο.
      Η Κατιούσα ήταν γύρω στα 25 κι ο άντρας της στα 30 κι είχαν πέσει να απολαύσουν αγκαλιά αυτό το θαυμάσιο μεσημεριανό παιγνίδι προ του ύπνου, το παιγνίδι των σκιών που έφευγαν κι ερχόντουσαν. Και τέλος όταν οι σκιές είχαν κουραστεί, ένας θαυμάσιος ύπνος  μεσημεριανού  καλοκαιριού ερχόταν, μ’ένα θολό πέπλο, στεφανωμένος με τσαμπιά
από σταφύλι και κλίματα ορατά κι αόρατα μέσα στο θολό φως που είχε μείνει ακίνητο.
      Η σκιά όμως του συνταξιούχου Ρώσου στρατηγού με το φθαρμένο κουστούμι και τα παλιά παράσημα δεν έφευγε. Γύριζε γύρω γύρω  στο δωμάτιο,  λέγοντας διάφορα

139
αντισοβιετικά υπονοούμενα. Δηλαδή ότι το χαρτί υγείας εδώ είναι σαν αφρός και τα ξυραφάκια τέλεια, ενώ εκεί ήταν χάλια και θα συνέχιζε αν ο άντρας της δεν οργιζόταν ξαφνικά και δεν σηκωνόταν σαν μια ιπτάμενη φιγούρα χωρίς να περπατήσει και να κλείσει την πόρτα. Μ’ένα «κράκ» κλείσαν απότομα κι δυο πόρτες κι έγινε αφόρητο σκοτάδι.
      Κάποιος είχε πάει στην τουαλέτα και βρόντησε την πόρτα, ξυπνώντας την. Φυσικά η γριά. Η ώρα δεν ήταν τρεις το μεσημέρι αλλά τρεις το πρωί και δεν ήταν 25 χρονών αλλά 60  και δεν είχε τον άντρα της, μα ήταν μόνη στο σκοτάδι. Της πέρασε απ’το νου αυτός ο παράδοξος συγχρονισμός ονείρου και πραγματικότητας. Είχε καθίσει στο κρεβάτι, μ’όλα τα συναισθήματα που ακολουθούν μια τέτοια διαπίστωση. Σηκώθηκε κι άνοιξε τη μπαλκονόπορτα που έβγαινε κατευθείαν στον κήπο.  Ο ουρανός είχε ένα περίεργο φως, σα να υπήρχε ένα μικρό θολό φεγγάρι, που έμεινε για λίγο ακίνητο και μετά άρχισε επιταχυνόμενο να χάνεται στο βάθος του ορίζοντα. Η χλόη του κήπου είχε γεμίσει περίεργες δροσαλίδες και υπήρχε μια αόρατη παρουσία.  Η γάτα αγρίεψε, έσκουζε, φούντωσε, τρίφτηκε στα πόδια της και χώθηκε στο σπίτι.  Ξαφνικά ξανάκουσε το Ρώσο στρατηγό να λέει το τραγούδι του Καπτάν Σορς. «Πέρα στ’ακροπόταμο τμήμα πάει ομπρός με σημαία κόκκινη και πιο μπρός λαμπρός ο Καπταν ο Σόρς. Στο κεφάλι επίδεσμος….» Μετά άκουσε βίαιο καλπασμό. Ένας καβαλάρης στη θολούρα της νύχτας κοντοστάθηκε, το νευρικό του άλογο ξεφυσούσε κι αυτός με ματωμένο επίδεσμο στο κεφάλι. Ήταν αυτός ο ίδιος ο Σορς.  Έδωσε το χέρι του στο Ρώσο στρατηγό που δεν ήταν τότε στρατηγός, αλλά ένα παλικαρόπουλο μαχητής, ενδεδυμένος τα ιμάτια της επανάστασης και σαλτάρισε στα καπούλια του αλόγου.  Αυτό σηκώθηκε στα δυο πόδια, χλιμίντρισε κι αφού έκανε μερικά βήματα στα πίσω πόδια, χάθηκε καλπάζοντας στο σκοτάδι, ενώ ακόμα ακουγόταν ένα απόκοσμο σφύριγμα που ήταν η Μασσαλίωτιδα. Όταν το σφύριγμα είχε σβήσει, αυτή δεν ήταν στον κήπο, αλλά καθόταν στο κρεβάτι της, είχε δει όνειρο μέσα σ’άλλο όνειρο, εντός άλλου ονείρου.  Αυτή η αλληλουχία ονείρων σε όνειρο,  την ανησυχούσε,  πιθανόν τρελαινόταν.

140
    Το μόνο πραγματικό ήταν ότι η γριά πήγε στην τουαλέτα κι εκτός απ’το κτύπημα της πόρτας έκανε αφόρητους θορύβους. Είχε γυρίσει στο δωμάτιό της με την τηλεόραση πάντα ανοιχτή μολονότι το πρόγραμμα είχε τελειώσει κι άρχισε να χορεύει και να τραγουδά «λεμονάκι μυρωδάτο».
     Προσπάθησε να τη βάλει για ύπνο, γιατί σίγουρα ενοχλούσε τους ενοίκους που ήταν εργαζόμενοι και έπρεπε να κοιμηθούν. Αν έφευγαν, που θα έβρισκαν ενοικιαστές γι’ αυτό το ερείπιο;  Η γριά φουρκίστηκε κι άρχισε να βρίζει ανάκατα ρώσικα, ελληνικά και γαλλοαρβανίτικα. Να της λέει ότι ο άντρας της ήταν ένας κύριος, που όλο στις ταβέρνες την πήγαινε και γλεντούσαν. Από τότε που πέθανε κι έπεσε στα χέρια της κόρης της, καταστράφηκε, ―όλο μέσα.
    Τότε άρχισε να γελάει παράδοξα κοιτώντας την κόρη της όλο νόημα και κατέρρευσε. Η Κάτια την άρπαξε σχεδόν στον αέρα και την έβαλε στην πολυθρόνα. Η γριά ήταν ακίνητη με τα μάτια καρφωμένα στο βάθος του δωματιού, σα νά’βλεπε κάτι. Ανατρίχιασε.  Τα μάτια της μάνας της δεν είχαν πλέον αυτή την τρελή πειραχτική λάμψη, αλλά μια απύθμενη σοβαρότητα, που ποτέ δεν είχε ξαναδεί στο πρόσωπό της και που ήταν πιο δραματική με το φως της τηλεόρασης ν’αναβοσβήνει. Της έκλεισε τα μάτια.
     Μετά πήγε στο γραφείο που ήταν το τηλέφωνο να πάρει το γιατρό. Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου νιώθοντας μιαν ηρεμία μιαν ανακούφιση.  Το σπίτι πρώτη φορά
ήταν τελείως ήσυχο.
     Έξω από τα τζάμια υπήρχε ένα φως απογευματινό, λες κι ο ήλιος μόλις έδυε. Μπροστά της είχε τα τετράδια του σχολείου, θυμήθηκε ότι δεν είχε λύσει κανένα πρόβλημα. Δάκρυσε, η δασκάλα θα την μάλωνε.  Έβαλε τα δαχτυλάκια στα μαλλιά και τ’ανακάτωσε όπως όταν βρισκόταν σ’αμηχανία.  Ξάφνου ένιωσε ένα ζεστό χέρι να της χαϊδεύει τα μαλλιά τρυφερά. ―Κάτσια, Κάτσια, μην κλαις. Έγειρε στη αγκαλιά της μανούλας και ξέσπασε σ’ένα σπαραχτικό κλάμα που το φύλαγε μια ζωή, λυτρωτικό.   Οι εικόνες πέρναγαν μπροστά
της ασταμάτητα· εικόνες  μιας ζωής ανέμελης, παιδικής.  Η μανούλα την πήρε απ’το χεράκι και την έβαλε στην τηλεόραση, της χάιδεψε ξανά τα μαλλάκια. ―Έλα, έλα της είπε, σέρνοντας τη φωνή της τρυφερά, μην στεναχωριέσαι, θα σε μάθω κι εσένα να μιλάς στην τηλεόραση, δίνοντάς της ένα φιλάκι.

141
      Τη στιγμή εκείνη η πόρτα έτριξε δυνατά κάποιοι σωβάδες πέσαν κάτω απ’το ταβάνι με θόρυβο. Οι νοικαραίοι πετάχτηκαν έξω τρέχοντας.  Στο βάθος του δωματίου ήταν ο πατέρας της στην κουνιστή πολυθρόνα του, φορώντας τη σαντακρούτα και το ψαθάκι. ―Ο φίκος, ο φίκος, είπε με νόημα―.  Το σπίτι κατέρρεε.
      Ένιωσε τ’απογευματινό φως στο παράθυρο να χάνεται και να σκοτεινιάζει κι οι παιδικές φωνές έξω απ’το παράθυρο να σβήνουν. Είχε γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της μοναξιάς της, που τώρα ήταν απόλυτη.   Στο βάθος του σπιτιού υπήρχε μια σκοτεινή χοάνη, μια δίνη που την τραβούσε, μέσα της υπήρχε ένα απόμακρο φωτεινό σημείο.  Οι αναμνήσεις άρχισαν να πορεύονται αντίστροφα, ίσως να μην ήταν όλες δικές της αλλά μιας ολόκληρης γενιάς.  Όταν είχαν αρχίσει να γίνονται χωρίς μορφή, μια αόριστη αίσθηση ηρεμίας την κατέλαβε. 
―Η ζωή είναι ωραία είπε μέσα της, ένας κήπος γεμάτος θαύματα. Είδε στρατιές ανθρώπων σε ειρηνικούς καταπράσινους αγρούς να εργάζονται και να χαμογελούν. Φορούσαν ρούχα αλοκάθαρα κι αφρόντιστα, τα παιδιά έπαιζαν με πάθος, με την λαχτάρα μιας ολοζώντανης χαράς. Ξάφνου ταράχτηκε, σκέφτηκε ότι όλ’αυτά μπορεί να είναι ένα ψέμα, ότι ίσως κι αυτό είναι ένα της όνειρο που δε θα ξυπνούσε να δει αν ήταν αληθινό.
     Μετά βρέθηκε στο έσχατο σπίτι των ονείρων της ψηλά στα δάση της Αρκαδίας.  Ήταν φθινόπορο και τα κόκκινα φύλλα είχαν σκεπάσει την πλαγιά. Πέρασε το μικρό λόφο και κατεβαίνοντας  έφτασε εκεί,  όπως ακριβώς πάντα,  στα όνειρά της.  Αυτό ήταν χωμένο μέσα σ’ένα λόφο. Η δρύινη πόρτα ήταν κολλημένη στην ξερολιθιά και μπροστά της ήταν μια λιθόστρωτη αυλή. Δεν χρειάστηκε να ξεκλειδώσει, όταν πλησίασε η πόρτα άνοιξε μόνη της και βρέθηκε μέσα. Το δώμα ήταν πέτρινο χωρίς παράθυρα, μια είσοδος μπροστά και μια άλλη  πίσω κλειστή. Το ταβάνι ήταν από πέτρες που η μια στήριζε την άλλη κι όλες μαζί

142
έκαναν το θόλο που κρατούσε επάνω του το χωμάτινο λόφο.   Στο σπίτι αυτό των ονείρων της, έρχονταν φίλοι και συγγενείς ζωντανοί και νεκροί, ακόμα κάποιοι που δεν τους γνώριζε μα ήταν φανερό ή ένιωθε πως ήταν πολύ οικείοι, ―δικοί της. Μπαινόβγαιναν απ’την πίσω πόρτα, αλλά η ίδια δεν την είχε δει ν’ανοίγει. Έρχονταν φορώντας προσωπείο που ήταν το ίδιο τους το πρόσωπο, αφού ήταν φανερό ότι το πρόσωπό τους το είχαν χάσει και μόνο με προσωπείο μπορούσαν να φανερωθούν.  Εκείνο το βράδυ το δώμα γέμισε κόσμο άγνωστο, που όμως ήταν οι δικοί της άνθρωποι οι ατέλειωτοι.  Άλλοι ήταν ίδιοι με διαφορετική μορφή ενώ άλλοι διαφορετικοί με την ίδια μορφή. Ήταν τόσοι πολλοί που το δώμα δεν τους χωρούσε, αλλά οι τοίχοι τους απορροφούσαν όλους μαζί αφού ουσιαστικά δεν είχαν αληθινό όγκο. Έτσι όλες οι μορφές συγχέοντο μαζί σαν μια μορφή άμορφη κι εμφανίζονταν μόνο στα σημεία που αυτή συγκέντρωνε το βλέμμα της, σα να τις δημιουργούσε η ίδια και να τις έβγαζε απ’τη συγκεχυμένη κατάσταση που βρισκόντουσαν.
     Φαίνεται ότι στις μορφές αυτές, χώρος κι χρόνος είχαν συμπτυχθεί στο τώρα, που είναι μια απειρελάχιστη σχισμή ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, όντας ένα αιώνια υπαρκτό τίποτα,  που έπαιρνε μορφή μέσα από τη δική της υπόσταση.   Τα προσωπεία λοιπόν ήταν ο τρόπος  που αυτή μπορούσε να δει την ουσία που βρισκόταν πίσω τους συγκεχυμένη κι απρόσιτη.     Το δώμα αυτό το χωρίς παράθυρα, αυτό που ήταν το πιο κρυφό το καταδικό της, είχε ένα παράξενο φως που ερχόταν απ’το πουθενά.  Στη μέση υπήρχε ένα κενό προσωπείο, το δικό της, αυτή όμως η ίδια έλειπε, όντας με κάποιο τρόπο αόριστο εκεί.  Περίμενε τον εαυτό να πάρει τη μορφή.  Η πίσω πόρτα την καλούσε ν’ανοίξει. Ο Άρχοντας ο γαλήνιος επιτέλους είχε έλθει.  Η πόρτα εσείετο, αλλά δεν άνοιγε.  Δεν μπορούσε. Δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Δεν είχε πάρει τη μορφή. Ο χτύπος δυνάμωνε επίμονα, εκκωφαντικά έτσι που τελικά βουβαινόταν μέσα της, χτυπούσε στο στήθος της σαν ξεχαρβαλωμένος κτύπος καρδιάς.  Ένιωσε παρουσία αντρός, μα δεν ήταν ο άντρας της αλλά κάποιος άλλος

143
ξεχασμένος, που ερχόταν απ’το βάθος του εαυτού. Ήταν αυτή η ίδια ως άντρας· το αντίδρομο εγώ, που όλοι έχουν κλεισμένο βαθιά μέσα τους, για να μπορούν να είναι αυτό που είναι. Ερχόταν σκοτεινό κι άβουλο, σαν μεθυσμένο ζώο να κλείσει τον κύκλο της ύπαρξής της. Ένιωσε την ανακούφιση και τη γλυκιά κούραση ενός φθίνοντος γλυκού πόνου. Τα βλέφαρα του προσωπείου είχαν κουραστεί κι άρχισαν να κλείνουν. Η πόρτα η άβατη άνοιξε ξαφνικά και βίαια αλλά χωρίς θόρυβο, σαν να την άνοιξε πανίσχυρος και ξαφνικός άνεμος. Πίσω της μια θάλασσα μυστική, ουρανός και θάλασσα μαζί.  Ήταν ξαπλωμένη στο πλοίο, το μαύρο, το αρχαίο, ίσα ίσα που την χωρούσε σαν πλεούμενο κρεβατάκι, τυλιγμένη με γιασεμιά και κισσούς. Μπορεί, γιατί εκείνο το βράδυ το γιασεμί στον κήπο είχε οργιάζει κι η μυρωδιά του έφτανε ως αυτό το μακρισμένο όνειρο.
     Ο Άρχοντας ορθός στην πρώρη, μόνο την πλάτη του μπορούσε να δει.  Νόμισε ότι κάποια στιγμή της έκανε τη χάρη, μπόρεσε να δει.  Θυμήθηκε το χαμόγελο του κούρου, ίσως να ήταν αυτό. Είδε! αυτό το πρόσωπο ήταν κενό, δεν φορούσε κανένα προσωπείο. Είδε ό,τι μπορούσε να δει, είδε αυτό που κανείς δεν είχε δει, μα αυτό ήταν όλες οι μορφές και καμία. Ήταν μια παρουσία μέσα στην απουσία. Ήταν το τίποτα ως ουσία ή ήταν το κάτι ως τίποτα.
              Αυτό το Τίποτα το ένιωθε παρόν.

Ένιωσε το συναίσθημα ότι ήταν αυτή αλλά ότι δεν ήταν κιόλας, ότι ήταν άλλη ή μάλλον άλλος, ένα μικρό αγόρι.  Τα χρώματα και τις μορφές τα είχε ξεχάσει, όμως ένιωθε καλά πως όλ’αυτά θα είχαν κάποιο όνομα, αγωνιούσε να θυμηθεί.  Το βιβλίο, την πλάκα, το κοντύλι, τα είχε μπροστά του, κάποιοι της τά’δωσαν να τον δοκιμάσουν.   Ένιωθε πολύ καλά ότι αυτή ήταν άλλος, ένα μωρό, αλλά δεν ήξερε τι ήταν να είναι αυτή ή εκείνο. Το έπιασε ένα παράπονο ένας λυγμός που τελικά ξέσπασε σε γοερό κλάμα.

Πόσες φορές αυτό το κλάμα δεν τον είχε λυτρώσει!

144
Γύρω προσωπεία είχαν κολλήσει πάνω του κάνοντας περίεργους μορφασμούς. Αυτές οι μάσκες ενώ ήταν πάντα βλοσυρές μόλις γύριζαν σ’αυτόν χαχάνιζαν τάχα αστεία παράξενα τρομαχτικά. Τι ήταν αυτό; τι ήταν εκείνο; ένιωθε χαμένος ανάμεσα στο χθές που δεν είναι, στο αύριο που δεν είναι, και μέσα στο τώρα που είναι ένα τόσοδά, ένα τίποτα, αλλά που είναι αυτό πάντα.
Το άσπρο, το κόκκινο, το μαύρο, ο άνεμος του δάσους, το θρόισμα των φύλων, τα σπιτάκια του ονείρου τα ολόλευκα και η γαλάζια θάλασσα που άρχισε ξανά να κυματίζει.
145


14.                Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
Ο κύριος Ιωσήφ Βακιρτζής, γραμματέας Α΄του Yπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών είχε καταφέρει να διορίσει τα δύο μεγάλα του αγόρια στο ίδιο υπουργείο κι αυτά με τη σειρά τους κρατούσαν θέσεις κλειδιά.   Η ισχυρή σύμμαχος  χώρα και προστάτις δύναμις, είχε από καιρό απαιτήσει τον έλεγχο του DNA των εργαζομένων στο υπουργείο και των μελών των οικογενειών τους. Έπρεπε να διερευνηθεί δηλαδή ν’αποδειχθεί ή να ξεπεραστούν οι υπόνοιες ότι μέλη του υπουργείου ή των οικογενειών τους έχουν σχέση με την τρομοκρατία.  Οι μυστικές υπηρεσίες κατά τις έρευνές τους είχαν συλλέξει στοιχεία από τρίχες, αίμα ή ιστούς από μέλη τρομοκρατικών ομάδων που δεν είχαν συλληφθεί.  Αν τα στοιχεία αυτά ταίριαζαν με κάποια μέλη του υπουργείου ή ακόμα είχαν συγγενικές ομοιότητες, οι έρευνες κάπου θα μπορούσαν να οδηγηθούν.  Αυτό γιατί πολλές ενέργειες των τρομοκρατών, φανέρωναν γνώση για το γίγνεσθαι των υπουργείων απ’τα μέσα, δηλαδή είχαν δικούς τους ανθρώπους ή ήταν οι ίδιοι οι τρομοκράτες μέσα.
    Όταν τελείωσαν πια οι έλεγχοι του αίματος, κάποιοι υποχρεώθηκαν να ξαναπάνε για συμπληρωματικό έλεγχο. Μεταξύ αυτών ήταν και η οικογένεια Βακιρτζή.
     Συζητήθηκαν πολλά στους διαδρόμους και το καφενείο του υπουργείου, για τη 17 Νοέμβρη, για παράνομες οργανώσεις, για επαναστατικές σέχτες κ.λπ, αλλά κανείς δε μπο-ρούσε να φανταστεί τον κ. Ιωσήφ ή κάποιο μέλος της οικογένειάς του σαν μέλος επαναστατικής οργάνωσης. Όλοι τους ήταν άψογοι γραφειοκράτες και τυπολάτρες σε βαθμό υπερβολής. Το πράγμα ξεκαθάρισε γρήγορα, αφού κάποιοι μπήκαν σε διαθεσιμότητα μέχρι να ολοκληρωθούν και οι υπόλοιπες έρευνες.  Αυτό βέβαια δεν αποδείκνυε τίποτα, αλλά επειδή υπήρχαν υπόνοιες κι επειδή κάτι τέτοιο έθιγε τα συμφέροντα της συμμαχίας, μολονότι δεν έγιναν συλλήψεις, αυτοί που είχαν μπει σε διαθεσιμότητα, δε μπορούσαν πια να μπαίνουν στα υπουργεία.  Επί πλέον, έπρεπε μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση να μη φύγουν απ’τη χώρα και να παρουσιάζονται  σε τακτά διαστήματα  στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και να πληροφορούν για τις μετακινήσεις τους. 

146
Βέβαια αυτό δεν θα τους επιρέαζε οικονομικά αφού έως ότου αποδειχθεί κάτι εναντίον τους οι μισθοί έτρεχαν.  Το καφενείο άναψε· οι έγκυρες πληροφορίες πηγαινοερχόντουσαν.  Λέγανε λοιπόν ότι δεν υπήρχε κανείς που αποδεδειγμένα είχε άμεση συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση, γιατί θα είχαν γίνει άμεσα συλλήψεις.  Άρα κάποιοι είχαν ομοιότητες που θα έπρεπε να διερευνηθούν για το βαθμό της πιθανής συγγένειάς τους με τρομοκράτες, αν υπήρχαν. Πετάχτηκε κι ο καφετζής που ήταν άνθρωπος της πιάτσας κι ήξερε τι συνέβαινε στα σκοτεινά γραφεία πίσω απ’τις βιτρίνες και στις κρεβατοκάμαρες.
―Οι οργανώσεις αυτές είναι ασήμαντες, είπε, μπορεί και βαλτές, το τι έχουν στο νου τους οι σκοτεινές υπηρεσίες των συμμάχων, δεν ξέρουμε ούτε θα μάθουμε ποτέ.  Αν κάποιες οικογένειες παρουσιάζουν ανομοιότητες μεταξύ των μελών τους, θα ξαναερευνηθούν για το λόγο ότι μπορεί να έχει γίνει λάθος στην έρευνα. Απ’αυτές όμως μόνο τα θεμέλια αυτών των οικογενειών θα ταραχτούν κι όχι τα θεμέλια του κράτους, είπε τονίζοντας τις λέξεις με νόημα.
      Ο κ. Ιωσήφ και τα παιδιά του ξαναπέρασαν το τεστ και ξαναγύρισαν στις δουλειές τους. Το καφενείο πληγώθηκε. ―Για σκέψου τον αγιαστούρα τον Ιωσήφ και τα παιδιά του, την αγία οικογένεια, να φιγουράρουν στις εφημερίδες με το άστρο της 17 Νοέμβρη και τα καλάσνικοφ δεξιά κι αριστερά;  Ο άγιος Ιωσήφ, να γίνεται Ιωσήφ Στάλιν και να ρίχνει σε ριπές τη φρασεολογία της επανάστασης: “νερό στο μύλο της αντίδρασης”, “σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου”, ή “τα σκυλιά γαβγίζουν, το καραβάνι προχωρεί” και τέτοια.
    Ο κ. Ιωσήφ που είχε πάει σε κάποιο γραφείο εκεί δίπλα να πάρει κάποια έγγραφα, περνώντας έξω απ’το καφενείο, κοντοστάθηκε κάνοντας πως διάβαζε κι έστησε αυτί.  Εκεί-νη ακριβώς τη στιγμή, κάποιος έλεγε: εκτός αν η κυρία Βακιρτζή… κι έκανε το πρόστυχο σχήμα με το δάχτυλο γκαστρώθηκε από κάποιο γκομενάκο και τα DNA δεν ταιριάζουν. Άρα προκλήθηκαν υπόνοιες για τροποποιημένο πόρισμα.
      Χα, χα, χα ξέσπασαν οι άλλοι.―Έλα ρε η ξινή, με τίποτα. Αυτό είναι πιο απίθανο σενάριο κι απ’τη 17 Νοέμβρη.

147
 ―Θα σου πω αυτό είπε ο καφετζής: Κάποιες κυρίες με αυστηρά ήθη, στηρίζουν την αυστηρότητά τους στα παλιά παραπατήματα ή σε κάποιο αλανάκι που έχουν γκομενάκο. Χορτάτες κυρίες που δε μπλέκουν τη δουλειά που είναι  γάμος, με τη διασκέδαση που είναι ο γκομενάκος, χα, χα, χα…
      Ο Ιωσήφ είχε αρχίσει ν’απομακρύνεται, μα τ’άκουσε όλα. Επισκέφτηκε τον ειδικό να πληροφορηθεί για τ’αποτέλεσμα του τεστ. Αυτός απάντησε ευγενικά ότι γι’αυτούς το θέμα είχε λήξει και να μην ανησυχεί, εξ’άλλου υπάρχουν αυστηρές εντολές το αποτέλεσμα να είναι άκρως απόρρητο.

Η κυρία Πολυξένη Βακιρτζή το γένος Μπερεκέτη κάπου πενήντα πέντε χρονών, πλάι στον κύριο Ιωσήφ Βακιρτζή, ήταν σοβαρή, μυαλωμένη, καλλιεργημένη, μορφωμένη, υπόδειγμα συζύγου και μητέρας. Είχε καταφέρει να είναι αυτή το σημείο αναφοράς όλων των μελών της οικογένειας. Αυτό ήταν ένα φυσικό αποτέλεσμα αφού όλοι στο σπίτι ένιωθαν την ανωτερότητά της ακόμα και την ανάγκη της. Με τις δικές της συμβουλές, τις ορθές παραινέσεις και τις εργασίες που τους συνέτασσε, πρόκοψαν τα παιδιά της αλλά και ο ίδιος ο κ. Ιωσήφ.
     Όταν κάποιος απ’την οικογένεια ήθελε να πάρει κάποιαν απόφαση και βρισκόταν σ’αδιέξοδο, πήγαινε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού που συνήθως βρισκόταν η μητέρα τους και διάβαζε ή διαλογιζόταν.  Η κυρία Πολυξένη έκλεινε την πόρτα, όχι γιατί θα έλεγαν μυστικά, αλλά για να υπάρχει απόλυτη προσοχή και ησυχία.  Η κυρία Πολυξένη άκουγε με προσοχή και αφού έκανε κάποιες καίριες ερωτήσεις, στις οποίες επέμενε για μια καθαρή απάντηση έδινε λύση. Επέτρεπε να την ρωτήσουν ορισμένα «γιατί» και «πως» και μετά εξηγούσε. Αν δεν κατανοούσαν τις εξηγήσεις της, γιατί είχε έναν άλλον τρόπο προσέγγισης των γεγονότων και των καταστάσεων, γύριζε και κοιτούσε μ’αυτό το χαμόγελο το συγκαταβατικό που είχε μέσα του και λίγη ειρωνεία. Μετά γούρλωνε τα μάτια της κάπως αμήχανα και κωμικά, σηκωνόταν όρθια, κατέβαζε το κεφάλι στο πάτωμα, συνόψιζε την
πρότασή της με σαφήνεια και τελικά έλεγε: Έτσι νομίζω, όμως  εσύ  έχεις  την ευθύνη  της επιλογής.  Όλοι ήξεραν ότι κατά 99% είχε δίκιο αφού τελικά επιβεβαιωνόταν. 

148
Ο Ιωσήφ πέρασε όλα τα μαθήματα εκείνη τη χρονιά, ενώ η Πολυξένη μολονότι ήταν λαμπρό μυαλό και πολύ ανώτερη απ’τον Ιωσήφ, άφησε κάποια μαθήματα να εκκρεμούν.  Έ-πιασε μια έκτακτη δουλειά σ’ένα ίδρυμα που είχε βιβλιοθήκη, αθλητικές δραστηριότητες και διδασκαλία μικρών παιδιών φτωχών οικογενειών στις γειτονιές. Δούλευε τετράωρο κι είχε όλο τον καιρό να διαβάζει Ρώσους συγγραφείς και ειδικά Ντοστογιέφσκι που τόσο αγαπούσε. Το πάθος της ήταν τόσο, που δε μπορούσε να διαβάσει τ’ανιαρά συγγράμματα της σχολής και ν’αντικρίσει τους «σκελετωμένους» καθηγητές,  οι οποίοι αντίθετα την εκτιμούσαν.
            Η Πόλυ, έτσι την έλεγαν οι φίλοι τότε, επειδή ήθελε να έχει μια καθαρή αισθηματική σχέση με το Ιωσήφ, τον ενημέρωνε σε ανάλογες περιστάσεις, για τα φλερτ και τη ζωή της πριν γνωριστούν και ειδικά για τον Νίκο Μπούκουρα. Αυτός ήταν δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερός τους κι ήταν συνδικαλιστής στο φοιτητικό κίνημα της αριστεράς κι είχε κολλήσει στο πτυχίο.  Ο Μπουκουρας φλερτάριζε στενά την Πόλυ, κάνανε παρέα, αλλά ευπρεπώς. Καμιά βόλτα κανένα σινεμά, τίποτα περισσότερο. Είχε κάνει γύρω φανερό πως μόλονότι ήταν χειραφετημένη και δε φοβόταν τους άντρες, θα δινόταν μόνο σ’αυτόν που θά’χε αγαπήσει.
    Χωρίς να το επιδιώκει, γινόταν πάντα κέντρο της παρέας, αφού θα έλεγε κάτι που θα τάραζε τα λιμνάζοντα νερά της διανοητικής ή της αισθητικής στειρότητας που κατάτρυχε το μεγαλύτερο μέρος της παρέας. Έφερνε εύλογες αντιρρήσεις κι ακόμα κοντραριζόταν με στους καθηγητές οι οποίοι μολονότι γενικά ενοχλούντο, την εκτιμούσαν. Αυτό της είχε δώσει ένα προβάδισμα στην παρέα γιατί δεν κώλωνε μπροστά σε κανέναν.  Κάποτε ένας καθηγητής της είπε: την αντίρρησή σου κρίνω λανθασμένη αλλά πολύ εποικοδομητική, αφού με βοηθά να διδάξω καλύτερα το μάθημα. Άνοιξε το μπλοκάκι του κι έγραψε: Μπερεκέτη 9. Έτσι έκλεβε πολλές φορές βαθμούς και τραβούσε τον θαυμασμό των συμφοιτητών της, που κυριολεκτικά λούφαζαν στη θέα του καθηγητή. 

149
Ένας νέος καθηγητής, έβαλε τεστ: Είκοσι ερωτήσεις ν’απαντηθούν μ’ένα ναι ή ένα όχι, σ’εξήντα δεύτερα. Ο καθηγητής αυτός που είχε έλθει απ’το εξωτερικό χρησιμοποιούσε νέες μεθόδους. Άφησε λοιπόν τους επιμελητές να συνεχίσουν κι αυτός πήρε τα τεστ αμέσως στο γραφείο του.   Σε μισή ώρα ξαναγύρισε.    Ορίστε πιο είναι το γραπτό είπε. «Μπερεκέτη»! Της ζήτησε ν’ανέβει στην έδρα για να την δουν όλοι. Διάβασε τις απαντήσεις, και είπε: Μάλιστα, «άριστα δέκα».
     Είχε βέβαια και καθηγητές που δεν τη χώνευαν και το μάθημά τους το περνούσε με επιτροπή.

Η Πόλυ ήταν μοναχοκόρη και γεροντόπαιδο, η μάνα της την έκανε σαράντα δύο χρονών κι ο πατέρας της σαράντα έξη. Την είχαν ονομάσει «παιδί της τύχης» αφού τόσα χρόνια προσπαθούσαν να τεκνοποιήσουν αλλά δεν κατάφερναν κι έτσι σταμάτησαν να ελπίζουν. Αυτό ήλθε αργά κι ανελπιστα. Το αγάπησαν τρελά και το μεγάλωσαν με χάδια και φιλιά, ποτέ δεν σκέφτηκαν την πειθαρχία, την τάξη και την αυστηρότητα αφού αυτό το παιδί της τύχης θα γίνει ότι θέλει ο Θεός. Ποτέ δεν τους κούρασε, στο δημοτικό άριστη, στο γυμνάσιο άριστη, ακόμα και στη εφηβεία που τα παιδιά αγριεύουν, την ξεπέρασε ήρεμα. Μπήκε με την πρώτη και με καλό βαθμό στη Νομική της Αθήνας, χωρίς φροντιστήρια ή κόπο.  Δεν τους σκότισε ποτέ για λούσα ή ρούχα. Ντυνόταν απλά, ήταν πάντα καθαρή κι έλαμπε. Αν της έδιναν κάποιο χαρτζιλίκι το φύλαγε για το σινεμά, όπου λάτρευε την πρωτοπορία. Δεν ήταν όμορφη με τα πρότυπα της εποχής, δηλαδή ξανθιά γαλανομάτα, με καμπύλες, γλυκό προσωπάκι και γλυκό χαμόγελο. Ήταν λεπτή, ψηλή, με σχετικά φαρδείς ώμους, κάπως στενούς γοφούς, δηλαδή με σώμα κάπως αγορίστικο, μικρά βυζάκια και θαυμάσια πόδια. Τα μαλλιά της ήταν μακριά ίσια και κατάμαυρα που στον ήλιο μπλεδίζανε. Τα μάτια της, ήταν περισσότερο από το αποδεχτό μεγάλα, στρογγυλά και κατάμαυρα και γενικά το πρόσωπό της γωνιώδες και λεπτό.  Γενικά η όψη της ήταν ονειροπόλα κι έδινε την εντύπωση ότι δεν παρακολουθούσε τίποτα, αλλά όμως τίποτα δεν της ξέφευγε.

150
     Στη σχολή φορούσε γκρί σκούρα φούστα λίγο κάτω απ’το γόνατο, πάντα άσπρο πουκάμισο και μαύρο καπαρντινέ τζάκετ. Τα παπούτσια της ήταν ίσια μαύρα κι όπως λέμε σήμερα «γιούνισέξ», αλλά πάντα πολύ μαλακά.  Δε φορούσε κάλτσες, εκτός αν ήταν χειμώνας. Τότε φόραγε σκούρες γκρί χονδρές με ζαντιέρες.  Περπατούσε πολύ αργά, σαν να έχει ξεχάσει που πάει και περιφέρεται χωρίς αιτία. Όταν κάποιος την πείραζε, γύριζε και τον κοίταγε έτσι που σίγουρα το μετάνιωνε, εκτός αν το πείραγμα ήταν πνευματώδες που χαμογελούσε και βέβαια συνέχιζε τον δρόμο της.
     Η παρέα την έλεγε από πίσω της εξωγήινη αφού ήταν πολύ περίεργο άτομο, αλλά αυτή για κάποιο λόγο αδιευκρίνιστο θύμωνε, κι έτσι το απέφευγαν μπροστά της.
     Ο Ιωσήφ την θαύμαζε από μακριά, δε μπορούσε όμως να μπει στην ουρά.  Όταν την είδε στη σχολή χάρηκε, αφού ήταν από την ίδια γειτονιά κι όταν έπεσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κάτι τον ώθησε αυθόρμητα να την χαιρετήσει, αυτή όμως τον προσπέρασε χωρίς να τον προσέξει. Γι’αυτήν δεν υπήρχε.  Έτσι δεν περίμενε τίποτα πια, αφού ακόμα κι αν του δινόταν κάποια ευκαιρία, είχε αποφασίσει να μην της μιλήσει.   
     Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα, που πήγε στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς, εκεί δούλευε πάρτ-τάιμ μια φίλη του, η Γιάννα. Μπαίνοντας, κατευθύνθηκε προς τα ράφια της γαλλικής λογοτεχνίας, πήρε στο χέρι του το «Ο Θεός κι ο Διάβολος» του Σάρτρ. Άκουσε τη Γιάννα να τον φωνάζει. ―Σήφη έλα να σου συστήσω μια φίλη. Γύρισε και του κόπηκαν τα πόδια. Έμεινε άναυδος. Ήταν η Πόλυ. Είχε όμως καταχτήσει το ταλέντο να κρύβει τα συναισθήματά του, αφού η έμφυτη συστολή του τον είχε κάνει δεινό υποκριτή. Πλησίασε και πιάσανε όλοι μαζί γρήγορα κουβέντα, κάτι που τον βοήθησε να σπάσει τον πάγο που δημιούργησε η έκπληξή του. ―Δεν είμαι σε θέση να κρίνω τους συγγραφείς, είπε ο Ιωσήφ αλλά ούτ’έχω την πολυτέλεια ν’απορρίπτω κάποιους. Στο επίπεδό μου απλά διαβάζω κι αν κάποιος δε με τραβά σταματώ, αν με τραβά συνεχίζω.  Αυτό βέβαια είναι ένα είδος κριτικής, αλλά μένει μέσα μου και δεν εκδηλώνεται σαν τέτοια. Εξάλλου δεν είμαι απόλυτα σίγουρος,  αν κάποιο έργο αξίζει την απόρριψη ή εγώ δεν σε είμαι θέση να το απολαύσω.

 151
―Τέλος πάντων μήπως θες να μας πεις ποιός συγγραφέας σ’αρέσει περισσότερο, τον ρώτησε η Πόλυ. ―Νομίζω ο Ντοστογιέφσκι, είπε ο Ιωσήφ, αλλά νιώθω ανέτοιμος να ξεχωρίσω με βεβαιότητα κάποιον συγγραφέα. ―Για τον Καζατζάκη τι γνώμη έχεις; ―Μ’αρέσει, αλλά με μπερδεύει. Ενώ με συγκινεί πάρα πολύ, με φέρνει σε αμηχανία. Χρειάζομαι κάποιες φορές λεξικό, είπε αστειευόμενος.    Παρατήρησε ότι η Πόλυ κάπως αγρίεψε, αλλά δεν το άφησε να βγει. Αυτό τον τρόμαξε αφού μόλις γνωρίστηκαν. Θα ήταν μεγάλη πολυτέλεια να τα τσουγκρίσουν από τώρα. Πήγε να τα μπαλώσει, αλλά η Πόλυ τον διέκοψε. Τα μάτια της δεν άστραφταν πια οργισμένα, αλλά είχαν αυτό τ’ονειροπόλο ύφος που ήταν συγχρόνως και φιλικά πειραχτικό. ―Μπορεί να έχεις και δίκιο, του είπε, εγώ όμως αγαπώ τόσο τον Καζανζάκη, που τυφλώνομαι και δεν μπορώ αν τον κρίνω. ―Μα κι εγώ δεν τον κρίνω είπε ο Ιωσήφ, απλά και μόνο δείχνω τη δική μου αδυναμία στη γλώσσα. ―Έλα τώρα μην το χαλάς, τον διέκοψε η Πόλυ, μπορεί να έχεις και δίκιο. Το λένε κι αυτό κάποιοι διακεκριμένοι κριτικοί. Ακόμα κάποιοι πάνε μακρύτερα, λένε πως είναι πολύ πομπώδης. Ο Ιωσήφ γέλασε. ―Αυτό το παίρνω σαν εύνοια απέναντί μου, σαν σανίδα σωτηρίας, αφού με βγάζεις απ’τη δύσκολη θέση ν’απολογηθώ για την άποψή μου και να δείξω την άγνοιά μου για τη λογοτεχνία. Μόλαταύτα όταν με ρωτούν τη γνώμη μου δυσκολεύομαι να την κρύψω, μολονότι ξέρω ότι είναι πολύ νωρίς να είναι έγκυρη. ―Έλα-έλα τώρα. Αν είναι έτσι κανείς δεν πρέπει να έχει έγκυρη γνώμη.        Άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της ν’αρπάξει τo φάκελο που κρατούσε ο Ιωσήφ στα χέρια. Αυτός αυθόρμητα τραβήχτηκε και τον προστάτεψε.
―Κάτι κρύβεις εκεί; είπε η Πόλυ, μάλλον γράφεις. Είχε μια χαριτωμένη αυθάδεια που του άρεσε πολύ. Καθώς τράβηξε το φάκελο τα μπράτσα τους ακούμπησαν. Τον διαπέρασε εκείνο το γλυκό ρεύμα που έκανε το πρόσωπό του κατακόκκινο και που ποτέ στη ζωή του δεν το ξέχασε. Όταν την έφερνε στο νου του το ένιωθε πάντα. Η Πόλυ το παρατήρησε αμέσως, της άρεσε ο άντρας νά’χει κάποια αιδώ, αυτό δείχνει ότι έχει αρχές.

152
Μπορεί να ένιωσε κι αυτή έτσι αλλά η διερεύνησή της για τον Ιωσήφ την απέσπασε απ’τα δικά της συναισθήματα.     Ο Ιωσήφ την κοίταξε σα ν’απολογείτο ή σα να υπήρχε κάτι που έπρεπε να είχε κρύψει και δεν το έκανε.  Στα μάτια του φάνηκε ο γλυκός πόνος του έρωτα. Είχε παραδοθεί άνευ όρων, σε μια μάχη που δεν είχε καν δώσει. Το φάκελο όμως τον κρατούσε σφιχτά και μόνον όταν η Γιάννα του έκανε νόημα καταφατικό άπλωσε το χέρι και τον έδωσε.  Η Πόλυ ρώτησε πειραχτικά τη Γιάννα «αν γράφει ποιήματα». Ρώτησε τη Γιάννα γιατί ένοιωθε ότι ο Ιωσήφ δεν θ’άντεχε τη συναισθηματική φόρτιση που θα δημιουργούσε ο διάλογός τους. Έδειχνε συναισθηματικά ταραγμένος. Αυτό, μολονότι μ’έναν άλλον θα το γλεντούσε αφάνταστα, με τον Ιωσήφ ένοιωσε αμηχανία. Μιαν αμηχανία που απέφυγε να διερευνήσει γιατί φοβήθηκε ότι ήταν έρωτας.  Η Πόλυ πήρε το φάκελο και κοίταξε τον Ιωσήφ με τρυφερότητα. Όσο η Γιάννα της εξηγούσε τι περιέχει ο φάκελος και τις κάποιες κρίσεις της για το περιεχόμενο, αυτή είχε αρχίσει να τον ζυγίζει. Ήταν ένα καστανόξανθο παιδί γυμνασμένο μετρίου αναστήματος. Ήταν ακριβώς στο ίδιο ύψος μ’αυτήν, κάτι που για γυναίκα ήταν πολύ ενώ για άντρα λίγο. Είχε μια έμφυτη συστολή που τον έκανε να περνά απαρατήρητος και να φαίνεται ασήμαντος.  ―Σχεδιάζει τόνισε η Γιάννα, κι έτσι την έβγαλε απ’το λήθαργο που έπεφτε όταν διερευνούσε κάποιον, έχοντας αποκοπεί απ’το περιβάλλον.  Ένιωσε την ανάγκη να τον αγγίξει στους ώμους φιλικά, για να νοιώσει με την αφή τι άνθρωπος είναι.      Πήγε ν’ανοίξει το φάκελο. ―Όχι-όχι της είπε ο Ιωσήφ, όχι όσο είμαι εδώ. Δεν αντέχω ούτε την ειρωνεία, ούτε την ευγενική κριτική, ίσως δεν αντέχω τίποτα αυτή τη στιγμή, είπε κι έφυγε.
      Η Πόλη άνοιξε το φάκελο. ―Δεν είναι κι άσχημα, είπε, καθόλου άσχημα.  Η Γιάννα κατάλαβε. Όταν η Πόλυ έλεγε «δεν είναι άσχημα» εννοούσε πολύ καλά.  ―Μού’χει φέρει και καλύτερα τόνισε η Γιάννα. Κατάλαβα. Κατάλαβα τσιμπήθηκες κι η κρίση σου είναι επηρεασμένη. Εγώ το είχα προβλέψει κι ήθελα από καιρό να βρω μιαν ευκαιρία να σας γνωρίσω.  Η Πόλυ την κοίταξε με έκπληξη, μετά γέλασε με νόημα, χάιδεψε το φάκελο· μπορεί έτσι να είναι ο έρωτας, είπε σαν να μην αποτεινόταν σ’αυτήν αλλά στον εαυτό της.
   Έδωσε το φάκελο στη Γιάννα να τον επιστρέψει στον Ιωσήφ όταν ξανάρθει στη βιβλιοθήκη. ―Δεν τό’δωσε σ’εμένα, είπε η Γιάννα και γέλασε πονηρά. Από σένα πρέπει να βρει τον τρόπο να τον πάρει.
      Άργησαν να ξανασυναντηθούν. Δεν έτυχε, ούτε στη βιβλιοθήκη ούτε στη σχολή.

153
Περίμεναν τους καταλόγους των αποτελεσμάτων. Κάποιοι δεξιοί που κινούντο σα συμπαγής ομάδα, πέταξαν μια προσβολή στο Νίκο Μπούκουρα, που ήταν συνδικαλιστής της αριστεράς. Αυτός μονομιάς βρέθηκε μέσ’την ομάδα. Έδερνε κι άρπαζε. Έτσι ήταν ο Μπούκουρας ποτέ δε θά’χανε μια τέτοια ευκαιρία. Κάποιοι προσπάθησαν να τους χωρίσουν μεταξύ αυτών ήταν κι ο Ιωσήφ. Αντί όμως να σταματήσει ο καβγάς γενικεύτηκε.  Κάποια στιγμή η ομάδα των δεξιών αποφάσισε να φύγει. Όλα τελείωσαν ξαφνικά όπως ακριβώς άρχισαν. Ο Μπούκουρας κι ο Ιωσήφ είχαν αρπάξει μπουνιά στο μάτι. Ο Ιωσήφ είχε χαθεί, δεν του άρεσαν οι εκδηλώσεις θαυμασμού. Ο Μπούκουρας βρέθηκε ανάμεσα σε φίλους που του έβαζαν κρύες κομπρέσες στο μάτι. Σηκώθηκε με θυμό και είπε: οι πούστηδες την κοπανίσανε. Γύρισε και κοίταξε την Πόλυ που είχε πλησιάσει κι αυτή. Της χαμογέλασε και της ψιθύρισε στ’αυτί: Έ το πολύ-πολύ να μου πρήζανε και τ’άλλο μάτι.  Ταιριάζανε με τον Μπούκουρα στην πλάκα, είχε κι ένα άλλο προσόν, συχνά αυτοσαρκαζόταν. ―Α ρε Πόλυ, της είπε, αυτή την παλικαριά που ήταν χωρίς νόημα την έκανα για να με θαυμάσεις. Τον κοίταξε. Ήταν συνδικαλιστής της αριστεράς, καλαμπουρτζής, νταής και οπωσδήποτε συναισθηματικός, τον συμπαθούσε, ίσως ώρες-ώρες τον αγαπούσε κιόλας. Ήταν όμως στουρνάρι, δεν είχε ανοίξει ούτε ένα μαρξιστικό βιβλίο, μπορεί μόνο την Αυγή, που όμως αμφέβαλε και γι’αυτό. ―Ε λοιπόν και τι  θα βγάλεις  απ’αυτό  Νικολάκη;  Αφού ξέρεις  ότι έτσι κι αλλιώς σ’αγαπώ. ―Όχι μη μου το λες αυτό το «σ’αγαπώ» έτσι, με σκοτώνεις. Αυτό το σ’αγαπώ σημαίνει ότι δε θα σ’ αγαπήσω ποτέ. Νιώθω σαν αδελφάκι, σα φιλαράκι. ―Μπορεί και όχι, του είπε η Πόλυ, μπορεί και κάτι πάρα πάνω.

154
  ―Αυτό το κρατάω είπε ο Μπούκουρας. Όμως δεν έχουμε βγει ποτέ μαζί μόνοι, είπε με νόημα εκτός από κάτι βόλτες ξενέρωτες. Μήπως με φοβάσαι; ―Ας τις βλακείες και τα τεχνάσματα ρε Μπούκουρα, μήπως μου ζήτησες ποτέ να βγούμε κι αρνήθηκα;  Μήπως εσύ φοβάσαι τη χυλόπιτα; ―Ωραία τότε πάμε σινεμά, είπε ο Μπούκουρας κι από κει και πέρα βλέπουμε, κερνάω.  ―Άσε το σινεμά, του είπε η Πόλυ κάπως περιφρονητικά. Αυτό πονάει πολύ, πρώτον γιατί δεν δέχομαι κεράσματα επειδή είμαι μπατιράκι και δεύτερον γιατί από σινεμά είσαι στουρνάρι. Πάμε μια βόλτα και βλέπουμε.
     Συμφωνήσανε την επομένη Κυριακή το πρωί.  Την άλλη μέρα στη σχολή είδε από μακριά τον Ιωσήφ, αυτός προσπάθησε να την αποφύγει. Αυτή το κατάλαβε και με κάποιους ελιγμούς βρέθηκε «κατά λάθος» μπροστά του. Την κοιτούσε μονόπατα, δηλαδή απ’τη δεξιά μεριά, αυτή άρχισε το πείραγμα. ―Τι έχεις κριθαράκι και δεν θέλεις να δω το άλλο σου μάτι; Ο Ιωσήφ γύρισε, το μάτι του ήταν μαύρο και τούμπανο. ―Ρε συ, του είπε και τον αγκάλιασε φιλικά δίνοντας ένα φιλάκι στα μαλλιά, και συ τις άρπαξες;  Ο Ιωσήφ γύρισε και την κοίταξε συγκαταβατικά. ―Ναι πήγα να τους χωρίσω και τις μοιράστηκα, είπε. «Παράπλευρες απώλειες» τόνισε μ’ένα πικρό χαμόγελο. Υπήρξα θύμα της ψευτοπαλικαριάς κάποιων καραγκιόζηδων.   Η Πόλυ κάπως ντράπηκε, γιατί πράγματι όλη αυτή η σκηνή με τα νταηλίκια, που ήταν πράγματι χωρίς νόημα, της είχε αρέσει πολύ και μάλιστα καμάρωνε τον Μπούκουρα που ήταν πάντα μέσα σε κάτι τέτοια. ―Πρέπει να σου επιστρέψω το φάκελο. Τι να πω, είσαι όλο εκπλήξεις. Τα έργα σου είναι αξιόλογα. Θα πω αυτό, κι ας νομίζεις ότι είναι απλά φιλικές κολακείες. Νομίζω ότι έχεις τη στόφα του μεγάλου. Μπορεί στην τέχνη, μπορεί αλλού. Εσύ θα το βρεις. ―Υπερβολές, υπερβολές, ο χαραχτηρισμός «μεγάλος», είναι πάρα πολύ βαρύς σε όλους τους τομείς. Σκέψου την τέχνη, σκέψου τη φιλοσοφία αλλά ακόμα σκέψου την επιστήμη.  ―Αν το δεις έτσι βέβαια έχεις δίκιο, όμως θα σου πω αυτό: Όσο περνούν οι αιώνες οι μεγάλοι λιγοστεύουν, αφού ο χώρος δράσης περιορίζεται. Όπως λέγεται «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον».  ―Έγω νομίζω ότι όσοι απ’τους σύγχρονους

155
δημιουργούς καταφέρνουν κάτι, αφού ο χώρος της δημιουργίας έχει ελαχιστοποιηθεί, είναι εξίσου μεγάλοι με τους μεγάλους, καμιά φορά ακόμα μεγαλύτεροι.  ―Αυτό είναι ένα θέμα που θέλει «σκοτεινό θάλαμο και μικροσκόπιο» είπε ο Ιωσήφ χαριτωμένα. Αν θέλεις κάποια φορά να βγούμε μια βόλτα και να το συζητήσουμε περπατώντας. ―Αυτό μάλιστα είπε η Πόλυ, είμαι κι εγώ της «περιπατητικής σχολής», όπως όλα τα μπατιράκια. Γέλασαν και χωρίστηκαν, χωρίς όμως να ορίσουν κάτι, ένα ραντεβού ή μια συνάντηση, ας πούμε στη βιβλιοθήκη. Ίσως ο ένας περίμενε απ’τον άλλον. Ίσως ένιωσαν τη σπουδαιότητα της απόφασής τους και ήθελαν να είναι πιο οργανωμένοι. Πάντως οπωσδήποτε ένιωσαν ότι ολιγώρησαν. Φεύγοντας ο Ιωσήφ σκέφτηκε: Θέρος-Τρύγος-Πόλεμος, αλλά και Έρως συμπλήρωσε. Ένιωσε ότι αυτή του η αδράνεια θα μπορούσε να του στοιχίσει. Αλλά πάλι, ο αληθινός έρωτας τελικά πρέπει να βρίσκει το δρόμο του και μέσα απ’τις δυσκολίες. Αν όχι ίσως δεν είναι αληθινός. Όμως ακόμα και γι’αυτή την άποψη είχε αμφιβολίες, αφού η ζωή είναι πολύμορφη, πολύπλοκη κι απεριόριστα αντιφατική. Για τίποτα δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι παρά μόνο για την τύχη που είναι ακριβώς τ’αντίθετο της σιγουριάς. Όλοι μας είμαστε μικρά καρυδότσουφλα που πλέουμε στην ανταριασμένη θάλασσα του κόσμου. Ενός κόσμου που αλλάζει γρήγορα και βίαια, που καταλύεται και συγχρόνως συντίθεται, που Είναι Αυτός, Όντας συγχρόνως Άλλος. Εμείς σ’αυτή την τρικυμία πετάμε συναισθηματικά νήματα να κρατηθούμε από άλλους, ίσως έτσι να σωθούμε. Άραγε το νήμα της Πόλυς το κράτησε ή το έχασε;  
      Δεν άντεξε, την άλλη μέρα την έστησε στη βιβλιοθήκη, αφού στη σχολή δεν την είδε. Μεσημέριασε την έστησε έξω απ’το σπίτι της, ντρεπόταν. Είχε στο νου του τ’αλάνια που στήναν μ’αυτό τον τρόπο καρτέρι στις γκομενίτσες και του φαίνονταν καραγκιόζηδες. Να λοιπόν που κι αυτός έκανε το ίδιο, στο έρωτα όλοι δρουν όμοια, χάνουν την αξιοπρέπειά
τους. Ίσως αν δεν τη χάσουν, χάνουν και τον έρωτα. Είχε απογοητευτεί, θα έφευγε. Όμως τη στιγμή εκείνη είδε από μακριά την Πόλυ  να στρίβει  στο στενό της  και νά’ρχεται.

156                                                                                      
Ήταν τυχερός γιατί είχε ήδη φύγει κι έτσι δεν φαινόταν ότι την είχε στήσει απ’έξω σαν κάποιος σκουράτζος. ΄Όπως προχωρούσε και πλησίαζαν σήκωσε το χέρι σαν να δήλωνε την παρουσία του. Η κίνηση αυτή δεν είχε νόημα αφού τον είχε δει. Όταν πλησίασαν της έσφιξε το χέρι μέσα στις δυο του χούφτες. Πάλι γιατί το έκανε αυτό; Είχε αρχίσει να τα χάνει.  Ο Πόλυ μολονότι χάρηκε, δεν μπορούσε να μην τον πειράξει, φαινόταν τόσο ταραγμένος.  ―Τί έγινε Σήφη; Την είχες στήσει έξω απ’το σπίτι της γκομενίτσας και γέλασε. Αλλά όμως αυθόρμητα και μ’εγκαδιότητα τον αγκάλιασε και τού’δωσε ένα φιλί στο μάγουλο. ―Μα, πήγε να δικαιολογηθεί ο Σήφης, εγώ… και άφησε τη φράση ατέλειωτη. Τί να έλεγε; Ότι δεν την περίμενε, ότι δεν απέδωσε αυτή του η αναμονή; Ότι αν ήξερε ότι θα τον φίλαγε θα καθόταν όλη νύχτα απ’έξω;   Η Πόλυ τον κοίταγε με λατρεία, αυτή του η αμηχανία την ξετρέλαινε. Τον πήρε αγκαζέ και τον οδήγησε για το Φιλοπάππου. Εκεί που σύχναζαν τα ζευγαράκια κι ερωτεύονταν.  Όταν έφτασαν ο Ιωσήφ είχε ένα λαχάνιασμα από την ταραχή. Δεν είχε φανταστεί ότι το κόλπο των ‘σκουράνζων’ θα απέδιδε τόσο. ―Με συγχωρείς της είπε, δεν το περίμενα και ταράχτηκα απ’τη χαρά μου. Και τώρα που ‘βράχηκα’ και δε φοβάμαι πια, θα σου πω κι αυτό.  Απ’την πρώτη μέρα που σε είδα, δηλαδή πρόπερσι τον Αύγουστο στη βιβλιοθήκη να μιλάς με τη Γιάννα, μου ήλθε κατακεφαλιά.  ―Και γιατί δε μου μίλησες;  ―Σου μίλησα, αλλά ούτε που με πρόσεξες. Μ’έχεις αντιμετωπίσει δύο φορές σα να μην υπάρχω. Δε σε παρεξηγώ, το παρουσιαστικό μου είναι ασήμαντο. Εξ’αλλου ήσουν τόσο απορροφημένη από τη συζήτηση με τους φίλους σου! Σε είχαν πολιορκήσει και δεν έμενε άλλος χώρος στα τείχη για μένα.  Θα σου πω και τ’άλλο, ―ποτέ δεν κάθομαι στη ουρά. Είχα αποφασίσει παρά το θαυμασμό μου και την αισθηματική αδυναμία μου για σένα, να μην σου ξαναμιλήσω. Δεν άντεχα άλλη απαξίωση. ―Όμως μου μίλησες, στήθηκες έξω απ’το σπίτι μου κι έκανες όλα όσα κάνουν οι ερωτευμένοι. ―Και χίλιους όρκους θα παρέβαινα μετά απ’αυτή τη συνάντησή μας.  Όμως κι εσύ προτρέχεις, δεν παραδέχτηκα ποτέ ότι είχα στηθεί έξω από το σπίτι σου.  Αυτό το υπέθεσες. ―Μην το χαλάς!  Εγώ

157
χάρηκα τόσο που σε φίλησα και μάλιστα σ’έσυρα βίαια στο Φιλοπάππου.  Της έπιασε το χέρι και το φίλησε. ―Συγνώμη είμαι τοσο βλάκας. Συνέβει αυτό που ονειρευόμουν τόσον καιρό κι εγώ δεν θέλω να δείξω ότι ταπεινώθηκα, ενώ στην πράξη το είχα κάνει και θα το έκανα ξανά και ξανά. ―Μην τρώγεσαι με τον εαυτό σου! Και μη μου ξαναφιλήσεις το χέρι. Αν μ’αγαπάς φίλησέ με…  Δεν του είπε που. Τον πλησίασε όμως κατά μέτωπο και κόλλησε πάνω του.  Τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν τη φίλησε στο στόμα. Αυτή κόλλησε ακόμα περισσότερο επάνω του. Το γόνατό της τον ακούμπησε στο σημείο της έσχατης αδυναμίας και της έσχατης δύναμης. Τραβήχτηκε γιατί είχε στύση. Ντράπηκε! Η Πόλυ κόλλησε περισσότερο σαν να τον βίαζε. ―Γιατί ντρέπεσε του είπε, δεν ξέρεις ότι κάθε κοπέλα επιδιώκει και χαίρεται αυτό το άγγιγμα;    Του φάνηκε ότι η Πόλυ ήθελε, αλλά αυτός ήταν ανέτοιμος, άπειρος, ακόμα δεν είχε φτάσει στην οικειότητα να ξεπεράσει το θαυμασμό και την τρυφερότητα, με τον έρωτα. Τον έρωτα για τη σάρκα της, αυτή την ιερή σάρκα που τον ακολουθούσε τα βράδια στο κρεβάτι και ντρεπόταν που βρώμιζε την ιερή εικόνα της.  Την πήρε στην αγκαλιά του και την φίλησε πολλές φορές και κάθε φορά η λαγνεία του γι’αυτην φούντωνε περισσότερο. Εκείνο το βράδυ έκανε το απονενοημένο. Αυνανίστηκε συνειδητά έχοντάς τη στον νου του. Όταν τελείωσε, θεώρησε τον εαυτό του ηλίθιο, αυτή του είχε δοθεί κι αυτός αντί να σταθεί στο ύψος του προτίμησε τη μαλακία.  Την άλλη μέρα συναντήθηκαν στη σχολή. Χωρίς λόγια την έκαναν κοπάνα. Πήγαν κατευθείαν Φιλοπαππου. Είχε κόσμο δεν προσφέρετο για ερωτικές περιπτύξεις και ακόμα περισσότερο για έρωτα.  Μίλησαν για τέχνη.  Μολονότι ο Μικελάνζελο του άρεσε, ήταν υπερβολικός. Τον ξεχείλιζε μια μαγευτική βαρβαρότητα. Ήταν βίαιος κι επαναστατικός αλλά όχι υπερβατικός. Μολονότι είχε κατακτήσει το ανώτατο στάδιο της τεχνικής και ήταν άκρως εντυπωσιακός, το ήθος του ήταν ρωμαϊκό.  Ούτε την ευρυθμία, ούτε το τραγικό πνεύμα, αλλά ούτε την ήρεμη και σιωπηλή υπερβατικότητα τη χωρίς τυμπανοκρουσίες είχε αντιληφθεί ο μεγάλος γλύπτης.   Έφτανε στο επίπεδο του Λαοκόοντα, αλλά όχι στα γλυπτά του Διός της Περγάμου, τα

158
οποία έγιναν κάπου χίλια οκτακόσια χρόνα νωρίτερα και βέβαια όχι στα γλυπτά του Παρθενώνα.  Κι ας μην ξεχάσουμε τον Μοσχοφόρο ή τη Ντελικάτα. Τα οποία με μιαν απλότητα εκτινάσσονται στην κορυφή της τέχνης.  ―Είναι σαν τον Καζανζάκη θες να πεις;   Ο Ιωσήφ σα να βγήκε από λήθαργο. Όταν μιλούσε για τέχνη ξέφευγε απ’την πραγματικότητα, βυθιζόταν σ’έναν άλλο κόσμο. Όταν τον διέκοψε η Ξένη γύρισε βίαια στην καθημερινότητα κι ένιωσε πως είχε αποκαλύψει ένα μέρος κρυφό κι απόρθητο του εαυτού του. Κοκκίνισε, ίσως ντράπηκε. Όταν χανόταν στις σκέψεις δεν μπορούσε κα βάλει χαλινό, έλεγε πράγματα που τον εξέθεταν, όπως τώρα για το Μικελάντζελο. Και ποιός ήταν αυτός που τον έκρινε; Με ποιο δικαίωμα κατάρτισης ή ακόμα καλλιτεχνικής προσφοράς;  Ντρέπομαι παρασύρθηκα σε υπερβολές, τι γνώμη θα σχημάτισες για μένα!  Η Ξένη τον αγκάλιασε με τέτοια οικειότητα και του έδωσε ένα φιλάκι στο μάγουλο.  Αυτό το φιλί ήταν πολύ αδελφικό, ήταν σα να ξανάβρισκε τον χαμένο από χρόνια αδελφό της. ―Κάτι είναι κι αυτό σκέφτηκε, ο Ιωσήφ τουλάχιστον είμαστε φίλοι κολλητοί. Αυτό ήταν πολύ σπουδαίο αφού κι αν προσωρινά την έχανε, θα μπορούσε αργότερα να την διεκδικήσει. Μπορεί το σώμα της να μην το είχε ακόμα κατακτήσει, όμως κατά πάσα πιθανότητα είχε το πνεύμα της. Θα μπορούσαν να βρίσκονται μαζί ώρες ατέλειωτες χωρίς να βαριούνται.
      Την Κυριακή πρωί, η Ξένη συναντήθηκε με το Μπούκουρα στο σταθμό του τρένου στο Θησείο. Αυτός της ζήτησε συγνώμη γιατί δεν θα μπορούσαν να κάνουν βόλτα όπως την ήθελαν, είχε προκύψει κάτι συνδικαλιστικό κι έπρεπε σε μισή ώρα να είναι εκεί. ―Σε παρακαλώ της είπε ας συναντηθούμε τ’απόγευμα στις οκτώμισι. ―Αργά δεν είναι ρε Μπούκουρα;  ―Δεν ξέρω τι θα προκύψει και δεν θέλω να συμβεί πάλι το ίδιο, έχει μεγάλη σημασία για μένα αυτή μας η συνάντηση.      Έκαναν μια βόλτα στο γιουσουρούμ. Περιεργάστηκαν κάποια παλιά αντικείμενα. Σε κάθε συζήτηση που άνοιγαν, διαπίστωνε τη ρηχότητά του. Ήταν παιδαριώδης κι επιπλέον είχε το στόμφο του γνώστη. Τι ήθελε

159
μ’αυτόν;  Απ’την άλλη ήταν ψηλός και γεροδεμένος, της έριχνε κάπου είκοσι πόντους. Κάπνιζε, κι η μυρωδιά του με τον καπνό αποκτούσε κάτι πρωτόγονα αρσενικό, ίσως  ζωώδες. Της ασκούσε μιαν έλξη σχεδόν χυδαία. Ίσως τον αδικούσε, αφού ήξερε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο άλλος, ο σκοτεινός της εαυτός όμως, που ανέβαινε απ’το έρεβος με την παρουσία του Μπούκουρα, ήταν που τον ήθελε έτσι και ίσως να ήταν κάπως έτσι.  Απογοητεύτηκε, περίμενε ότι θα της έδινε αυτό που ποθούσε. Χωρίστηκαν.  Η Πόλυ που δεν του είχε και πολλή εμπιστοσύνη υπέθεσε ότι θέλει να την πάει στο βουνό όταν θα έχει κάπως σκοτεινιάσει. Δεν τον παρεξήγησε, τέλος πάντων ήταν φυσικό να θέλει κάτι τέτοιο, εξάλλου το ήθελε κι αυτή. Ήταν αλήθεια ότι ποτέ δεν είχε κάποιο δεσμό, αφού όλους αυτούς που περιφέροντο γύρω της, λίγο πολύ τους περιφρονούσε. Άλλοι ήταν σαχλοί κι ανόητοι, ενώ άλλοι ήθελαν μια γρήγορη ερωτική περιπέτεια. Όταν γύρισε σπίτι κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ο σκοτεινός της εαυτός -ο άλλος- ο έκρυθμος. Αυτός που εξισορροπούσε τη λογική, την ενάρετη προσωπικότητά της και το κοινωνικό της μέτρο βγήκε επιτατικά. Αυτός ο σκοτεινός εαυτός της τη βασάνιζε πάρα πολύ και τον ένιωθε τόσο πιο ισχυρό, όσο περισσότερο κατακτούσε το ύψος της αρετής της. Ήταν το σκοτεινό σημείο απ’όπου αντλούσε φως.  Οι ικανοί, οι ιδιαίτεροι άνθρωποι κι όλοι αυτοί, που το επίπεδό τους μετά από σκληρό αγώνα βρίσκεται ψηλά, επειδή αυτό το σκότος το έχουν απωθημένο στο έσχατο βάθος του Είναι τους, όταν πέσουν κατακρημνίζονται βίαια και πολύ χειρότερα απ’τους άλλους.  Μέσα της τα πάντα σκοτείνιαζαν, είχε αρχίσει να λαχανιάζει κι η κρίση της να θολώνει, τον ήθελε.  Ήθελε αυτό το ζωώδες στοιχείο που έβγαζε πάρα πολλές φορές ο Μπούκουρας.  Ήθελε πολύ να παγιδευτεί στο παιγνίδι που οπωσδήποτε της είχε στήσει μ’ αυτή την αναβολή.
    Ο Μπούκουρας πήγε κατευθείαν σπίτι του, εκεί τον περίμενε μια γκομενίτσα από τις πολλές που τον κυνηγούσαν.  Τη έβαλε αμέσως κάτω και την ξέσκισε. Ήθελε να είναι νηφάλιος και χορτάτος όταν θα πήγαινε με την Πόλυ, να μην τελειώσει γρήγορα, να τη γλεντίσει.  Ήξερε ότι τώρα δεν θα του ξέφευγε.

160
Όταν συναντήθηκαν η Πόλυ είχε κάπως ηρεμήσει, αλλά μόλις τον είδε ταράχτηκε. Κράτησε όμως το αγέρωχο στίλ της. Ο Μπούκουρας έκανε το στεναχωρημένο ότι μαθές κάτι είχε συμβεί στο κόμμα που τον στεναχώρησε, αλλά δεν ήθελε να της πει αφού θα χαλούσε η συνάντησή τους, στην οποία όπως τόνισε, είχε επενδύσει συναισθηματικά.  ―Και τώρα τι κάνουμε; τον ρώτησε. Αυτός απάντησε αυτό που ακριβώς περίμενε: Δεν πάμε ν’αράξουμε σπίτι μου να σου ψήσω καφέ και να τα πούμε; Ο αδελφός μου ο σπαστικός λείπει για κάποια σεμινάρια στη Θεσσαλονίκη.   Η Πόλυ, μολονότι έγινε αυτό που ακριβώς ήθελε κι αφού είχε από πριν παραδοθεί, του έκανε και λίγη πλάκα, έτσι για την τιμή των όπλων.  Το σπίτι του ήταν μικρό ισόγειο με κήπο γεμάτο λεμονιές. Η μυρωδιά της λεμονιάς της δημιουργούσε μιαν αισθηματική ευφορία. Είχε πια παραδοθεί τελείως, θα τον άφηνε να την κάνει ό,τι θέλει. Μπήκαν μέσα. Ο Μπούκουρας απ’την ταραχή του, που έβλεπε το πιο τρελό του όνειρο να γίνεται πραγματικότητα, έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε νευρικά κι άγαρμπα. Ο μεταλλικός κρότος του κλειδιού την επανέφερε στην παραγματικότητα. Είχε ξυπνήσει από τον αισθησιακό λήθαργο, αλλά δεν μπορούσε να φύγει γιατί θα φάνταζε γυναικάκι που τρόμαξε. Θά’παιζε το παιγνίδι ως το τέλος. Της έβγαλε την υφασμάτινη μακριά καλοκαιρινή ζακέτα που φορούσε. Αυτή της σκέπαζε το σώμα μια πιθαμή πάνω απ’τα γόνατα. Από μέσα φορούσε ένα ολόσωμο φόρεμα χωρίς μεσοφόρι και στηθόδεσμο. Το ήξερε ο Μπούκουρας γιατί την είχε «μελετήσει» από καιρό, είχε φανταστεί αυτή τη σκηνή δεκάδες φορές και είχε σχεδιάσει την επίθεσή του.  Το φόρεμα ήταν αρκετά εξώπλατο με κάπως μεγάλο ντεκολντέ, αφού την κάλυπτε η ζακέτα. Κρέμασε τη ζακέτα με φροντίδα και την έβαλε να κάτσει σ’ έναν μικρό καναπέ κάπως χαμηλό και γερτό προς τα πίσω, έτσι που να είναι σαν μισοξαπλωμένη και το φόρεμά της να αποκαλύπτει τα επίμαχα σημεία του σώματός της. Ήταν ένα απ’τα εργαλεία του Μπούκουρα για να απολαμβάνει τις γυναίκες. Ήταν μάστορης στο είδος. Η Πόλυ κατάλαβε ότι αυτό ήταν σχεδιασμένο κι ότι επίμαχα μέρη του σώματός της μέναν εξ’ανάγκης ακάλυπτα. Το ήθελε καί αυτή πάρα πολύ και ξάπλωσε νωχελικά έτσι,

161
που ν’αποκαλύπτεται ακόμα περισσότερο.   Άρχισε πάλι να την καταλαμβάνει μια σκοτεινή λαγνεία που ζητούσε τα πάντα, ακόμα και τα πιο ανάρμοστα για μια κοπέλα του επιπέδου της, που επιπλέον ήταν παρθένα.  Ένιωθε ότι αυτό το μικρό καμαράκι ήταν ένας οίκος ανοχής κι ότι αυτή, γιατί όχι, ήταν μια καινούρια πουτανίτσα που σαν παρθένα θα πληρωνόταν αδρά.  Όχι για τα λεφτά βέβαια, αλλά ο πελάτης όταν πληρώνει θέλει να κάνει όλα του τα κέφια ακόμα και τα πιο άρρωστα.   Ο Μπούκουρας κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη και την πλησίασε. Όμως στη λαχτάρα του και την ταραχή του, αφού οι παλμοί του είχαν φτάσει στο κόκκινο και λαχάνιαζε σαν λυσσασμένο ζώο, έπεσε επάνω της κι άρχισε να την γδύνει βίαια. Η Πόλυ μολονότι περίμενε απ’αυτόν κάτι τέτοιο, κάπως ξαφνιάστηκε, αφού τα μάτια του είχαν κοκκινίσει και τα χείλια του είχαν τραβηχτεί πίσω έτσι που έβγαιναν έξω τα δόντια του και το πρόσωπό του είχε γίνει μια βίαιη μάσκα κακίας. Ήθελε να την ξεσκίσει, να την κατασπαράξει. Τού’δωσε δυο χαστούκια κι αυτός ξύπνησε για λίγο απ’τον ηδονικό του λήθαργο και την κοίταζε σαστισμένος. ―Ρε ζώο του είπε αφού ξέρεις ότι είμαι παρθένα.  Συγκρατήθηκε και ξανάρχισε απ’την αρχή τα χάδια και τα φιλάκια στο λαιμό. Η Πόλυ άρχισε πάλι να βυθίζεται και να χάνεται στο σκοτάδι. Αυτός πάλι βιάστηκε, της έβγαλε το εσώρουχο και γρήγορα της τράβηξε το φόρεμα με βία από κάτω προς τ’απάνω και η Πόλυ βρέθηκε γυμνή, ενώ αυτός ήταν ακόμα ντυμένος. Την άρπαξε αγκαλιά και την έριξε βίαια στο κρεβάτι. Ήταν ολόγυμνη κι αυτός την κοιτούσε με λαγνεία κι έβγαζε τα ρούχα του ιεροτελεστικά. Ένιωθε πολύ άσχημα αλλά δε μπορούσε να ξεφύγει απ’την ηδονική αυτή έλξη να τον βλέπει να γυμνώνεται, την στιγμή μάλιστα που το πέος του ήταν σε πλήρη στύση. Έπιασε τον εαυτό της να χαϊδεύει το σκοτεινό σημείο του σώματός της, είχε ήδη ξεφύγει από κάθε τυπικότητα κι ευπρέπεια.  Αυτός την άρπαξε βίαια και της άνοιξε τα πόδια.  Η βία του ήταν αχαλίνωτη,  άφριζε.  Η Πόλυ είχε ήδη μετανιώσει και πάλευε να του ξεφύγει.  Τον κτυπούσε και τον έσπρωχνε, μα αυτός ήταν σ’άλλο κόσμο. Τη γύρισε λοξά χώθηκε ανάμεσα απ’τα σκέλια της, καβάλησε το ένα της πόδι κι αγκάλιασε το άλλο.

162
Η Πόλυ δεν μπορούσε πια ν’αντιδράσει. Από κει και πέρα ο Μπούκουρας ήξερε τη δουλειά του, είχε ξεπαρθενέψει τουλάχιστον δέκα-πέντε «χειραφετημένες».  Όταν της τον έβαλε μέσα μολονότι πόνεσε, παραδόθηκε και βυθίστηκε ακόμα βαθύτερα στο σκοτάδι που την καλούσε μέσα του. Ο Μπούκουρας αγκομαχούσε κι όσο πέρναγε η ώρα αγρίευε περισσότερο. Είχε αντοχές, γιατί το πρωί είχε γαμήσει τη μικρούλα που τον περίμενε σπίτι κι έτσι μπορούσε να γλεντήσει την Πόλυ όσο ήθελε.  Η Πόλυ ένιωσε την απόλυτη ηδονή και ήλθε σε οργασμό. Αυτός συνέχιζε. Τότε κατάλαβε το σφάλμα της. Του ζήτησε να σταματήσει. Αυτός βγήκε από μέσα της με τη ελπίδα ότι θα ανασυντάσσοντο και θα άρχιζαν το δεύτερο γύρο.  Η Πόλυ τυλίχτηκε με το σεντόνι και ζήτησε να πάει στη ντουζιέρα να πλυθεί και να φύγει. Ο Μπούκουρας θύμωσε. Την άρπαξε. ―Καλή είσαι, εσύ ολοκλήρωσες κι εμένα μ’αφήνεις στα κρύα του λουτρού. Το ξέρεις ότι αυτό δεν είναι σωστό. Πρέπει να μου δώσεις τη δυνατότητα να ολοκληρώσω. Μετά άλλαξε ταχτική, την πλησίασε με τρυφερότητα και τη χάιδεψε με αγάπη. Σε παρακαλώ της είπε. Ας είναι η πρώτη και η τελευταία φορά. Η Πόλυ τον ένιωσε ολόγυμνο να την αγγίζει, το πέος του ήταν υγρό σε στύση, έφτανε σχεδόν στον αφαλό του. Αναρωτήθηκε. Πως αυτό το πράγμα έμπαινε ολόκληρο μέσα της με τέτοια βία και της άρεσε τόσο; Άρχισε να ξαναβυθίζεται. Το έπιασε με το αριστερό της χέρι και με το δεξί χούφτωσε τους όρχεις του. Αυτοί ξεχείλιζαν έξω απ’τη χούφτα της. Ένιωσε δούλα αυτού του κακάσχημου οργάνου που έτρεχε βλέννες. Για μια στιγμή έπεσε στα γόνατα να τον πάρη στο στόμα. Ο Μπούκουρας δεν την άφησε, γιατί αν συνέβαινε αυτό, η Πόλυ δε θα τον συγχωρούσε ποτέ και δε θα τον ξανάβλεπε.   Ήξερε ο Μπούκουρας από κουλτουριάρες. Όλα τα ήθελαν αλλά μετάνιωναν και τις έχανε. Την Πήρε με τρυφερότητα ξανά στο κρεβάτι κι άρχισε απ’την αρχή. Την ξάπλωσε ανάσκελα κι άρχισε να την παίζει κοιτάζοντάς της κατευθείαν στα μάτια προκλητικά. Ο Πόλυ τον ακολούθησε, μαλακίστηκε μπροστά του με αναστεναγμούς δείχνοντας την ηδονή της. Κάποια στιγμή τον άρπαξε απ’τη στύση και τον τράβηξε επάνω της. 

163
―Λοιπόν τι περιμένεις ρε ζώο δε θα με ξεσκίσεις; Ο Μπούκουρας την είχε υποτάξει τελείως.  Της σήκωσε τα πόδια και μόλις της τον έβαλε η Πόλυ ήλθε ξανά σε οργασμό. Αυτός κρατήθηκε λίγο, είχε σκοπό μια που την είχε τώρα στο χέρι κι υποταγμένη να τη διαρρήξει κι από πίσω, όμως δεν τό’κανε. Δεν νόμιζε ότι η Πόλυ θ’αφομοίωνε ερωτικά κι αυτό την ίδια μέρα. Μπήκε μέσα της, παλινδρόμησε βίαια κι ολοκλήρωσε. Η Πόλυ ένιωσε να χύνει το καυτό του σπέρμα μέσα της. Μολονότι ένιωσε περισσότερη ηδονή, αφού αυτό το ζώο έκανε το κέφι του πάνω της, ανησύχησε. ―Τι έκανες ρε Μπούκουρα του είπε. ―Μη φοβάσαι οι γόνιμες στιγμές είναι ελάχιστες σ’ένα μήνα. Παίρνεις ένα ρίσκο δέκα τοις χιλίοις. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο θα το βολέψουμε.
      Όταν έφευγε, ο Μπούκουρας ήθελε να την συνοδεύσει. Αυτή του αρνήθηκε.  Στο δρόμο ένιωσε πια χειραφετημένη αλλά και βυθισμένη σε μιαν αηδιαστική ντροπή. Μια ντροπή που η ίδια επεδίωξε για να χορτάσει και ν’αποδεσμευθεί απ’το σκοτεινό εαυτό της. Την έπιασε μια αόριστη θλίψη. Ήταν αυτό το σωστό ή έπρεπε να δοθεί σ’αυτόν που θ’αγαπούσε και που πιθανόν τον είχε βρεί;  Έκανε μπάνιο να φύγουν από πάνω της οι εκκρίσεις κι οι ιδρώτες του, μολονότι είχε πλυθεί στο σπίτι του. Πίστευε ότι η μυρωδιά του θ’αργούσε πολύ να φύγει από πάνω της.  Το βράδυ που έπεσε για ύπνο, ένιωθε τον μικρό πόνο του διαρρηγμένου υμένα της. Αυτό την έφερνε πάλι στο βυθό του σκότους της. Στον ύπνο της είδε ένα τριχωτό ζώο να την βατεύει. Παραδόξως, μετά απ’όλα αυτά ξαναήλθε σε οργασμό.

Βγήκαν οι βαθμοί.  Ο Σήφης είχε περάσει κι έτσι τελείωνε τη σχολή. Αυτή όπως κι ο Μπούκουρας χρωστούσαν μαθήματα. Ο Μπούκουρας βέβαια χρωστούσε μόνιμα μαθήματα, αφού ήταν ένας από τους αιώνιους φοιτητές του συνδικαλισμού.   Η Πόλυ μετά το ερωτικό συμβάν, έκανε κάποιους ελιγμούς κι απέφευγε και το Μπούκουρα και το Σήφη.  Τον έναν γιατί τον μισούσε και τον άλλο γιατί τον αγαπούσε.

164
     Ο Μπούκουρας που ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, την μπλόκαρε.  ―Γιατί μ’ αποφεύγεις ρε Πόλυ.  Αν ήταν να κάνουμε έρωτα και να σε χάσω, να μη γινόταν ποτέ. Και μουρμούρησε τόσο δυνατά όσο να το ακούσει και η Πόλυ: μολονότι αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. ―Νίκο, (δεν τον είπε Μπούκουρα γιατί αυτός της έδωσε αυτό που είχε, αυτό που κι αυτή περίμενε και άρα δεν ήταν υπόλογος), αυτό ήταν, δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Σε συμπαθώ σαν φίλο, αλλά δε θα σου πω ψέματα: δε σ’αγαπώ. Ο Σήφης που είχε δει τη σκηνή από μακριά κατάλαβε ότι αυτό ήταν κάτι σαν χωρισμός, αφού ο Μπούκουρας έφυγε χωρίς να μιλήσει με το κεφάλι κατεβασμένο. Κατά τύχη πέρασε από μπροστά του, δεν του μίλησε ούτε καν τον είδε. Μάλλον ήταν δακρυσμένος.  Με τον Μπούκουρα δεν ήταν ποτέ φίλοι, αλλά εκείνο το γεγονός του ξυλοδαρμού τους είχε φέρει τόσο κοντά ώστε ν’ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες.  Είχαν όμως και κάποια αισθηματική αντιπαλότητα με την διεκδίκηση της Πόλυς. Η διεκδίκηση αυτή βέβαια δεν ήταν ως τότε διεκδίκηση, αφού σε κανένα δεν είχε δώσει καθαρά σημεία προτίμησης.  Ο Σήφης σεβάστηκε την πρόθεσή της να τον αποφύγει, ίσως στη βιβλιοθήκη κάποια στιγμή θα τη συναντούσε και τότε θα ξεκαθάριζε την κατάσταση. Η Πόλυ ένιωθε πως του χρωστούσε μιαν εξήγηση, αλλά όποτε πήγαινε στην βιβλιοθήκη να τον συναντήσει ‘τυχαία’, κι αυτός ήταν πάντα εκεί, αφού επεδίωκε αυτή τη συνάντηση, δεν τ’αποτολμούσε κι έφευγε. Όταν το πράγμα ‘πάγωσε’ εκεί ο Σήφης πήρε το θάρρος να σπάσει τον πάγο. Ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση γιατί θα πήγαινε φαντάρος. Την έστησε έξω απ’το σπίτι της αλλά δε μπόρεσε να την συναντήσει. Έχασε κάθε ελπίδα είχε ανοίξει η γη και την κατάπιε.  Η Πόλυ είχε κλειστεί στον εαυτό της αρκετές μέρες και δεν έβγαινε. Ήξερε πως μολονότι είχε ξεκόψει απ’το Μπούκουρα, δεν είχε υπερνικήσει αυτό το πάθος του σκότους πού’βγαινε από μέσα της.  Μετ’από κείνη της την ερωτική συνάντηση, που την έκανε για ν’αποδεσμευτεί, κατάλαβε ότι είχε βυθιστεί περισσότερο, γι’αυτό έπρεπε να δώσει εξηγήσεις στο Σήφη. Αποφάσισε να πάει σπίτι του. Χτύπησε την πόρτα, βγήκε μια καλοβαλμένη σεμνή και νέα κυρία. Μολονότι τα μαλλιά της ήταν ψαρά, φαινόταν μικ-ρότερη από σαράντα. ―Για σας. Λέγομαι Πολυξένη Μπερκέτη θα ήθεκα να μιλήσω στον Ιωσήφ.

165
Η κυρία που προφανώς ήταν η μητέρα του Ιωσήφ καταχάρηκε. ―Επιτέλους σε γνωρίζω!  Μου έχει πει τόσα ο Σήφης για σένα που απ’την πρώτη ματιά επιβεβαιώνονται.  Δεν σου κρύβω ότι σε περίμενα. Ο Σήφης ετοιμάζεται να φύγει για το στρατό και δεν ήθελα να μην έχετε συναντηθεί πριν φύγει!  Η Πόλυ εξεπλάγη, υπήρχε λοιπόν κάποιος άνθρωπος άγνωστος που σχεδόν την γνώριζε κι έκανε σχέδια γ’αυτήν. Κολακεύτηκε. Αυτό το μικρό, το ολοκάθαρο κι απλό σπίτι ανέδιδε την αύρα του Καλού και του Φωτεινού.  Φαίνεται ότι βυθίστηκε με το δικό της τρόπο στους συλλογισμούς και χάθηκε για λίγο απ’την πραγματικότητα. ―Με λένε Ασπασία και βέβαια είμαι η μητέρα του Σήφη, είπε για να διαλύσει την αμηχανία.  Πέρασε κορίτσι μου κι εγώ θα τον φωνάξω. Ο Σήφης βέβαια είχε ακούσει και η νηφαλιότητα που είχε κατακτήσει με τα την απόφασή του ότι η Πόλυ είχε χαθεί πια γι’αυτόν, διαρατάχτηκε.  Άργησε ν’απαντήσει. Φόρεσε κάτι πρόχειρο και βγήκε. Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Είχαν παγώσει. Τον πάγο έσπασε η Πόλυ αφού ένιωθε ότι αυτή έπρεπε να δώσει εξηγήσεις και γι’αυτό το λόγο κυρίως βρισκόταν εκεί. Ο Σήφης τη διέκοψε―περίμενε λίγο της είπε.  Φώναξε τη μάνα του. Η κυρία Ασπασία ήλθε. Μάνα κάτσε για λίγο της είπε. Έκανε ξανά τις συστάσεις που είχαν κάνει οι δύο γυναίκες πριν, αφού έτσι έπρεπε να γίνει. ―Παιδί μου, είπε η μάνα του, θα σας φτιάξω καφέ και θα πάω σε μια φίλη μου εδώ κοντά, θα λείψω καμιά ώρα για να τα πείτε με την ησυχία σας.
     Όταν πια έμειναν μόνοι,  η Πόλυ έσυρε την καρέκλα της πολύ κοντά του, έτσι που να νιώθουν τις αναπνοές τους. Ψιθύριζε αλλά ο ψίθυρός της ήταν σχεδόν εκκωφαντικός.  ―Σ’αγαπώ Σήφη, του είπε και έβαλε τα δάχτυλά της στο στόμα του  γιατί πήγε  να την διακόψει,  μάλλον για να της πει ότι κι αυτός την αγαπά. Επειδή όμως σ’αγαπώ πάρα πολύ δεν μπορώ να σε δεσμεύσω μαζί μου, δεν σου αξίζω.  Ίσως μέχρι την περασμένη Κυριακή να σου άξιζα, όμως συνέβει κάτι που ανέτρεψε τα πάντα.  Θα σου μιλήσω χωρίς

166
περιστροφές. Την Κυριακή υπέπεσα σε μια σκοτεινή εσωτερική μου ανάγκη, να κάνω έρωτα με το Μπούκουρα.  Νιώθω ότι βρομίστηκα τόσο που δεν μπορώ πια να σ’αγγιξω.  Ο Σήφης ταράχτηκε, ένιωσε παραμερισμένος κι απαξιωμένος, ζήλεψε. Θυμήθηκε τις σκέψεις που έκανε την τελευταία φορά που χωρίσανε, ενώ ήταν δικιά του, είχε ολιγωρήσει: Θερός-Τρύγος-Πόλεμος και Έρως.  Όμως πέρασαν απ’το νου του όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί, ακόμα κι ο φανερός χωρισμός της από τον Μπούκουρα. Επίσης η εξαφάνισή της έδειχνε περιστολή κι αισθηματική συγκρότηση. Δηλαδή ότι πάλεψε να πάρει αυτή την απόφαση και άρα δεν ήταν απόλυτα σίγουρη γι’αυτό. Ο Σήφης επεξεργάστηκε ταχύτατα και λογικά όλα αυτά τα δεδομένα, κάτω όμως απ’την έντονη αισθηματική του φόρτιση, αφού λάτρευε την Πόλυ. Έψαχνε ταχύτατα να βρει τρόπο να την αποτρέψει απ’αυτή την απόφαση. ―Πόλυ της είπε, μέχρι σήμερα δεν υπήρχε τίποτα απόλυτα ξεκαθαρισμένο μεταξύ μας ώστε ν’απολογηθείς. Ήμασταν κάτι περισσότερο από καλοί φίλοι και τουλάχιστον μπορούμε τελικά, αν δεν βρούμε λύση, να μείνουμε έτσι. Για μένα σ’αυτή τη σχέση δεν υπάρχει χθες, ξεκινάμε τώρα αυτή τη στιγμή.  Η Πόλυ κλωνίστηκε, η ελπίδα ξαναγύρισε μέσα της, ίσως υπήρχε σωτηρία δίπλα σ’αυτό τον άνθρωπο. Αυτόν που θεωρούσε παιδί και που σιγά-σιγά κατάλαβε ότι είχε μπροστά της μια συμπαγή προσωπικότητα που θα μπορούσε ν’αγγίξει πάνω της.  Ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν είχε κλάψει ποτέ μπροστά σε άλλον. Δεν ντράπηκε έπεσε στην αγκαλιά του. Αυτό της αρκούσε. Όμως είχε καθήκον να τον ενημερώσει. Μόνο έτσι δε θα είχε ευθύνη για ότι θα γινόταν στο μέλλον. ―Νομίζω ότι είναι πολύ καλύτερα έτσι είπε ο Σήφης. Την έσφιξε πολύ δυνατά στην αγκαλιά, σα να την είχε χάσει χρόνια και ξαναγύρισε. ―Σ’αγαπώ τόσο που δεν μπορώ να σκεφτώ πως αυτή τη στιγμή διαπραγματεύομαι την ίδια τη ζωή μου. Ό,τι έγινε, έγινε και πάμε μπροστά.   ―Εντάξει, ας γίνει όπως θέλεις, όμως εγώ πάντα θα φέρω αυτό βάρος, που θα είναι για πάντα ανάμεσά μας. Έπεσε απόλυτη σιωπή.  Όλα είχαν αρμολογηθεί για λίγο, όμως αυτό ήταν πάρα πολύ βαρύ για να ξεπεραστεί ανώδυνα κι έτσι γύρισαν πάλι στην αρχή με την ελπίδα να το ξεπεράσουν.

167
―Πολύ καλά αφού θέλεις να ξανακινδυνέψουμε ας το κάνουμε, είπε ο Σήφης μολονότι εγώ θα προτιμούσα να τ’αφήσουμε για σήμερα. Να ζήσουμε μαζί κάποιο διάστημα και μ’αρωγό τη συμβίωσή μας, να προχωρήσουμε αργότερα σ’ όλες τις εξηγήσεις. Αν γίνει όπως το θέλεις και με το συναισθηματικό σου κόσμο λαβωμένο, μπορεί να χαθούν όλα. Βέβαια εγώ είμαι έτοιμος να τα δεχτώ όλα, αλλά εσύ φοβάμαι πολύ ότι μπορεί να μην τα δεχτείς και να υποκύψεις στον αρνητικό σου εαυτό.   ―Γι’αυτό τον αρνητικό μου εαυτό θέλω να σου μιλήσω, αυτό τον σκοτεινό που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να χαλιναγωγήσω στο μέλλον. Ξέρω ότι μπορούμε ν’αφήσουμε αυτά που έγιναν πίσω, αυτόν όμως δε μπορώ. Επειδή σ’αγαπώ, δε μπορώ να σε βεβαιώσω απόλυτα ότι δε θα υποπέσω ξανά. ―Έτσι δε μας δίνεις καμιά ευκαιρία Πόλυ. Η ζωή είναι αντιφατική κι απροσδόκητη, κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος ότι δε θα πέσει στα ίδια λάθη ή σε νέα, αν δεν δοκιμάσει. Και την επέπληξε μ’έναν τρυφερό θυμό: Δεν ξέρω τι έγινε αυτό το αγέρωχο πλάσμα που με συγκλόνισε. Και σαν να την μάλωνε χαϊδευτικά της είπε: Έλα λοιπόν γίνε ξανά αυτή η Πόλυ που ήσουν.
     Η Πόλυ κατέβασε το κεφάλι, αυτός ο άνθρωπος που τόσο αγαπούσε την ξαναγύριζε στη ζωή. Της έδινε το χέρι και θα ήταν έγκλημα να μην το πιάσει.
    ―Μη με ξαναπείς Πόλυ, αυτό μου το κόλλησε η χαζοπαρέα και ποτέ δε μου άρεσε.  Από δω και πέρα λέγε με Ξένη.    Κι επειδή με την αγάπη σου με βοήθησες να ξαναγεννηθώ είμαι δική σου χωρίς όρους. Μπορείς να με κάνεις ό,τι θέλεις και φυσικά όποτε θέλεις έρωτα κι όπως τον θέλεις. Αυτό βέβαια δε θα πει ότι δεν θα είναι και δική μου χαρά.  Τουλάχιστον μέχρι να πας στο στρατό, ας ζήσουμε σαν ζευγάρι. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα.  Μπήκε η κ. Ασπασία. ―Μήπως διέκοψα; ―Όχι μάνα, μάλιστα σου ανακοινώνω ότι από σήμερα είμαστε αρραβωνιασμένοι. ―Όχι, όχι έτσι, τον διέκοψε η μητέρα του, αυτό θα γίνει επίσημα όπως πρέπει, για να χαρούν κι οι γονείς της Πόλυς.  ―Εντάξει μάνα, μόνο που από δω και μπρος την έχω ονομάσει Ξένη. Θα μαζευτούμε οι δυό μικρές μας οικογένειες, δηλαδή έξη άτομα. Θα πάμε στον Άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και και στο τέλος της λειτουργίας
ας πει κάτι κι ο παπάς. Σε παρακαλώ τίποτα πάρα πάνω. Θα φορέσουμε και βέρες. 

168
    Αυτό έγινε την επόμενη Κυριακή, στο άψε-σβήσε. Από κει και πέρα η Ξένη κι η Ασπασία έγιναν φίλες. Κάποιες φορές μάλιστα πήγαιναν μαζί στα μαγαζιά. Οι γονείς της Ξένης δεν ήθελαν να μπλέκονται στα πόδια των παιδιών για ένα λόγο πάρα πάνω που ήταν γέροι.  Ήταν ευτυχισμένοι που ‘το παιδί της τύχης’ είχε βρει μια νέα ζωντανή οικογένεια.  Ακόμα δεν τους πείραζε που η Ξένη, πολλές φορές, έμενε εκεί, «με τον άντρα της» όπως έλεγαν.  Η Ασπασία είχε από χρόνια μεταφερθεί δίπλα στο σπίτι του Πάνου και το ζευγάρι είχε δικό του διαμέρισμα.
      Ο Σήφης μετά απ’αυτή την εξέλιξη, δε διέκοψε την αναβολή του για το στρατό, αποφάσισε να πάει ασκούμενος στο δικηγορικό γραφείο του Θείου του. Είχε κι η Ξένη τη δουλειά της σ’εκείνο το ίδρυμα που βοηθούσε στη μελέτη μικρών παιδιών κι όπου στη βιβλιοθήκη εργαζόταν η φίλη τους η Γιάννα.

Η Ασπασία έχασε τον άντρας της το Σήφη μετά από πέντε μήνες γάμο. Δεν είδε το παιδί του να μεγαλώνει γι’αυτό και το παιδί ονομάστηκε Σήφης. Τον έπιασαν αιχμάλωτο οι ταγματασφαλίτες και πέθανε απ’τα βασανιστήρια. Ο αδελφός του ο Πάνος είχε δώσει λόγο στο Σήφη, πως αν συμβεί κάτι θα φροντίσει τη γυναίκα και το παιδί του. Έτσι κι έγινε.
    Το πατρικό τους ήταν ένα προπολεμικό ισόγειο με μικρό κήπο. Εκεί υπήρχαν δυο λεμονιές, μια πορτοκαλιά και πολλές τριανταφυλλιές. Μοσκομύριζε. Η κατοικία ήταν τριάρι μ’ένα συμπληρωματικό διαμερισματάκι δίπλα του, που είχε σαλονάκι, υπνοδωμάτιο, κουζίνα   και  πλυσταριό-τουαλέτα για ενοικίαση. Τα διαμερίσματα αυτά είχαν μιαν είσοδο από μπρός και μιαν άλλη απ’την κουζίνα προς τον κήπο, που φύτευαν  λαχανικά.
      Ο Πάνος φρόντιζε τον Σήφη σα δικό του παιδί και την Ασπασία σα δική του γυναίκα. Όμως κι η Ασπασία τον φρόντιζε έτσι που δεν τού’λειπε τίποτα.  Επίσης κάθε Σάββατο, πήγαινε δίπλα να φροντίσει το νοικοκυριό. Να του καθαρίσει, να πλύνει, να σιδερώσει και φυσικά να μαγειρέψει.

169
     Όταν ερχόταν ο Πάνος τον σέρβιρε κι έτρωγαν μαζί. Αυτή η ημέρα ήταν αφιερωμένη στον Πάνο που ήταν ο άντρας, η κολόνα του σπιτιού. Αυτό βέβαια γινόταν από πάντα. Όμως απ’την ηλικία των δέκα χρόνων, ο Σήφης παρατήρησε ότι η μαμά του τα Σάββατα με τη δικαιλογία ότι θείος ήταν μπαϊλντισμένος απ’τη δουλειά και ήθελε λίγη παρέα, καθόταν μέχρι αργά εκεί. Έπαιζαν χαρτιά τάβλι ή άκουγαν σιγά ράδιο και συζητούσαν. Στην αρχή έπαιρναν και το Σήφη μαζί τους μέχρι να νυστάξει και να κοιμηθεί. Σιγά-σιγά όμως ο Σήφης βαριόταν και πήγαινε δίπλα για ύπνο νωρίτερα, χωρίς να είναι αναγκασμένος να μένει ως αργά και να τους βλέπει να παίζουν. Η Ασπασία, ετοίμαζε ζεστό νερό για να κάνει το μπάνιο του ο Πάνος, όπως έκανε και στον άντρα της, μετά του έδινε καθαρά εσώρουχα και μπιζάμα και τον έβαζε για ύπνο.  Κάποτε ο Πάνος είχε έλθει κάπως κρυωμένος. Έτσι μετά το μπάνιο τού’τριψε την πλάτη με οινόπνευμα και τον γύρισε μπροστά για να του τρίψει το στήθος. Ο Πάνος με μια επιδέξια κίνηση, δίπλωσε το σεντόνι καλύπτοντας το μόριό του με περισσότερο ύφασμα. Η Ασπασία κατάλαβε. Ένας άντρας λεβέντης σαν αυτόν, είχε θυσιάσει τη ζωή του για να μην τους λήψη τίποτα. Τόσα χρόνια τον ένοιωθε σαν αδελφό. Ήταν όμως αυτό αρκετό; Κάθισε δίπλα του και τον παρακάλεσε να γυρίσει απ’την άλλη μεριά για να μην την βλέπει και να την περιμένει. Πήγε στο λουτρό έκανε γρήγορα μπάνιο και γύρισε γυμνή. Ο Πάνος είχε καταλάβει γιατί ήξερε ότι τον αγαπούσε. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της ντουλάπας που ήταν απέναντι και που η Ασπασία δεν είχε υπολογίσει. Την είδε. Κάτω απ’τα χαχόλικα ρούχα της  κρυβόταν ένας θησαυρός. Ήταν γεμάτη καμπύλες.  Η μέση της ήταν λεπτή,  αλλά οι γοφοί της άνοιγαν κι έκλειναν μετά ολοστρόγγυλοι. Τα βυζάκια της έγερναν δεξιά κι αριστερά σαν ώριμα φρούτα. Είχε γδυθεί κι αυτός, αφού ήξερε και την περίμενε. Αυτή χώθηκε στο σεντόνι και κόλλησε το σώμα της πάνω του.  Πόσες φορές και πόσα χρόνια δεν είχαν ονειρευτεί κι οι δύο αυτή τη στιγμή. Η Ασπασία έγειρε από πάνω για να κλείσει το λαμπατέρ. Ο Πάνος το ξανάνοιξε, ήθελε να την βλέπει. ―Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου είπε, σε παρακαλώ μη μου τη

170
χαλάς. Της έβαλε το πρόσωπο μεσ’τα δυο του χέρια, θωπευτικά και τη φίλησε. Πόσο την αγαπούσε! Όπως ήταν γερμένη πάνω του για να κλείσει το φως, τη άρπαξε απ’τη μέση σαν πούπουλο, την έφερε επάνω του και τη γύρισε απ’την άλλη μεριά προς το μέρος που το κρεβάτι άγγιζε στον τοίχο. Αυτό δεν είχε κανένα νόημα, αλλά η Σάσια, όπως την έλεγε όταν ήταν μόνοι τους, εκεί ένιωσε ‘αβοήθητη’ στην εξουσία του άντρα. Αυτό της άρεσε. Άρχισε να βυθίζεται στην ομίχλη του πόθου. Από την άλλη ο Πάνος έτσι που την γύρισε απ’τη μεριά του τοίχου, ένιωσε την απόλυτη εξουσία του στο κορμί της. Ό,τι κι αν γινόταν από δω και πέρα με το καλό ή με τη βία, θα την χαιρόταν. Από μέσα του ανέβαινε ένα κύμα καταπιεσμένης αγριότητας, η λογική είχε παραμεριστεί. Το μόνο που αισθανόταν ήταν το αγκομαχητό του στήθους του. Το σώμα του είχε έλθει σ’ένα είδος ακαμψίας. Οι δυνατότητες για κίνηση περιορίζονταν σε ορισμένα μέρη. Όλο το άλλο του σώμα δεν υπήρχε. Έπεσε πάνω της με βία, σαν ένα υδατόφραγμα που έσπασε και δε μπορούσε να συγκρατηθεί παρά μόνον όταν θα είχε αδειάσει.  Η Σάσια είχε τελείως παραδοθεί, την κομμάτιαζε και της άρεσε. Ήξερε ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα ενός πόθου σχεδόν δέκα ετών που ξεσπούσε κι όταν καταλάγιαζε θα μπορούσαν να γευτούν τον αληθινό έρωτα και τις ηδονές του. Ο Πάνος τελείωσε σε λίγα λεπτά. Ντράπηκε για την συμπεριφορά του. Ξέσπασε σε λυγμούς. Η Σάσια ανακάθησε στο κρεβάτι. Τράβηξε τις παλάμες απ’το πρόσωπο  και του άστραψε δυο γερά χαστούκια.  ―Όταν κλαις μετά απ’αυτό, προσβάλεις εμένα και τον εαυτό σου.  Εσύ είσαι ο άντρας και μάλιστα με τα όλα του. Μετά από δέκα χρόνια πόθου εγώ δεν περίμενα τίποτα λιγότερο ή περισσότερο, εξ’άλλου είμαι απόλυτα δικιά σου και τα περιμένω όλα, ό,τι σου περάσει απ’το μυαλό κι όπως το θες.    Ο Πάνος τη φίλησε στο στόμα και μετά την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του. Η Σάσια πλησίασε στ’αυτί του και ψιθύρισε.  ―Δεν είσαι μόνο εσύ όμως που ποθούσες δέκα χρόνια, είμαι κι εγώ. Αλλά εγώ δεν πρόλαβα. Λοιπόν άσε με κι εμένα να κάνω όλ’αυτά που έχω ονειρευτεί τόσα χρόνια. Τον ξεσκέπασε κι άρχισε να τον χαϊδεύει στο σώμα. Ο Πάνος κατάλαβε τι είναι ο

171
έρωτας. Κυρίως αυτό το αόριστο ρίγος που τον έκανε ευάλωτο στα τρυφερά ακροδάχτυλα της γυναίκας. Η Σάσια πήρε το πανάκι που είχε δίπλα της και του καθάρισε τις βλέννες. Του τό’δωσε και ζήτησε να την καθαρίσει κι αυτός. Της άνοιξε τα πόδια. Καθώς την καθάριζε παρατηρούσε από κοντά Αυτό που για κάθε άντρα είναι το θαύμα του κόσμου. Ζαλίστηκε, έχωσε το πρόσωπό του εκεί και την έγλυφε. Αυτή μολονότι ένιωσε μεγάλη ηδονή, τον απέτρεψε, αφού δεν ήθελε να οργιάσει γρήγορα. Ήθελε να παίξουν, αν είναι δυνατόν, όλη νύχτα.  Ο Πάνος δεν ήταν έτοιμος, γιατί ο φοβερός του πόθος τον είχε κάνει να τα δώσει όλα προηγουμένως. Δεν είχε στύση. Έτσι η Σάσια κατάλαβε ότι αυτή έπρεπε να πάρει την πρωτοβουλία. Τον πήρε στο στόμα. Ο Πάνος δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε ν’αντισταθεί. Παραδόθηκε και βυθίστηκε ξανά στον πόθο τόσο, που ήταν ανήμπορος ν’αντιδράσει. Το δέχτηκε σαν μια ευλογία της ηδονής που η Σάσια του έδειχνε ότι δικαιούται. Τη γύρισε ανάσκελα κι έπεσε πάνω της. Της σήκωσε τα πόδια και τ’αγκάλιασε σφιχτά σαν να φοβόταν μην του φύγει. Μπήκε μέσα της και παλινδρόμησε στην αρχή αργά, με τρυφερότητα, μετά αγρίεψε πάλι. Η Σάσια αγκομαχούσε, την έφερε σε οργασμό.  Αυτός όμως ήθελε αρκετά ακόμη. Η Σάσια τον έσπρωξε από πάνω της.  Τον πήρε αγκαλιά και του ψιθύρισε στ’αυτί: στο κρεβάτι είσαι ένα κτήνος, με κομμάτιασες. Καμιά γυναίκα δεν έχει χαρεί τον έρωτα όπως εγώ τώρα.  ―Εγώ αργώ, της είπε, κι αφού εσύ τελείωσες δε θέλω να σε τραβολογώ άλλο.  ―Όχι είπε η Σάσια, είσαι ο άντρας κι όλα θα γίνουν όπως πρέπει.   Σηκώθηκε, πήγε στο λουτρό που υπήρχε το κουτί των φαρμάκων κι έφερε ένα βιδωτό βαζάκι.  Του ξανασκούπισε το πέος που ήταν ακόμα σε στύση και το άλειψε. ―Μη μου πείς ότι δεν ξέρεις τώρα τι πρέπει να κάνεις; ―Δε μπορώ θα σε πονέσω. ―Ναι αυτό θέλω. Θέλω να ξέρεις ότι ο άντρας μου έχει κάποια αναφαίρετα δικαιώματα πάνω σε όλο το σώμα της γυναίκας του. Θα στο πω μιας εξαρχής: Δε θέλω ο άντρας μου να Συνουσιάζεται μαζί μου και να Γαμάει σε πουτάνα. Γύρισε ανάσκελα και έβαλε ένα μαξιλάρι κάτω απ’τους γοφούς της.  Σήκωσε τα χέρια της επάνω και παρέδωσε το κορμί της.

172
―Έλα λοιπόν σε θέλω του είπε. Ο Πάνος μπορεί να φοβόταν ότι θα την πονούσε, όμως το ένστικτο του άντρα τον θόλωνε. Την ήθελε κι ας την ξέσκιζε. Τον έχωσε αργά με κάποιο φόβο στην αρχή, η Σάσια έβγαλε μια μικρή κραυγή πόνου, αυτός σταμάτησε. ―Έλα του είπε, δείξε τη βία σου με τρυφερότητα κι αγάπη. Της τον έχωσε βαθύτερα. ―Ακόμα, του είπε, μέχρι να νιώσω τις τρίχες σου να μ’αγγίζουν. Όταν μπήκε όλος μέσα της, η Σάσια αναστέναξε ηδονικά. Ο Πάνος παλινδρόμησε ελαφρά για λίγο μέσα της, δεν άντεξε άλλο. Έλιωσε μέσα της, έπεσε πάνω της εξαντλημένος κι αποκοιμήθηκαν αγκαλιά.

                                           *
Στη διάρκεια της ζωή μας διαπιστώνουμε το αυτονόητο: Χωρίς αέρα, νερό και τροφή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Αυτό δεν είναι κάποιο μυστήριο. Μυστήριο είναι ο έρωτας. Νομίζουμε ότι μπορούμε ν’αναβάλουμε τον έρωτα ή να τον υποκαταστήσουμε με κοινωνικές δραστηριότητες ‘υψηλού’ επιπέδου. Τη θρησκεία, την επιστήμη, την τέχνη, την παιδεία, δραστηριότητες που ανεβάζουν το ανθρώπινο ήθος σ’ ανώτατες σφαίρες. Όταν όμως μετά από πολύχρονες προσπάθειες φτάσουμε ψηλά και ηρεμίσουμε πια, ο απωθημένος έρωτας επιστρέφει ζητώντας εξηγήσεις. Η θλίψη μιας χαμένης ζωής γυρίζει πίσω οργισμένη και απαιτεί την επιστροφή του κομματιού που δικαιούται. Που η στέρησή του μπορεί να οδηγήσει τον ιερό επίσκοπο στο σοδομισμό, τον αγαπημένο δάσκαλος στην παιδεραστία, τον προπονητή στο κυνήγι του χαμένου έρωτα της νιότης. Η φύση εκδικείται. Όταν το παιδί δεν ερωτευτεί τη συμμαθήτριά του και δεν έχουν παίξει το παιγνίδι του έρωτα που τους αντιστοιχεί, όταν ο έφηβος δεν ξεμυαλιστεί απ’το δροσερό πρόσωπο του κοριτσιού, όταν δεν αγρυπνήσει, όταν δεν του κοπεί η όρεξη απ’την ερωτική απογοήτευση, ο Έρωτας θα γυρίσει κάποτε πίσω και θα ζητήσει εκτός τόπου και χρόνου επιτατικά τα δικαιώματά του. Αν η κυρία δεν νιώσει στο κρεβάτι του αγαπημένου πουτανίτσα και ζητήσει αυστηρότητα κι αξιοπρέπεια κι όταν το αρσενικό της την τραβήξει κάποια στιγμή εκτός προγράμματος βίαια

173
στο κρεβάτι και ζητήσει τα όβολα του έρωτα που δικαιούται κι αυτή του τ’αρνηθεί, γιατί έχει την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά της, ο έρωτας φαρμακωμένος θα ζητήσει κάποτε τους χαμένους τόκους του, που τότε θα είναι αβάσταχτοι. Σοβαρές κυρίες που δεν αφέθηκαν στις επιταγές του όταν έπρεπε, αργότερα οι τόκοι τις έριξαν σε μονοπάτια μιας σκοτεινής ηδονής, ακόμα και σε μπουρδέλα για να γεμίσουν το κενό τους. Κυρίες που φοράνε τη γούνα, ολόγυμνες από μέσα και ψωνίζονται στις πιάτσες.  Και λοιπόν είναι αυτό μυστήριο; Όχι βέβαια, αυτό εξηγείται. Ο λεβέντης όμως ο δίμετρος που βλέπει το κοριτσάκι που αγαπά, το διάφανο και φοβάται να τ’αγγίξει μην το μαράνει, που χλωμιάζει και του κόβονται τα γόνατα όταν τη δει, στο κρεβάτι θολώνει, θέλει να την κομματιάσει χωρίς να τη βλάψει, θέλει να την ξεσκίσει χωρίς να την πονέσει, θέλει να της ασκήσει όλη του τη βία μ’όλη του την τρυφερότητα.  Αυτό λοιπόν δεν είναι μυστήριο; Δεν είναι το ιερό μυστήριο της φύσης που απαιτεί στον άντρα να κάνει όλ’αυτά τα έκρυθμα που δεν συνάδουν με τον καθωσπρεπισμό της καθημερινότητας κι που η γυναίκα του τ’αναζητά με λαχτάρα;  Κι ο υπέροχος καβαλάρης με τις παντιέρες και τα όπλα του που θα βρεθεί μπροστά στην άμαθη παρθένα. Θα ξεπεζέψει μπροστά στο κρινάκι ακαταμάχητος. Αν θέλει βγάζει το σπαθί του και με μια κίνηση  την κόβει στα δύο.  Στη μάχη όμως του έρωτα και με τα ίδια όπλα, λυσσομανά πάνω της κι εξουθενωμένος νικητής θα γονατίσει ανάμεσα στα πανίσχυρα μπουτάκια της.  Κι ενώ αυτή τον επαινεί για την περιφανή του νίκη, τον χαϊδεύει σαν σκυλάκι που ξαπλωμένο κατάχαμα κουνάει αυτάρεσκα ηττημένος την ουρά του.
                                               *
174
Ο Σήφης ήταν κάπου δεκαπέντε χρονών. Κάποιο βράδυ που ξύπνησε άκουσε μια μακρινή κραυγή πόνου. Του φάνηκε πως ήταν η μάνα του. Ήταν Σάββατο βράδυ και μία η ώρα. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου της, αλλά δεν πήρε απόκριση.  Ο Σήφης δεν κοιμόταν ποτέ αργότερα απ’τις δέκα κι όταν ξυπνούσε την Κυριακή το πρωί, έβρισκε το γάλα, το
ψωμί και την μαρμελάδα στο τραπεζάκι του δωματίου του. Η μητέρα του είχε φροντίσει για όλα. Αυτή αντίθετα με τον θείο Πάνο που ήταν κομουνιστής και μ’αυτόν, που μολονότι παιδί, ήταν σκεπτικιστής, πήγαινε στην εκκλησία. Κι  έτσι δεν είχε υποπτευτεί ότι η μάνα του διανυκτέρευε δίπλα. Όταν λοιπόν ο Πάνος τη δάγκωσε στο σβέρκο κάπως δυνατότερα, αυτή πόνεσε κι έβγαλε εκείνη την πνιχτή κραυγή. Διαπίστωσε ότι η μάνα του δεν ήταν στο κρεβάτι της βγήκε απ’την πίσω πόρτα και πήγε να δει απ’το πίσω μέρος τι γινόταν στο διπλανό σπίτι.  Είδε το φως του λουτρού ανοικτό και μια πανέμορφη γυναίκα να έχει τελειώσει το ντους της. Ήταν ολόγυμνη και κι έβγαινε απ’το λουτρό. Ενώ έσβησε το φως δεν έγινε σκοτάδι, αφού η πόρτα του υπνοδωματίου που επικοινωνούσε με το λουτρό και την κουζίνα ήταν μισάνοικτη. Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι και πήρε τα κλειδιά της κουζίνας του διπλανού σπιτιού. Μπήκε με προφυλάξεις. Η πόρτα της κουζίνας που επικοινωνούσε με την κρεβατοκάμαρα ήταν ακόμα μισάνοιχτη κι επειδή υπήρχε ανοικτό λαμπατέρ με δυνατό φωτισμό, έβλεπε τα πάντα ενώ αυτός στα σκοτεινά ήταν αόρατος.  Η κυρία ήταν η μάνα του.  Η μάνα του που από μητέρα θεά, ας πούμε Ήρα είχε μεταμορφωθεί σε θεά του έρωτα, σε Αφροδίτη.  Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μητέρα του ήταν τόσο νέα κι όμορφη, τα ρούχα που φορούσε το απαγόρευαν. Ακόμα κι ολόγυμνη ήταν σαν άγαλμα που δεν προκαλούσε ταπεινά συναισθήματα. Όταν όμως πλησίασε στο κρεβάτι κι ο θείος Πάνος την άρπαξε με κάποια βία και την έριξε δίπλα του. Αυτή γέλασε παιχνιδιάρικα. Αμέσως κατάλαβε, αηδίασε κι έφυγε.  Δε μπορούσε όμως να κοιμηθεί, κάτι σκοτεινό τον τραβούσε να δει. Ξαναπήγε. Ο θείος είχε πέσει πάνω της κι αγκομαχούσε. Η μαμά του αναστέναζε με πάθος. Ταράχτηκε κι έφυγε.  Όταν χώθηκε στο κρεβάτι του ένοιωσε από μέσα του ν’ανεβαίνει ένα λαχάνιασμα κι ένα μούδιασμα ανάμεσα στα πόδια του. Βέβαια ήξερε καλά τι ήταν αυτό. Ήταν αυτό που του απαγόρευσε να νιώθει απαξίωση για το θείο και τη μάνα του. Ήξερε ότι ήταν κάτι ισχυρότερο. Σηκώθηκε σαν υπνοβάτης και ξαναπήγε. Μπήκε πάλι μέσα και κοιτούσε  με προφυλάξεις.  Φαίνεται ότι είχαν τελειώσει και ανέμελοι έπαιζαν 

175
ολόγυμνοι. Η μάνα του τον πάλευε ή τον τσιμπούσε κι αυτός προσπαθούσε τάχα να τη νικήσει. Έτσι κάθε τόσο την πλάκωνε και την έπνιγε με το βάρος του κι αυτή πάλευε να τον αποφύγει. Κάποια στιγμή κουράστηκαν απ’το παιχνίδι κι ο Σήφης φοβήθηκε ότι θα τον έπιαναν. Έκανε να φύγει, όμως άκουσε τη μάνα του ν’αναστενάζει χαριτωμένα και το θείο του να την αρπάζει.  Ξαναπήγε να δει. Ο θείος πάλευε να τη βάλει κάτω κι η μάνα του να τον καβαλήσει. Η μάνα του ‘νίκησε’. Ήταν τόσο πολύ κοντά αφού το υπνοδωμάτιο αυτό ήταν τόσο μικρό, που το κάτω του κρεβατιού έφτανε σχεδόν στην πόρτα της κουζίνας. Η μάνα του μ’έναν επιδέξιο τρόπο που έδειχνε μεγάλη εξοικείωση σ’αυτό που έκανε, άρπαξε το πέος του θείου και τό’βαλε μέσα της. Ο θείος ήταν ξαπλωμένος κι μάνα του βογκούσε κι ανεβοκατέβαινε λαχανιασμένη. Ο θείος τη γύρισε απότομα και την έβαλε κάτω.
      Όταν ο Σήφης ήταν δεκαπέντε χρονών η μάνα του ήταν τριάντα τεσσάρων κι θείος του τριάντα επτά. Παρά την ηλικία του ήταν πολύ λογικό άτομο. Ήταν ντροπιασμένος όχι για τη μάνα του και τον θείο του, αλλά με τον εαυτό του αφού έστω κι ιδεατά, συμμετείχε παράνομα στη συνουσία τους.
     Την άλλη μέρα κατά τις δέκα που η μάνα του γύρισε απ’την εκκλησία, πλησίασε, τον χάιδεψε στα μαλλιά και τον ρώτησε τι φαγητό θέλει. Αυτός ασυναίσθητα τραβήχτηκε, όμως σχεδόν αμέσως, της πήρε το χέρι και το φίλησε.  Ο θείος κι η μάνα του ήταν δυο ερωτευμένοι άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει υπόγεια διαδρομή. Αυτός δεν μπορούσε να τους κρίνει.   Η μάνα του του έφερε ένα τσαμπί σταφύλι.
―Έχω ξεμυαλιστεί,  του είπε,  χθες βράδυ ξέχασα το κλειδί της κουζίνας στου θείου στην πόρτα.  Ο Σήφης κατέβασε το κεφάλι: δεν το ξέχασες εσύ μάνα της είπε. Αυτή ταράχτηκε κάθισε στην καρέκλα. Την πλησίασε. ―Είχα πάει τ’απόγεμα να δω αν η βρύση ήταν ανοιχτή, γιατί άκουσα ροή, αλλά ήταν απ’ το διπλανό σπίτι.

176
Το επόμενο Σάββατο ο θείος κι μάνα του είχαν αποφασίσει να επισκεφτούν κάποιο φίλο στην Κηφισιά και έπρεπε να ετοιμαστεί γρήγορα για να φύγουν.―Τι με θέλετε μαζί είπε ο Σήφης κι αστειεύτηκε, εγώ σας εμπιστεύομαι. Καλύτερα να πάρετε μια τσαντούλα με φαγητά και δυο κουβερτίτσες και να πάτε οι δύο σας εκδρομή. ―Τι είναι αυτά που λες παιδί μου, θες να βουίξει η γειτονιά. ―Εμένα δε με νοιάζει, τις δύσκολές μας μέρες τις βγάλαμε μόνοι μας, εσύ, εγώ κι πατέρας μου, είπε. Γύρισαν κι δύο ξαφνιασμένοι. ―Ναι ο πατέρας μου ο Πάνος, είπε. Και μάλιστα αν φοβόσαστε τον κόσμο σας δίνω την ευχή μου κι εγώ κουμπάρος είπε χαριτωμένα. ―Έλα μικρέ φίλησε τη νύφη· για μένα είσα-στε ζευγάρι. Άντε καλή διασκέδαση μετά διανυκτερεύσεως.   Τα λέμε αύριο το μεσημέρι.
     Ο Πάνος κι Σάσια δάκρυσαν, δεν είπαν τίποτα.  Πιάστηκαν αγκαζέ και βγήκαν στο δρόμο. Μπήκαν σε ταξί κι απ’ τον Πειραιά, πήραν το πλοίο για την Αίγινα.

Η Ξένη κι ο Σήφης αποφάσισαν να ξαναρχίσουν απ’την αρχή. Όχι βέβαια πως είχαν τίποτα χειροπιαστό ως τότε, αλλά υπήρχε κάτι λίγο μα σημαντικό, που η Ξένη απερίσκεπτα το
διέγραψε. Απερίσκεπτα; Ίσως όχι, αφού ήταν πέραν των δυνάμεών της κι ήταν ακριβώς αυτό που φοβόταν. Φοβόταν αυτόν τον ίδιο της τον σκοτεινό εαυτό, που μπορεί να την ξεπερνούσε πάλι. Αρραβωνιάστηκαν μια βδομάδα μετά την ανασύνταξη της σχέσης τους. Μολονότι η Ξένη του ζήτησε να περιμένουν μερικούς μήνες για να ξαναδοκιμάσουν τον πληγωμένο έρωτά τους, ο Σήφης βιαζόταν. Την ήθελε στο κρεβάτι χωρίς να διαταραχτεί η ισορροπία των γονιών της αλλά ούτε και των δικών του. Η Ξένη του είχε ζητήσει αυτό το  διάστημα  αναμονής  μολονότι, μετά την αποκαλυπτική συζήτηση για το ερωτικό συμβάν με τον Μπούκουρα, είχε αποφασίσει να του δοθεί άνευ όρων. ―Σήφη του είχε πει, παίρνεις μεγάλο ρίσκο για χάρη της αγάπης μας, μου έδωσες το χέρι σου και το πήρα. Νιώθω ότι δεν είμαι πια αυτή που ήμουν.  Όμως τώρα είμαι η γυναίκα σου και μπορείς σαν άντρας να με κάνεις ό,τι θέλεις. 
     Ήταν Σάββατο κι η Ασπασία πήγε τον άντρα της στο καθιερωμένο ταξιδάκι στη Αίγινα ή τον Πόρο που τόσο αγαπούσαν. ―Ν’αφήσουμε και τα παιδιά να βρουν το δρόμο τους. Νομίζω ότι έχουν να λύσουν κάποια προβλήματα, είπε στον Πάνο.  Πήγαιναν αυτό το ταξίδι μια φορά το μήνα, από τότε που ο Σήφης ‘τους είχε δώσει την ευχή του’.  
           Έτσι τους άφησαν μόνους τους στο σπίτι.

177
    Η Ξένη ξαφνικά έβγαλε τα ρούχα της μπροστά του και πήγε για μπάνιο. Ο Σήφης μολονότι την ποθούσε δεν το περίμενε, ταράχτηκε. Έμεινε εκεί αποσβολωμένος και περίμενε. Είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη νηφαλιότητά του. Οι παλμοί του άρχισαν ν’ανεβαίνουν την ήθελε πάρα πολύ αλλά ήταν σαστισμένος, άπειρος.  Γύρισε όπως έφυγε ολόγυμνη. Αν δεν υπήρχε αυτό το σκοτεινό ερωτικό επεισόδιο με το Μπούκουρα, ποτέ δε θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο.  Αυτό την είχε αλλάξει. Τουλάχιστον, μ’αυτό τον τρόπο η Ξένη ένιωσε ότι ίσως θα μπορούσαν ν’αποκομίσουν κάτι από την εμπειρία αυτή.  Ίσως θα έπαιρνε και ο Σήφης άθελά του κάτι από κείνο το ολίσθημα. Όμως αμέσως αυτή η σκέψη την ντρόπιασε και την τρόμαξε. Όταν έστω κι αδιόρατα της περνά απ’το νου η σκέψη ότι μπορεί να φέρει απ’την κόλαση κάτι που θα οικοδομήσει τον παράδεισό τους, σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος.  Όμως αλίμονο αυτό είχε συμβεί και δεν μπορούσε να το βγάλει από πάνω της, ούτε να ξαναγίνει αγνή στο σώμα και στο πνεύμα.  Ήταν μια εμπειρία που είχε βαθιά καταγραφεί στο Είναι της.  Ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να σκεπαστεί. Χαμογέλασε· ―Ακόμα ντυμένος είσαι;  Γδύσου γρήγορα. Ο Σήφης δεν είχε ποτέ γδυθεί μπροστά σε άλλον και πόσο μάλιστα μπροστά στη γυναίκα που αγαπούσε. Γδύθηκε σαν υπνωτισμένος. Έμενε με το εσώρουχο. Η Ξένη το τράβηξε. Ο Σήφης από τη θέση του δασκάλου της ηθικής, βρέθηκε έξαφνα στη θέση του μαθητή της ‘ανηθικότητας’, του μαθητή στον έρωτα. Είχε μιαν ακαμψία απραξίας και συγχρόνως έντονο πόθο. Ήταν τόσο άπειρος. ―Δεν έχω πάει ποτέ με γυναίκα, ψιθύρισε.  ―Εγώ δεν είμαι γυναίκα, είπε η Ξένη, είμαι η γυναίκα σου. Είμαι αυτή που θα κάνεις ό,τι θέλεις κι όπως θέλεις. Έλα ας αρχίσουμε λοιπόν. Άνοιξέ μου τα πόδια και δες αυτό που εγώ δεν μπορώ να δω.  Άγγιξέ Το και χάιδεψέ Το. Όσο την έβλεπε και την άγγιζε, έχανε την επαφή με το περιβάλλον του δωματίου τους, το σώμα του μούδιαζε ηδονικά.  Ένιωθε κάποιον άλλον να έρχεται από μέσα του, κάποιον ξεχασμένο, 

178
θαμμένο κάτω από βιβλία, στα υπόγεια κάποιου ενδόξου και λαμπρού οικοδομήματος, που τη στιγμή αυτή ήταν τόσο σκονισμένο και ταπεινό! Αυτό που ανέβαινε, ήταν ένα ζώο, που είχε ξεχάσει ότι κάποτε ήταν άνθρωπος. Η Ξένη κατάλαβε· του ερχόταν η αρχαία μνήμη του σκοτεινού του εαυτού. Αν μπορούσε να τον βγάλει και να βρεθεί με το δικό της ίσως ν’αποδεσμευόταν απ’την μνήμη της ερωτικής δεσποτείας του Μπούκουρα.  Ο Σήφης ένιωσε μια πείρα προαιώνια ν’ανεβαίνει στο Είναι του, έπεσε πάνω της και μπήκε βίαια, δεν άντεξε, έλιωσε γρήγορα μέσα της. Δεν έλαβε κανένα μέτρο προστασίας. Ούτε που το σκέφτηκε. ―Συγνώμη της είπε και την αγκάλιασε τρυφερά. ―Σήφη άσε τις συγνώμες καλέ μου, έχουμε αρκετά να κάνουμε ακόμα.  Τον ξάπλωσε ανάσκελα και τον κοίταζε. Αυτός ένιωθε αμήχανα. Μια λαγνεία ανεβοκατέβαινε μέσα του.  Η Ξένη άρχισε να τον χαϊδεύει· του άρεσε. Ήταν χορτάτος αλλά ήθελε κι άλλο.  Η Ξένη που είχε πια απελευθερώσει το σκοτεινό του Είναι, δεν οδηγούσε πια τον παρθένο στο μονοπάτι του έρωτα, αλλά μάθαινε κι αυτή η ίδια μαζί του.  Ο Σήφης ένιωσε την αλλαγή. Ένιωσε ότι παίζαν στο ίδιο παιγνίδι πια. Άρχισε να παίζει μαζί της, να την δαγκώνει, να την γλύφει και κάποιες στιγμές να της ασκεί μια βία αταίριαστη, εκτός ελέγχου, μια βία που έβγαινε από άγνωστα σκοτάδια μέσα του. Ήθελε υποσυνείδητα να την τιμωρήσει. Δε μπορούσε να ξεχάσει την "προδοσία" της με το Μπούκουρα.  Από τον τρόπο που του δόθηκε, άρχισε να καταλαβαίνει τι της είχε κάνει αυτό το ζώο και τι ήταν αυτό το έρεβος που την έριχνε. Από τη μια ζήλευε κι απ’την άλλη τον ερέθιζε. Δεν ήταν πια η αγέρωχη παρθένα που δεν τολμούσε ν’αγγίξει, ήταν η πόρνη του Μπούκουρα. Αυτή η σκέψη τον ντρόπιαζε αλλά σκοτείνιαζε ερεθιστικά το μυαλό του τόσο!  Η Ξένη ένιωσε τι συνέβη. Και στο δικό της μυαλό τριγύριζε η είκονα αυτής της πόρνης. Κάτι τους ένωνε υποδυνείδητα κι άρχισαν να μπαίνουν σ’αυτό το σκοτεινό ολισθηρό αλλά ηδονικό παίγνιο. Τρόμαζαν αλλά το ακολουθούσαν. Της έδωσε δυο ελαφρά χαστούκια, όχι για να την πονέσει αλλά για να την εξευτελίσει, να τη γονατίσει να φύγει από μέσα του αυτή

179
η εικόνα της ανέγγιχτης, της απόκοσμης, που τον δυνάστευε τόσο καιρό. Μπορεί ενδόμυχα να ευγνωμονούσε το Μπούκουρα που του την έδωσε έτοιμη για όλα. Ο Ξένη δέχτηκε τα χαστούκια σαν βάλσαμο, αν τις έδινε κι ένα αληθινό, ένα γερό ξύλο, μπορεί μετά να ντρεπόταν, αλλά εκείνη τη στιγμή το ήθελε τόσο πολύ! Έπεσε τόσο χαμηλά! Γονάτισε κι άρχισε να τον παίρνει στο στόμα. Ο Σήφης το θεώρησε πολύ φυσικό, αφού ήταν πια η πόρνη του. Την άφησε, ως τη στιγμή που δε μπορούσε να τα κρατήσει άλλο, θα τις έχυνε στο στόμα, όμως με τίποτα δεν ήθελε να τελειώσει αυτό το παινίδι. Ήταν ολομόναχοι στο σπίτι κι όλη η νύχτα ήταν δική τους. Πόσες φορές δεν την είχε φανταστεί στο κρεβάτι αυτό μαζί του! Πόσες φορές δεν ξεκίνησε να τη χαϊδεύει με τρυφερότητα και να ταξιδεύει μαζί της στα σύννεφα! Ως τη στιγμή που κάθε φορά ανέβαινε από μέσα του εκείνο το ζώο κι αυνανιζόταν βίαια με την ιδεατή εικόνα της στο μυαλό του. Τώρα όλ’αυτά είχαν πάρει σάρκα και οστά. Ήταν γεμάτα βογγητά και βλέννες. Ήταν αληθινά και γι’αυτό καλύτερα. Τραβήχτηκε, της τον πήρε απ’το στόμα.   Η Ξένια ένιωθε ότι αυτός, ο πρωτάρης ο άμαθος στον έρωτα της φερόταν πιο βίαια, ο έρωτάς του ήταν πιο σκοτεινός απ’αυτόν του Μπούκουρα. Ίσως γιατί το αυτό το ζώο που ήταν όλη τη ζωή του φυλακισμένο, έβγαινε για πρώτη φορά έξω απ’τα υπόγεια του σκότους του. Ίσως γιατί ο Μπούκουρας θεωρούσε κάθε γυναίκα εν δυνάμει πόρνη κι είχε την πείρα να της φέρεται πότε τρυφερά και πότε βίαια, για να βγάλει στην επιφάνεια όλο τον ερωτισμό της.  Ο Σήφης όμως, μετά απ’το ερωτικό συμβάν της Ξένης με το Μπούκουρα, με τον τρόπο που του δόθηκε, και με την ψυχρολουσία που πέρασε τότε με τη μάνα του, ―δύο γυναίκες που θεωρούσε αγίες―, έχασε το μέτρο που ισορροπούσε τον έρωτα και την αγάπη.  Ο Σήφης είχε μπει κι αυτός στο δικό του έρεβος. ―Έλα λοιπόν του ψιθύρισε η Ξένη, με μια φωνή απόκοσμη, πόσο θα περιμένω; Ξέσκισέ με. Της άνοιξε τα πόδια και μπαινόβγαινε μέσα της με βία. Αυτή ξέσπασε βογκούσε σα λυσσασμένη, οργίασε κι αφέθηκε.  Ο Σήφης που δεν είχε ξεχάσει ότι έδωσε την παρθενιά της στον Μπούκουρα την γύρισε από πίσω. Προσπάθησε αλλά δεν

180
έμπαινε. Η Ξένη είχε προβλέψει. Του τον σκούπισε καλά και τον άλειψε βαζελίνη. Γύρισε από πίσω και τον ανασήκωσε. Τον έστησε όπως λένε. Ήθελε κι αυτή πολύ. Ήταν ένα χρέος που έπρεπε ν’αποπληρώσει. Έτσι θα ένιωθε πως δεν είχε πια ανάγκη ν’απολογηθεί για ό,τι είχε συμβεί με το Μπούκουρα, ούτε έπρεπε πια να ‘καθαριστεί’.  Είχαν ήδη ξεπεράσει κατά πολύ και το Μπούκουρα εκείνο το βράδυ κι είχαν μαζί βυθιστεί ακόμα βαθύτερα. Μολονότι είχε ολοκληρώσει μέσα της προ μισής ώρας περίπου, μόλις της τον έβαλε και την άκουσε ν’αφήνει το χαρακτηριστικό στεναγμό του πόνου δεν άντεξε του φύγανε, ξανάχυσε μέσα της. Την κράτησε όμως εκεί ακίνητη, έως ότου του έλιωσε και γλίστρησε μόνος έξω.  Ήθελε να την έχει εκεί ταπεινωμένη, δοχείο ηδονής, αντικείμενο των ορέξεών του.
     Η ώρα, ήταν δεν ήταν έντεκα. Όλα έγινα τόσο γρήγορα κι αυτοί νόμιζαν ότι είχαν ξενυχτήσει. Κοιμήθηκαν αγκαλιά βυθισμένοι στην γλυκιά εξουθένωση μιας ιερής κραιπάλης για την οποία δεν μετάνιωναν, αλλά την έπαιρναν μαζί σ’αυτόν τον γλυκό τους ύπνο.
     Την άλλη μέρα το πρωί η Ξένη ξύπνησε νωρίς. Δεν της κόλλαγε άλλο ο ύπνος. Αφού ξανάφερε στο νου της ό,τι είχε συμβεί το βράδυ κι ένιωσε ότι ο απολογισμός της ήταν όχι μόνο θετικός αλλά ιδεώδης, αποφάσισε να κάνει μπάνιο. Την ώρα του μπάνιου κι όταν το νερό έτρεχε Εκεί, ανατρίχιασε, ήθελε ξανά. Του ετοίμασε πρωινό, γάλα βούτυρο και μαρμελάδα.    Αυτός ξύπνησε.  ―Έλα δω, την κάλεσε μ’έναν παιχνιδιάρικο αυταρχισμό. Η Ξένη πλησίασε κι αυτός την άρπαξε και την τράβηξε πάνω του.  ―Όλη η Κυριακή είναι δική μας του είπε.  Φάε κάτι, κάνε μπάνιο και ξαναρχίζουμε.   Αυτός μολονότι είχε στύση υπάκουσε απρόθυμα. Ήπιε το γάλα μονορούφι και πήγε στο μπάνιο. Η Ξένη ένιωθε αυτό το μικρό πόνο πίσω της που τη διέγειρε. Είχε μέσα της μιαν αναστάτωση, ήθελε με λαχτάρα.  Πήγε στο λουτρό, να παίξει μαζί του. Ο Σήφης την είχε σηκωμένη και την χάιδευε, τον είδε, αυτός συνέχιζε κοιτώντας της. ―Δε θα μπορέσω ν’αντέξω της είπε γι’αυτό θα τον ξεθυμάνω λίγο. ―Όχι περίμενε κι γω είμ’έτοιμη ας ξεθυμάνουμε μαζί και μετά συνεχίζουμε.  Πήγαν στο κρεβάτι και καβάλησε πάνω του.  Δεν άντεξαν· αυτός ήθελε να

181
τραβηχτεί, αλλά αυτή είχε κολλήσει τόσο σφιχτά πάνω του που ήταν αδύνατο, εξάλλου, ήταν τόσο ηδονικό που έλιωσε μέσα της και χάθηκε. Αυτή έμεινε πάνω του σα να κοιμόταν, δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το φως έμπαινε μέσα απ’τα παντζούρια. Την έριξε βίαια στο κρεβάτι κι απολάμβανε να βλέπει το κορμί της. Της άνοιξε ξανά τα πόδια και τ’ανασήκωσε. Εκείνο ήταν τόσο Ωραίο! Είχε αραιό τριχάκι που περιέβαλε λίγο της σχισμή και μετά ανέβαινε και συγκεντρωνόταν σαν μια λεπτή γραμμή που έσβηνε αδιόρατα ανάμεσα στη σχισμή και το αφαλό.  Είχε ένα μικρό σπάσιμο στη μέση κι οι γοφοί της, ήταν κάπως στενοί σαν αγόρι. Γι’αυτό τα μπούτια κόλλαγαν και το κωλαράκι της τούρλωνε προς τα πίσω. Τα πόδια της ήταν μακριά και λεπτά. Ο θώρακάς της άνοιγε κάπως περισσότερο από τ’άλλα κορίτσια και τα βυζάκια της ήταν σαν μικρά λεμονάκια κολλημένα στο θώρακα. Δεν έγερναν. Ήταν αγοροκόριτσο. Γι’αυτό ήταν τόσο επιθετική και καβγατζού. Αυτός όμως είχε υποτάξει και το κορίτσι από μπροστά και τ’αγόρι από πίσω. Ήταν τόσο υπερήφανος κι ευχαριστημένος, επί τέλους υην είχε κάνει δική του. Ξαναερωτεύτηκαν μέχρι να εξουθενωθούν. Ήταν η πρώτη ερωτική τους μέρα και τά’καναν όλα. Θα τους έμενε αξέ-χαστη.

Μετά τον αρραβώνα κι αφού η σχέση τους είχε προχωρήσει η Ξένη είχε καθιστέρηση, διαπιστώθηκε εγκυμοσύνη. Παντρεύτηκαν.  Η Ασπασία δεν ήθελε ν'ακούσει για άμβλωση.
Αυτό σύμφωνα μ’αυτήν ήταν έγκλημα, φόνος, εξάλλου ήταν τόσο νέα κι ήθελε ένα μωρό που ο Πάνος της το αρνείτο.  Η Ασπασία κι ο Πάνος μολονότι ήταν νέοι, αυτή σαράντα ενός κι  ο  άντρας της σαράντα τεσσάρων, επισκέπτοντο την κυρία Καίτη και τον κύριο Μάνο, τους γονείς της Ξένης μια φορά τη βδομάδα, παρόλη τη διαφορά της ηλικίας τους. Ο κ. Μάνος ήταν εξήντα πέντε και η κ. Καίτη εξήντα. Όπως έκαναν ο Σήφης και η Ξένη. Η Ξένη βέβαια πήγαινε εκεί κάθε μέρα μετά την τετράωρη δουλειά της που ήταν κοντά στο σπίτι τους. Έτσι δεν ένιωθαν μόνοι. Ο Πάνος κι Σάσια ζούσαν στο μικρό διαμέρισμα, αυτό το καταφύγιο της ευτυχίας τους, που τόσο αγαπούσαν.  Έτσι τα παιδιά μπορούσαν μόνοι να οικοδομήσουν αυτό που είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον κι οι δυο μαζί στον εαυτό τους.  Να ορίσουν ξανά τα θεμέλια της εμπιστοσύνης τους.

182
     Η Ξένη όμως είχε κάτι που την έτρωγε.  Η απόσταση της συνουσίας με τον Μπούκουρα απ’αυτή με το Σήφη ήταν λιγότερο από μια βδομάδα.  Είχε σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα του παιδιού. Γι’αυτό ήθελε την άμβλωση. Όμως δε μπόρεσε να κάνει τίποτα και τ’άφησε στην τύχη.
      Θυμήθηκε τον φίλο της τον Δημητρό που όταν έβγαινε τις πρώτες βόλτας με το Σήφη την είχε ρωτήσει: τι θες εσύ μ’αυτό το μαντζούνι. Δεν σου πάει. Εσύ ταιριάζεις με κάποιον σαν εμένα ή σαν τον Μπούκουρα.  Φαίνεται θες σκυλάκι κι όχι άντρα. Τότε δεν είχε ακόμα γνωρίσει το Σήφη κι είχε κρυφογελάσει. Μήπως αυτό τελικά βγει αληθινό. Μήπως άθελά της του φόρτωσε ξένο παιδί απ’τα εικοσιδύο;
     Ο Πάνος κρατούσε το Σήφη ως τις τρεις για να χαρεί τ’απογεύματα τις καλύτερες μέρες της ζωής του. Μετά τη δουλειά περπατούσαν ατέλειωτα, κυρίως πήγαιναν σε μουσεία και σ’αρχαιολογικούς χώρους.  Αγαπημένοι τους χώροι ήταν η στοά του Αττάλου, το Φιλοπάππου κι ο Κεραμεικός.  Η Ξένη ήταν έγκυος, αλλά πάντα προχωρούσε αργά νωχελικά κι έτσι δε φοβόντουσαν το περπάτημα.  Η Στοά του Αττάλου ήταν γεμάτη παγκάκια όπου μπορούσε να καθίσει και να ξεκουραστεί. Όταν κάποτε είχαν αράξει σ’ένα παγκάκι με μια πορτοκαλαδίτσα στο χέρι και θαύμαζαν τα εκθέματα, τα μάτια της σκοτείνιασαν κι άρχισε πάλι εκείνο το ‘παραλήρημα’ που έβγαζε τις σκέψεις σαν να μην ήταν δικές της, σαν να έβγαιναν μόνες τους, σαν χρησμοί. ―Αν τα γλυπτά αυτά ήταν του Ροντέν, του Μικελάντζελο ή ακόμα και του Τζακομέττι, θά’ταν αφημένα στο υπόστεγο; Απολύτως όχι! Είναι καλύτερα τα έργα αυτών των μεγάλων καλλιτεχνών απ’αυτά τα καταδικασμένα στην απαξίωση και την καταστροφή; Απόλύτω όχι. Κι εξηγούμαι. Ένα μεγάλο έργο τέχνης πρέπει νά’χει το στοιχείο της πρωτοπορίας, της υπερβατικής τραγικότητας κι οπωσδήποτε της αρχαιοελληνικής ευρυθμίας. Όταν αυτά τα έργα φτιάχτηκαν δεν ξέρουμε πόσο πρωτοποριακά ήταν τότε.  Όμως για τον Μικελάνζελο και

183
τον Ροντέν είναι πρωτοποριακά, αφού τ’ακολούθησαν στην αισθητική, στην τεχνική και στην τραγικότητα. Όμως τα έργα των μεγάλων συγχρόνων καλλιτεχνών υπολείπονται στην ευρυθμία. Αυτοί οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν την κατάφεραν γιατί δεν την είχαν αντιληφθεί. Και κοιτώντας η Ξένη απέναντι το ναό του Ηφαίστου κούνησε το κεφάλι με θλίψη. Αυτό το κομψοτέχνημα που είμαστε ανάξιοί του, αντί να το έχουμε στη γυάλα και να το θαυμάζουμε το έχουμε αφήσει και καταστρέφεται.  Ξαφνικά συνήλθε. ―Όταν παρασύρομαι υπερβάλλω είπε στο Σήφη με συστολή. Αυτή όμως η εγκαταλελημμένη ομορφιά με πληγώνει. Ο Σήφης την αγκάλιασε τρυφερά. ―Ο κόσμος χάνεται ραγδαία γύρω μας. Η χώρα μας είναι μικρή, πτωχή και διεφθαρμένη, ο αρχαιολογικός αυτός πλούτος δε μας ανήκει αφού δεν μπορούμε ούτε να τον συντηρήσουμε, ούτε να τον αγαπήσουμε.  Αν αγαπούσαμε αυτή τη χώρα έπρεπε να την είχαμε κάνει αρχαιολογικό πάρκο πολιτισμού. Μουσείο. Όπου όλοι οι λαοί θα διδάσκοντο φιλοσοφία και τέχνη ή ακόμα θα έκαναν εκπαιδευτικά ταξίδια για να βουρτσίζουν την αισθητική τους. Όμως μπορούμε να φέρουμε σε πέρας ένα τέτοιο έργο; Ή ακόμα είμαστε σε θέση να οργανώσουμε κάτι τέτοιο ακόμα και με την αρωγή ευρωπαίων διανοουμένων; Όχι βέβαια. Για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει οι κυβερνώντας πρώτα να το αντιληφθούν, αλλά για να το αντιληφθούν πρέπει νά’ναι καλλιεργημένοι. ―Για να υπάρξουν όμως καλλιεργημένοι ηγέτες, είπε η Ξένη, πρέπει κι οι ψηφοφόροι που τους εκλέγουν να είναι τέτοιοι.   ―Ένα τέτοιο έργο μόνο μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα μπορούσε να φέρει σε πέρας είπε ο Σήφης.  ―Ναι αν κι αυτοί έχουν προτεραιότητα την κουλτούρα κι όχι την ποσότητα κατανάλωσης βουτύρου ή την καταναλωτική ευωχία των κατωτέρων στρωμάτων. ―Εντάξει, δε θα σε πικράνω, για ένα λόγο πάρα πάνω που είσαι έγκυος, αλλά τα έχουμε ξαναπεί: Τα πρώτα βήματα για την αισθητική ξεκινούν από την ισονομία. Δε μπορεί να υπάρξει αισθητική σε όλη την κοινωνική της διάσταση αν το παιδί μου είναι πριγκιπόπουλο ενώ του γείτονα είναι ξυπόλυτο και πεινασμένο. Ο μαρξισμός τουλάχιστον αυτούς τους βασικούς όρους θέλει να ρυθμίσει.

184
―Ναι, όταν οι ηγέτες είναι καλλιεργημένοι, όταν όμως δεν είναι; ―Εγώ πιστεύω κι ελπίζω ότι οι μαρξιστές κι αν δεν είναι, είναι τουλάχιστον εν δυνάμει δεκτικοί στην καλλιέργεια, ενώ αντίθετα ο ιμπεριαλιστές την εχθρεύονται. ―Αυτή είναι μια άποψη που θέλει πολύ συζήτηση και που ελπίζω μια μέρα να κάνουμε είπε η Ξένη. Γιατί δυστυχώς κι οι μαρξιστές έχουν την τάση ν’απλουστεύουν το κοινωνικό γίγνεσθαι. Είχε πει ο Στάλιν ότι με την ανάπτυξη και την άνοδο της οικονομοτεχνικής βάσης, αυτόματα θ’ανέβει και το πολιτισμικό εποικοδόμημα. Και μολονότι τυπικά αυτό φαίνεται σωστό, εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παγίδες σ’αυτή την κοινωνική εξίσωση. Όπως είπε κι ο Ηράκλειτος πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, «ο κόσμος μας αλλάζει βίαια και γρήγορα, Είναι-ΜηΌντας, καταλύεται-συντιθέμενος, αντιφάσκει», έτσι δεν τον έχουμε κλεισμένο μέσ’τα όρια των προγραμμάτων μας. Πρέπει λοιπόν τα σχέδιά μας να ελέγχονται και να διορθώνονται συνεχώς. Δεν μπορούμε λοιπόν να βάλουμε τον κόσμο μέσ’το εργαστήρι του ντετερμινισμού. Ο μαρξισμός μας πάσχει από διαλεκτική, αφού η εγελιανή στην οποία στηρίζεται είναι ιδεαλιστική κι άρα αντιδιαλεκτική. Γι’αυτό στη μαρξιστική σκέψη κυριαρχεί η αριστοτελική λογική. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λένιν βούρτσισε τ’αρχαιοελληνικά που είχε μάθει στο πανεπιστήμιο κι ο Στάλιν στη θεολογική σχολή για να διαβάσουν Αριστοτέλη στο πρωτότυπο. Η διαλεκτική τους είναι αριστοτελική, ορθολογική και άρα αντιδιαλεκτική. Βέβαια εγώ όπως ξέρεις, μολονότι εντερνίζομαι τις κοινωνικές αξίες του μαρξισμού, δε μπορώ να πω ότι τον γνωρίζω τόσο ώστε να τον επικαλούμαι. ―Μολονότι αυτά που λες είναι σωστά, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι ο αληθινός μαρξισμός παρά τα πιθανά πρακτικά λάθη του και για το λόγο ότι ο κόσμος είναι απεριόριστα αντιφατικός, δε δέχεται ούτε έσχατα αναλλοίωτα, αλλά ούτε αδιάψευστες αλήθειες. Μπορεί να γίνονται λάθη όμως ο κανόνας είναι η συνεχής έρευνα και η πράξη να κινείται προς το σωστό. ―Ναι, γι’αυτό είπε η Ξένη κι εγώ χωρίς να γνωρίζω βαθιά το έργο του Μάο Τσε Τούνγκ, τον προτιμώ: «Αμφισβητείτε τις αυθεντίες», «Η λευτεριά είναι σύνδρομο απαγορεύσεων», «Έσται ρεαλιστές επιδιώκετε το αδύνατο», «Κατά το σοσιαλισμό ο εχθρός του λαού, τρυπώνει μέσ’το κόμμα» κ.λπ.

 185
 Είχαν ιδεολογικές διαφορές κι όποτε συζητούσαν πολιτικά διαφωνούσαν.   Η Ξένη είχε καρφώσει το βλέμμα της στην Νίκη που εκτίθεται στο υπόστεγο της στοάς. Αυτό το αριστούργημα φαίνεται σα να ίπταται, έχει χάσει το βάρος του.  Σηκώθηκαν και αργά-αργά με το νωχελικό τρόπο της Ξένης, βγήκαν απ’την πίσω πόρτα προς το Θησείο και πήραν το δρόμο για το σπίτι. Από κει ανέβηκαν την Αποστόλου Παύλου κι έφτασαν στη λιθόστρωτη διαμόρφωση του χώρου γύρω απ’την Ακρόπολη και του Φιλοπάππου απ’τον Πικιώνη. ―Είναι ένα απαράμιλλο έργο τέχνης είπε η Ξένη. Αυτό είναι παράδειγμα αισθητικής για όλες της κοινωνικές μας δραστηριότητες. Πήραν το δρομάκι προς τον άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη τον οποίον είχε αναμορφώσει ο Πικιώνης κι έκατσαν για λίγο στο θαυμάσιο καφενείο πίσω απ’τον Ναό, που η Ξένη λάτρευε τόσο. Ο Πικιώνης τα είχε δέσει όλα τόσο ωραία μεταξύ τους που όλος ο χώρος μαζί, μπροστά στην Ακρόπολη, γύρω απ’τον Ναό και το Φιλοπάππου ήταν ένα έργο τέχνης που όμως δεν πρόσβαλλε αυτό που προϋπήρχε. ―Έχουμε λοιπόν αξίες, μα τις σπρώχνουμε στο περιθώριο είπε η Ξένη. Ο Πικιώνης τελείωσε αυτό το αριστούργημα, αλλά φαίνεται ότι δεν εντυπωσίασε τους ηγέτες μας και τον παραμέρισαν. Αν δεν υπήρχε ο αμερικανικός παράγοντας στη διαμόρφωση και στην αναστήλωση της Στοάς του Αττάλου, όλοι αυτοί οι λαϊκοί καλλιτέχνες που δούλεψαν εκεί θα μας ήταν άγνωστοι. Ένας φίλος ‘μακρονησιώτης’ λαϊκός γλύπτης ο Κώστας Παπαδάκης μου είπε ότι όλοι οι χοντρομαρμαράδες στην αναστήλωση, ήταν μακρονησιώτες. Αφού όλο το σωματείο τους, όπως κι αυτό των τσαγκαράδων είχαν σταλεί αύτανδρα εξορία στη Μακρόνησο. Αν εξαρτάτο απ’το ελληνικό δημόσιο κανείς απ’τους εξαίρετους αυτούς τεχνήτες δε θα δούλευε εκεί. ―Μην ξεχνάς όμως ότι η αμερικανική αρχαιολογική υπηρεσία που έδρευε στη Αθήνα, είχε πολύ διαφορετικές αντιλήψεις απ’το επίσημο αμερικανικό κράτος όπου βασίλευε ο μακαρθισμός, είπε ο Σήφης.           Ο Σήφης παρήγγειλε καφέ κι η Ξένη πορτοκαλάδα, δεν έπινε  ούτε καφέ, ούτε τσάι, ούτε οινοπνευματώδη, ακόμα κι απ'

186
την πορτοκαλάδα της έπινε λίγο, δεν την τελείωνε ποτέ. Την αποτελείωνε πάντα ο Σήφης.  Αυτό περίεργο κορίτσι ακόμα και το πιάτο της, ό,τι φαγητό κι αν είχε, δεν το άδειαζε. Πάντα τ’αποτελείωνε με κάποια στοργή ο Σήφης. Ποτέ μα ποτέ δεν την είδε να τρώει λαίμαργα, ακόμα κι απ’τη νουγκατίνα της που τόσο λάτρευε, άφηνε πάντα λίγο.

Κάποια στιγμή η αναβολή μαζί με την πρακτική εξάσκηση στο γραφείο του θείου του τέλειωσε.  Το μωρό που είχε γεννηθεί, ήταν αγοράκι. Ο Σήφης έπρεπε να πάει στρατιώτης.  Εκκλήθει στην Κόρινθο, στο στρατόπεδο εκπαίδευσης υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών. Φυσικά δε εθεωρήθει ικανός λόγω οικογενειακού ιστορικού αντεθνικής δράσης. Ο αξιωματικός που έκανε τον τελικό έλεγχο των στοιχείων, έχοντας μπροστά του τον οπλίτη σε θέση προσοχής ήταν ο Στράτος Χαμηλοθώρης. Ένας γείτονας που καθόταν πίσω απ’τους Τρεις Ιεράρχες. Όταν ήλθε η σειρά του Σήφη τον διέταξε να πάει σε μια καρέκλα στο βάθος της αίθουσας και να περιμένει. Όταν έφυγαν οι άλλοι του ένευσε κι ο Σήφης προχώρησε τηρώντας το πρωτόκολλο. ―Έλα ρε Σήφη του είπε ο Ταγματάρχης, δε με ξέρεις; Ή κι συ με θεωρείς ταγματασφαλίτη όπως κάποιοι στη γειτονιά. Ο πατέρας σου κι εγώ είμασταν κολλητοί απ’το δημοτικό, το γυμνάσιο και μετά στη σχολή, την οποία δεν τελειώσαμε, γιατί ξέσπασε ο πόλεμος. Καταταγήκαμε μαζί εθελοντικά κι όταν έσπασε το μέτωπο, φύγαμε μαζί για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί μείναμε σ’ένα θείο μου λίγες μέρες. Μας βρήκαν ρούχα εισιτήριο και ταυτότητες  και φύγαμε για Αθήνα.  Εσύ είχες ήδη γεννηθεί και θα σε βάπτιζα εγώ.  Τα πράγματα όμως έτρεχαν έπρεπε να βγούμε στην Αντίσταση. Εκεί χωρίσαμε, εγώ μπήκα με κάποιο θείο μου σε μιαν δεξιά οργάνωση κι ο πατέρας σου στο ΕΑΜ.  Έμαθα ότι πιάστηκε και δολοφονήθηκε από ταγματασφαλίτες. Έκλαψα. Ήταν ιερό πλάσμα. Μπορεί να ήμουν ο κολλητός του αλλά αυτός ήταν ψηλότερος, δυνατότερος, εξυπνότερος, ηθικότερος ήταν μια απόκοσμη προσωπικότητα. Η Ασπασία η μάνα σου φυσικά αγάπησε αυτόν κι όχι εμένα. Τρία χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα σου, της ζήτησα το χέρι. Μ’ευχαρίστησε με ειλικρινή ευγένεια. ―Το πένθος μου δεν έχει λήξει ακόμα είπε.

187
Έμαθα αργότερα πως παντρεύτηκε τον Πάνο, αυτή ήταν η σοφότερη επιλογή.  Είναι εξαιρετικό παλικάρι. Το μόνο κακό είναι ότι δε με χωνεύει, χωρίς να του έχω κάνει τίποτα. Όσες φορές τον έχω χαιρετήσει με πρόθεση να τα πούμε, ξεφεύγει με ευγένεια.
      Αυτά λοιπόν στα λέω γιατί θέλω και μπορώ να παραβλέψω το δήθεν ‘αντεθνικό’ ιστορικό της οικογένειάς σου και να πας στη ΣΕΑΠ για έφεδρος αξιωματικός. Σήφη ξέρω ότι δεν είσαι αναμεμιγμένος όπως ο θείος σου, όμως αν δεχτείς, θέλω να με βεβαιώσεις ότι δε θα κάνεις καμιά κουτουράδα να μ’εκθέσεις. ―Κύριε ταγματάρχα ευχαριστώ αλλά δεν έχω διοικητικό ταλέντο, εξάλλου με το παιδί υπάρχει πιθανότητα να θεωρηθώ προστάτης οικογενείας και να υπηρετήσω δεκατρείς μήνες. ―Α ρε μπαγάσα είσαι κουμούνι σαν τον πατέρα σου. Αυτός μάλιστα ήταν κομουνιστής με τα όλα του. Είναι αξέχαστος άνθρωπος και νοιώθω τιμή που ήμουν φίλος του.  Κοίταξε, το θέμα της αίτησής σου θα το προωθήσω προσωπικά και θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Είπαμε υπάρχει και το οικογενειακό ιστορικό, κάποιοι θα βάζουν την αίτησή σου συνεχώς από κάτω μέχρι  να τελειώσει η θητεία σου.  Βέβαια από κει και πέρα είσαι μόνος σου κι αυτό σημαίνει τάγμα προφυλακής. Δηλαδή σύνορα. Ο Σήφης χτύπησε τα τακούνια του και χαιρέτησε. ―Ακόμα κι εκεί πάνω είναι η πατρίδα κύριε ταγματάρχα, του είπε.  Ο Χαμηλοθώρης σηκώθηκε τον αγκάλιασε και τον φίλησε. ―Είσαι ίδιος ο πατέρας σου είπε κι αυτό το φιλί του το χρωστούσα, όταν χωρίσαμε φύγαμε κάπως ψυχραμένοι. Είχε δακρύσει. ―Αν είχε δεχτεί τότε η μάνα σου θα ήσουνα τώρα γιος μου.

Εστάλη στην Καβάλα και μετά στο Διδυμότοιχο. Εκεί έβγαλε τη θητεία του. Κάθε μήνα η Ξένη πήγαινε και τον έβλεπε. Ο Λοχαγός τον αγαπούσε. Είχε παρατηρήσει ότι όλα τα παιδιά που έστελναν στα σύνορα δεν ήταν βουτυρόπαιδα, αλλά παιδιά του λαού, όπως κι ο ίδιος κι ότι είχαν χαρακτήρα και περηφάνια. Όλοι αυτοί των οικογενειών μ’ αντεθνική δράση ίσως ήταν πιο πατριώτες απ’τους πατριώτες.  Όταν πήγαινε η Ξένη, έδινε στο Σήφη άδεια με διανυχτέρευση. Προτού φύγει τού’βαζε στην τσέπη ένα εικοσάρικο ‘δανεικό’ για ξενοχείο.

188
Όταν ο Σήφης έκανε κόνξες μολονότι είχε «ανάγκη και κόψιμο», του έλεγε: ―Εγώ γράφω, όταν μετατεθώ κάποτε στην Αθήνα, θα βρίσκομαι κάθε μέρα στο δικηγορικό σου γραφείο. Ξέρεις τι δικολάγνος είμαι; Την άλλη μέρα πρωί η Ξένη έπαιρνε το τρένο κι έφευγε. Ήταν οι χειρότερες μέρες της ζωής τους. Στο χρόνο πάνω ο Σήφης πήρε ένα μήνα, την άδειά του. Εμφανίστηκε στη πόρτα, χωρίς να τους ειδοποιήσει,.  Άνοιξε η Ξένη. Μόλις τον είδε έκανε σαν τρελή. Έτρεξε δίπλα στη μάνα του και φώναζε ο Σήφης, ο Σήφης. Τον αγκάλιασε και το χόρευε γύρω-γύρω σαν παιδί. Έκλαιγε και γελούσε.
      Η Ξένη μια βδομάδα πριν, είχε πάει στη σχολή να δώσει το τελευταίο μάθημα που χρωστούσε. Όταν πήγε για τ’αποτελέσματα, καθώς έβλεπε τις καταστάσεις, κάποιος την άρπαξε βίαια και φιλικά από πίσω. Ταράχτηκε αφού ποτέ μα ποτέ δεν είχε δώσει σε κανέναν το θάρρος. Ήταν ο Μπούκουρας. Ενδόμυχα το είχε καταλάβει αφού αυτός μόνο την είχε αγκαλιάσει κι είχε το θάρρος και τη θρασύτητα να κάνει  τέτοιες  χοντράδες.  Γύρισε οργισμένη.  Τα μαύρα της μάτια είχαν μεγαλώσει ακόμα και πέταγαν φωτιές. Ήταν όμως τόσο άδολα χαρούμενος, έλαμπε όταν την είδε. Ήταν άλλος άνθρωπος. ―Πόλυ μολονότι ξέρεις τα βαθύτερα συναισθήματά μου, χάρηκα αληθινά για το γάμο σου και για το παιδάκι σου. Εκεί κόμπιασε. Το πρόσωπό του πόνεσε και χλώμιασε.  Η Πόλυ κατάλαβε.  Τον έπιασε σφιχτά απ’το χέρι, τόσο που τον πόνεσε. Μη σου περάσει απ’το νου και μην πεις λέξη του είπε.  Ο Μπούκουρας δάκρυσε.  ―Άρα κι συ ξέρεις της είπε. ―Δεν ξέρω τίποτα και δε θέλω να μάθω. Άλλαξαν κουβένα και προχώρησαν για λίγο σιωπηλοί. ―Οι μέρες, της είπε, ταιριάζουν πολύ. Η Πόλυ τού’δωσε ένα γερό χαστούκι. ―Ούτε στον ύπνο σου, ούτε στις πιο κρυφές σου σκέψεις.  Ο Μπούκουρας δάκρυσε. ―Ναι είμαι άθλιος, δε μου αξίζει ούτε να το σκεφτώ. Οι ευκαιρίες στη ζωή δεν τρέχουν απ’τη βρύση κι εγώ τη δική μου ευκαιρία την άφησα να φύγει. Έφυγε σχεδόν τρέχοντας με λυγμούς. Δεν πρόλαβε όμως ν’ακούσει την Ξένη:  ―Ευκαιρία δεν είχες ποτέ.

189
Μετά την έκπληξη της άδειας, εκείνο το βράδυ πήγαν όλοι μαζί στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Είχαν σχεδόν τελειώσει, όταν σηκώθηκε από κάπου ο Μπούκουρας κι αγκάλιασε το Σήφη εγκάρδια. ―Απολύθηκες φίλε; τον ρώτησε, δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που σε είδα.  Μάλλον ήταν κάπως πιωμένος γιατί όταν καληνυχτίστηκαν κι έφυγε, παραπατούσε.  Στην Ξένη δεν μίλησε κι όταν διασταυρώθηκε το βλέμμα τους, αυτός κατέβασε τα μάτια με κάποιαν ενοχή. Όσο για την Ξένη, τον κοίταξε σκοτεινιασμένη, μ’ένοχη απαξίωση. Αυτό ο Σήφης το είδε και τον πόνεσε. Του φάνηκε ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος το είχαν ξεπεράσει, αφού η Ξένη τον απέφυγε. Ένα αόρατο πονεμένο νήμα ένωσε και τους τρεις εκείνη τη στιγμή. Μολονότι όλοι πονούσαν, ο καθένας είχε τον δικό του πόνο.
      Εκείνο το βράδυ η Ξένη περίμενε εκείνον τον Σήφη που ήξερε. Απ’τη στιγμή που ήλθε, το μυαλό της είχε κολλήσει δικαιολογημένα στο κρεβάτι, τον ποθούσε. Έκανε σχέδια λαγνείας και δε μπορούσε να περιμένει.  Η Σάσια κατάλαβε. ―Σήμερα θα πάρω εγώ το παιδί είπε, θέλω να κοιμηθώ μαζί του.     Τα πράγματα όμως δεν εξελίχτηκαν όπως ήθελε η Ξένη. Ο Σήφης ήταν πολύ κουρασμένος κι έγνοια του στρατού δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Άσε που βγήκε μπροστά του κι ο Μπούκουρας «φάντης-μπαστούνης».  Η παρουσία του Μπούκουρα, του χάλασε όλη τη διάθεση, δεν έφευγε απ’το μυαλό του όλη νύχτα. Η νύχτα τους δεν είχε καθόλου πάθος, έκανε το καθήκον του λες και ήταν είκοσι χρόνια παντρεμένοι. Φυσικά η Ξένη κατάλαβε τα πάντα. Τον διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ήταν γι’αυτην φανερό ότι κανείς δεν είχε ξεχάσει κι αυτό την ανησύχησε. Εκείνο το γεγονός ξαναγύριζε πίσω και τους είχε στοιχειώσει.
    Την άλλη μέρα ο Σήφης πήγε στον κύριο Χαμηλοθώρη. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε η γυναίκα του. ―Πέρασε μέσα αγόρι μου του είπε με ανυπόκριτη ευγένεια. Σήφη παιδί μου ο Στράτος από στιγμή σε στιγμή έρχεται, σε παρακαλώ περίμενε. Μ’έχει πληροφορήσει για το αίτημά σου και μάλιστα χθές μου είπε ότι έγινε δεκτό. Ο Στράτος σ’αγαπάει σαν παιδί του αφού εμείς δεν αξιωθήκαμε και χάρηκε πάρα πολύ. Κάτσε στο σαλονάκι κι εγώ θα σου

190
φέρω λίγο σπιτικό γλυκό κουταλιού που έφιαξα με τα χέρια μου. Όταν μπήκε μέσα ο κύριος Χαμηλοθώρης, ο Σήφης πετάχτηκε σαν ελατήριο και τον χαιρέτησε στρατιωτικά. Αυτός έβαλε τα γέλια. ―Έλα ρε Σήφη πρώτον δεν είμαστε στο στρατό και δεύτερον με χαιρετάς στρατιωτικά χωρίς τη στολή. Ήταν τόσο εγκάρδιος όμως που κι ο Σήφης ξέσπασε στα γέλια. ―Έτσι μπράβο ρε γειτονάκι. Και που το ξέρεις; μπορεί να έλθετε στα πράγματα και να με ξελασπώσεις και συ κάποτε.
     Το έγγραφό είχε μεταβιβαστεί κι ο Σήφης μετά την άδεια θ’απολυόταν. ―Θα μας κάνεις τη χάρη να φάμε μαζί, είπε η κυρία Χαμηλοθώρη.  ―Μην αρνηθείς γιατί θα πάρω το έγγραφο πίσω του είπε ο Χαμηλοθώρης γελώντας. ―Αν είναι έτσι είμαι δέσμιος και δε μπορώ να κάνω αλλιώς.  

Απόλύθηκε. Είχε δημιουργήσει στο στρατό κάποιες επαφές με κύκλους της Ένωσης Κέντρου οι οποίες πρόσκειντο στον Αντρέα. Έλεγαν τότε ότι ο Αντρέας ήταν έτοιμος ν’αναλάβει και μάλιστα θεωρείτο αριστερός.  Με λίγα λόγια ο Αντρέας σου έδινε και την πίτα αφάγωτη  και το σκύλο χορτάτο.  Αν ήθελες μπορούσες νά’σαι αριστερός και να  μη σε κυνηγάνε.
     Η Ξένη το πήρε κάπως άσχημα, έβλεπε ότι ο Σήφης έκανε μιαν ιδεολογική στροφή που θα του κόστιζε ηθικά. Τον κάρφωσε με τα μάτια χωρίς να λέει τίποτα. Αυτός κατέβασε το κεφάλι και μετά από λίγο το ανέβασε αποφασιστικά.
―Αγάπη μου δεν ήμαστε μόνοι πια, φέραμε αυτό το παιδί στον κόσμο χωρίς να το ρωτήσουμε, τουλάχιστον ας του δημιουργήσουμε συνθήκες για μιαν άνετη ζωή.  Εξάλλου δε θέλω η αγαπημένη μου, που είναι περήφανη να ταπεινώνεται κάνοντας υποχωρήσεις σε μιαν εργασία που δεν της ταιριάζει. Αν κάποιος πρέπει να λυγίσει, αυτός ας είμαι εγώ.
     Όταν τό’μαθε ο Πάνος πικράθηκε μα δεν είπε τίποτα. Οι αριστεροί της γειτονιάς είχαν επενδύσει στην παρουσία του μέσα στο κίνημα. Εξάλλου θα ντρόπιαζε τ’όνομα του πατέρα του.  Ο Σήφης ξεκαθάρισε ότι είχε πάρει τις αποφάσεις του. Μέχρι κι ο Αντώνης Αντωνιάδης είχε πάει να τον βρεί που ο Σήφης τον αγαπούσε, όμως έσφιξε την καρδιά του. ―Κυρ Αντώνη  εγώ θα είμαι πάντα δικός σας,  πειράζει αν βρίσκομαι μέσα στις γραμμές
της αριστεράς του κέντρου; ―Καλό ταξίδι σύντροφε, του είπε ο Αντώνης. Φοβάμαι όμως ότι θα χάσεις το δρόμο σου εκεί μέσα.

191
―Αγάπη μου, είχε πει στην Ξένη, θα μπω στο δημόσιο και θα ανελιχθώ γρήγορα. Εσύ θα σταματήσεις τη δουλειά, θα φροντίζεις το παιδί μας και γιατί όχι, ίσως κάνουμε κι άλλο
ένα.   Η Ξένη ντράπηκε, ένιωσε ότι άθελά της τον είχε παγιδέψει. Ήλπιζε τουλάχιστον να μην κατρακυλήσει άλλο. Απ’την άλλη όμως κάτι αντίδρομο ανέβηκε μέσα της. Δεν έφταιγε απόλυτα αυτή, ήταν ο Σήφης που έκανε αυτή την επιλογή και μάλιστα χωρίς να τη ρωτήσει. Είχε διαπιστώσει επίσης ότι ο Σήφης μετά το στρατό δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε αγαπήσει και είχε ποθήσει παράφορα. Λες και εκεί του είχαν αφαιρέσει την ψυχή βάζοντάς του μιαν άλλη.   Κάποιοι μίλησαν κι ο Σήφης βρέθηκε στο υπουργείο πολιτισμού και επιστημών. Υπήρχαν εκεί κύκλοι που προωθούσαν όποιον ήθελαν ταχύτατα. Εξαλλου έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους ανερχόμενους κύκλους της σοσιαλδημοκρατίας. Όπου τον έβαζαν έδειχνε περισσότερο από άξιος.  Μέσα σε λίγο διάστημα δε γινόταν τίποτα αν ο Σήφης δεν είχε ενημερώσει τον υπουργό για τα οφέλη και τις απώλειες της όποιας επιλογής.  Ο Σήφης είχε γίνει η εύκολη λύση του υπουργού και μάλιστα του έφερνε μερικές φορές κι ερωτήματα από άλλους υπουργούς.  Τότε έπαιρνε φακέλους και τους επεξεργάζετο στο σπίτι.  Όταν πια πελάγωνε ζητούσε τη βοήθεια της Ξένης. Η Ξένη που ήταν μια φοβερή διανοητική μηχανή σε απραξία, δέχτηκε αυτήν την πρόταση σαν βάλσαμο. Ήταν φορές που καθόταν αποσβολωμένη στο γραφείο. Ούτε διάβαζε, ούτε άκουγε μουσική, νόμιζε κανείς ότι απλά χάζευε. Κάποτε ο Σήφης τη σκούντησε επίτηδες γιατί ήταν εκεί ακίνητη πάνω από μία ώρα κι ανησύχησε.  Αυτή ταράχτηκε και τον κοίταξε αγριεμένη, τα μάτια της πέταγαν μαύρη φωτιά, σα να είχε έλθει από άλλο κόσμο. ―Μην το ξανακάνεις αυτό γιατί μπορεί να μείνω εκεί και να μη γυρίσω, του είπε.  ―Με συγχωρείς αλλά ήσουν έτσι μία ώρα και δέκα λεπτά. Τρόμαξα! Η Ξένη γέλασε.―Ασκώ την τέχνη της νόησής μου, του είπε.  Και του εξήγησε πως όταν έχει πολύ καιρό να φέρει σε πέρας κάποιο διανοητικό πόνημα,

192
σκέφτεται αφηρημένα κάποια δικά της.   Έτσι ο φόρτος εργασίας που μπήκε στο γραφείο ήταν διανοητική τροφή γι αυτήν. Ήταν σαν το νέο αθλητή που δε μπορούσε να κάτσει στην καρέκλα γιατί το καθισιό τον κούραζε. Ακόμα και τα θέματα που επεξεργαζόταν ο Σήφης τα ξανάβλεπε κι έκανε διορθώσεις. Έτσι ο Σήφης απλά έφερνε δουλειά στο σπίτι, η Ξένη την διεκπεραίωνε και τον ενημέρωνε κι όλας, δηλαδή τον δίδασκε πως θα ενημερώσει τους αρμοδίους.  Στις όποιες εύλογες απορίες τους στο υπουργείο ο Σήφης δεν απαντούσε αμέσως, αλλά ζητούσε να είναι γραπτές για να μη γίνει κάποιο λάθος και τις επεξεργαζόταν στο σπίτι. Η Ξένη συνέτασσε τις απαντήσεις και δεν ήταν λίγες φορές που δημιουργείτο κάποιος διάλογος που απολάμβανε πάρα πολύ. Μάλιστα είχε κατατάξει τους ερωτώντες σε νοητικές βαθμίδες και κατηγορίες με την ανάλογη αξιολόγηση. Μερικές φορές για να παίξει, έδινε στο Σήφη και τα πιθανά ερωτήματα που θα υπέβαλλε ο ενδιαφερόμενος και σπάνια έπεφτε έξω. Ήταν ένα παίγνιο που της είχε γίνει απαραίτητο όπως για κάποιον το τσιγάρο ή το αλκοόλ. Όταν ετίθεντο τα ερωτήματα, η δόμηση των επιχειρημάτων της ήταν τόσο εμπεριστατωμένη, που δεν σήκωναν αντιρρήσεις ούτε μπορούσαν ν’ανατραπούν. Τα επιχειρήματα έπεφταν σαν ριπές με λιτότητα κι ακρίβεια σαν να τα φύτευε στο μυαλό αυτού που ερωτούσε.  Η εικόνα του Σήφη ανέβηκε γρήγορα, τον αναζητούσαν και σ’άλλα υπουργεία.  Σχεδόν αυτόματα σ’ ένα χρόνο παραμερίστηκε το πρωτόκολλο και βρέθηκε σε ηλικία εικοσιέξι χρονών Γραμματέας Α΄.  Στο γραφείο του, δηλαδή στο γραφείο της η Ξένη, είχε βάλει ένα κάθετο έπιπλο σαν βιβλιοθήκη με στενά κάθετα ράφια κι είχε κατάξει το υλικό. Είχε γλιτώσει έτσι κι απ’τις δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα του παιδιού αφού η Σάσια που ήξερε τι γινόταν φρόντιζε για τα πάντα.  Η Ξένη σηκωνόταν στις επτά το πρωί έπινε ένα γάλα έβαζε χαμηλά μουσική κι άρχιζε τη δουλειά προτού φύγει ο Σήφης.  Ήταν στο στοιχείο της. Κάποιες φορές της έφερνε και τους λόγους που έπρεπε να εκφωνήσουν κάποιοι υπουργοί.  

193
     Ένας νέος «επαναστάτης» υπουργός του έστειλε μια νεαρά και πανέμορφη γραμματέα, για να τον ξεκουράζει. Πήγε στο γραφείο του υπουργού. ―Δεν τη χρειάζομαι κύριε υπουργέ. ―Αμάν ρε Σήφη είσαι πολύ ξενέρωτος. Πρώτα απ’όλα όταν είμαστε μόνοι δεν είμαι ο υπουργός, αλλά ο Γιάννης, κι έπειτα ας το κοριτσάκι να φάει ψωμάκι κι αυτό θα βρεί τρόπο να σε ξεκουράζει, να σε χαλαρώσει απ’το στρές. Που ζεις αδελφέ μου; Και τού’ κλεισε πονηρά το μάτι.   Ο Σήφης τότε κατάλαβε πως ό,τι έλεγαν για τις ωραίες γραμματείς δε ήταν τελείως ψέμα. Αυτό μολονότι θεωρούσε πρόστυχο κι αντιαισθητικό, η σκέψη του άρχισε να το συνηθίζει, για έναν λόγο πάρα πάνω, που το ντεκολτέ της ήταν πολύ ανοιχτό κι η φούστα της πολύ κοντή. Κάθε φορά που έφερνε έγγραφα ή έσκυβε περισσότερο απ’το δέον πάνω του ή κάποιες φορές της έπεφταν κι όσο να τα μαζέψει αποκάλυπτε όλα τα δώρα που της είχε χαρίσει η φύση.  Άρχισε να κάνει πρόστυχες σκέψεις γι’αυτήν και μάλιστα σκεφτόναν πως να την αναγκάσει ν’αποκαλύπτει τα ποθητά σημεία του σώματός της. Αυτή που μπορεί να μην ήταν καλή γραμματεύς, στον έρωτα έπιανε πουλιά στον αέρα και τον ψώνισε αμέσως. Το πρώτο βήμα ήταν το κλασικό. Καθώς αυτός ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, όταν του έφερνε την αλληλογραφία παραπάτησε κι έπεσε στη αγκαλιά του. Αυτός αναστατώθηκε, το σώμα του θυμήθηκε τους παθιασμένους έρωτες με την Ξένη, τα βίαια ερωτικά παιγνίδια και τα αχαλίνωτα βράδια. Από μέσα του άρχισε ν’ανεβαίνει εκείνο το σκοτεινό το ξεχασμένο αρσενικό που είχε κρυφτεί. Κι αυτή που καταλάβαινε ότι συνεχώς κέρδιζε, του έδειχνε όλο και περισσότερο τα βυζάκια και τα μπουτάκια της. Ο Σήφης παρατήρησε ότι ήταν ένα τρυφερό θυλικό-θυλικό με τα όλα του, που με το παραμικρό κατάφερνε ν’αναστώνει την ηρεμία του άντρα.  Πολλές φορές έπιανε τον εαυτό του, όταν αυτή ‘εργαζόταν’ να την ζαχαρώνει και να τον χαϊδεύει. Δεν μπορούσε άλλο, πήρε την απόφαση. ―Πόπη, (δεν την φώναξε με το πατρικό της) πάρε αυτή την κατάσταση κι αυτό το κλειδί και πήγαινε κάτω στο υπόγειο να φέρεις αυτούς τους φακέλους. Όταν έφευγε κουνούσε χαριτωμένα το κωλαράκι της κι αυτός την κοιτούσε σα χαμένος. Αυτή έξαφνα

194
γύρισε, μάλλον για να βεβαιωθεί ότι κοίταζε και του χαμογέλασε πονηρά. ―Σ’αυτό το παιχνίδι φίλε κύριε προϊστάμενε σκέφτηκε θα διευθύνω εγώ.  Αυτός είχε ανάψει, ήθελε να κατέβει κάτω και να την κουτουπώσει. Αυτή ξανανέβηκε σχεδόν αμέσως.―Κύριε διευθυντά χίλια συγνώμη και πήρε ένα ύφος ένοχης αθωότητας.  Μ’έπιασε πανικός μόνη μου εκεί κάτω, άσε που δε θα μπορούσα μόνη μου να τα βρω. Ο Σήφης σηκώθηκε και τη χάιδεψε στα μαλλάκια φιλικά.  Άντε για πρωτή φορά θα πάμε μαζί για να μάθεις. Αυτή ‘αυθόρμητα’ και με πάρα πολύ χάρη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Ο Σήφης που δεν το περίμενε, αλλά η στεγνή ψυχή του το δέχτηκε σαν βάλσαμο, έπρεπε να κρατήσει τα προσχήματα και της είπε χαριτωμένα.―Έεπ φρόνιμααα. Μπήκαν μαζί στον ανελκυστήρα, κι αυτή κολλούσε τάχα αδιάφορα πάνω του. Τον είχε ανάψει για καλά. Όταν κατέβηκαν η Πόπη που κρατούσε ακόμα το κλειδί άνοιξε και μόλις μπήκαν άναψε το φως και κλείδωσε.  Ο Σήφης κατάλαβε ήταν πια όλα έτοιμα.  Η Πόπη φαινόταν να ξέρει τα κατατόπια, μολονότι του είχε πει ότι εκεί μέσα φοβάται. Τον οδήγησε σ’ένα μικρό δωματιάκι σαν γραφείο. Εκεί στη μια μεριά, υπήρχε τραπεζάκι και καρέκλα όπου θα καθόταν όποιος ήθελε να διαβάσει τον κατάλογο των καταχωρήσεων.  Στην άλλη πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα μικρό μπουφεδάκι, σαλονάκι και κρεβάτι. Η Πόπη άνοιξε το μπουφεδάκι κι ‘εκπληκτη’ διαπίστωσε ότι υπήρχαν ποτήρια και ουίσκι. ―Αυτό μάλιστα! είπε χαρούμενη σαν ν’ανακάλυπτε θησαυρό. Κερνάω. Κι έβαλε λίγο στα ποτήρια. Πλησίασε τον Σήφη που ήταν πια σε πλήρη στύση και δεν τό’κρυβε. Του πρόσφερε το ποτήρι χαδιάρικα. Ο Σήφης δεν ήπιε, τ’ακούμπησε στο τραπέζι και την αγκάλιασε. Αυτή εντέχνως μα σαφώς τον έσυρε στο κρεβάτι.  Άρχισε να γδύνεται με νάζι, του έκανε στριπτίζ. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και πήρε μια πόζα προκλητική. Ήταν ολόγυμνη. ―Έλα αγόρι μου του είπε τι περιμένεις δε θα γδυθείς, έλα δεν κρατέμαι, θέλω γαμήσι. Μπήκε δηλαδή αμέσως στα βαθιά. ―Αυτό το κοριτσάκι ήξερε τόσο τον άντρα, σκέφτηκε ο Σήφης.  Κατρακύλησε στο ίδιο

195
βάραθρο που κάποτε βούλιαζε με τη Ξένη.  Ένιωσε κάποιες αναστολές. Πως μπορούσε να το κάνει αυτό στη γυναίκα που λάτρευε! Αμέσως ένιωσε ότι η Ξένη του το χρωστούσε. Δικαιούτο κι αυτός έστω και μια φορά. Αυτός δεν είχε πάει ποτέ σαν άντρας μ’άλλη γυναίκα.  Ούτε σε μπουρδέλο, μολονότι οι φίλοι του όλοι, είχαν απ’τα δεκαοκτώ τους πάει. Οι κυρίες εκεί μολονότι μισούσαν τους άντρες γιατί κάθε μια απ’αυτές κατέληξε εκεί εξαιτίας κάποιου επίορκου, τα παιδιά όμως αυτά τα σεβόντουσαν και τους εφέροντο διακριτικά και με καλοσύνη.
    Αυτή ήπιε το χάπι της. Ο Σήφης γδύθηκε γρήγορα κι έπεσε πάνω της. ―Τώρα μπορείς να κάνεις τα πάντα αγόρι μου του είπε. Όσο ο Σήφης ασκούσε περισσότερη βία πάνω της, αυτή ήθελε ακόμα περισσότερο. Αυτό τον σεληνίαζε. Οργίασε μέσα της. Ο πανίσχυρος διευθυντής που την έσυρε καταχτητής στο κρεβάτι και την έβαλε κάτω, ήταν τώρα σκυλάκι ανάμεσα στα μπούτια της και κουνούσε ‘θριαμβευτικά’ την ουρά του. Η Πόπη σηκώθηκε γρήγορα και φιάχτηκε στον καθρεφτη.  ―Ο Κύριος διευθυντής είπε σοβαρά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους, πρέπει να πάει στο γραφείο. Λείψαμε είκοσι λεπτά. Μπορεί να δημιουργηθούν παραξηγήσεις. Ο Σήφης εξεπλάγη η Πόπη άλλαξε προσωπικότητα, τον κάλεσε κύριο διευθυντή κι όχι αγόρι της ή κάτι τέτοιο. Καθώς περπατούσαν κάποιοι κοίταξαν πονηρά, τότε αυτή τον ρώτησε για υποθετικούς φακέλους ώστε να θολώσει τα νερά. ―Είναι θησαυρός σκέφτηκε ο Σήφης. Όταν μπήκαν στο γραφείο του έδωσε διακριτικά μια καρτούλα, που είχε το τηλέφωνο και τη δυεύθυνσή της. ―Αν το θέλει ο κύριος διευθυντής, μάλλον εκεί θα πρέπει να με βρίσκει.
     Εκείνο το βράδυ ο Σήφης ένιωσε το σώμα του να ξαναξυπνά. Μόλις έβαλαν το παιδί για ύπνο την πλησίασε ο άλλος, ο άντρας που ποθούσε. Η Ξένη ένοιωσε τον έρωτα ν’ανεβαίνει από το έρεβος του πόθου. Εκείνο το βράδυ όμως είχε έναν διαβολεμένο πονοκέφαλο. Δεν μπόρεσε να φέρει στην επιφάνεια τον εαυτό της. Δεν ήταν η Ξένη. Το σώμα της δεν υπάκουσε.  Ο Σήφης τη χάρηκε, ακόμα τον κράτησε μέσα της όταν οργίασε, αλλά ήταν

196
ολοφάνερο ότι η Ξένη δεν συμμετείχε. Από τότε κάτι έσπασε μέσα του, δε μπορούσε να την αρπάξει και να την ξεσκίσει. Όλα ήταν καθωσπρέπει κι Ξένη ήταν η κυρία του που αγαπούσε και σεβόταν, αλλά δεν μπορούσε να της κάνει όλα όσα κάνουν οι άντρες στις πουτανίτσες τους. Την πήρε με τρυφερότητα στην αγκαλιά του κι αυτή αποκοιμήθηκε. Ήταν μάνα, η σύζυγος, η κόρη, η αδελφή του, αλλά δεν ήταν το πουτανάκι που λαχταρούσε.  Ήταν ο ιερός ιστός που συγκρατούσε το Είναι και την οικογένειά του, αλλά όχι το ιερό έρεβος του πόθου που τον διέλυε.

Λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης Θεσσαλονίκης, ο υπουργός τον έστειλε για μια τελική επίβλεψη. Θα συναντούσε τα οργανωτικά στελέχη και θά’βλεπε αν υπάρχει κάποια παράληψη. ―Σήφη θα μείνεις εκεί μια βδομάδα και θα σε μπαφιάσουν όλ’αυτά τα στουρνάρια.  Πάρε μαζί σου την Πόπη να σε ξεκουράζει, του είπε πολύ σοβαρά, είναι θησαυρός.  Ο Σήφης είχε κάποιες αναστολές.  Με τη γυναίκα του είχαν αρχίσει να ξαναβρίσκουν την ισορροπία τους, βέβαια η Πόπη ήταν ένας πειρασμός. Ακόμα φοβόταν μην τον πάρει κάποιο μάτι αφού η έκθεση θα είχε πολύ κόσμο. Όμως δεν άντεξε και την πήρε. Το πρώτο βράδυ της πρότεινε να βγουν σε κέντρο διασκέδασης για να ξεσκάσει. Αυτή τον απέτρεψε. ―Εγώ, όπως θα γνωρίζει ο κύριος διευθυντής, δεν είμαι κλασική γραμματεύς ούτε έχω τα προσόντα για κάτι τέτοιο. Ξέρω όμως ότι ήλθαμε για δουλειά και δε δικαιούμαι να επιθυμώ τίποτα.  Το ουσιαστικό μου καθήκον είναι η σωστή διαβίωσή σας. Ας πούμε είμαι η εναλλακτική σας σύζυγος.  Όταν ο κύριος διευθυντής σταματά της εργασία του, αν το επιτρέπει, αναλαμβάνω εγώ τη διεύθυνση. Προτείνω λοιπόν ένα κρυφό και καλό ταβερνάκι κι έπειτα στο ‘σπίτι’, ένα κάλο μπάνιο κι ένα μασάζ. Μετά απ’αυτό ό,τι επιθυμεί ο ‘σύζυγος’. Βέβαια αν ο κύριος θέλει οπωσδήποτε κάποιαν άλλη διασκέδαση όλ’αλλάζουν, εγώ όμως έχω καθήκον να τον φροντίσω όπως πρέπει. Και τον βεβαιώνω ότι δεν θα μετανιώσει.

197
      Στο Σήφη άρεσε αυτή η φροντίδα, η Πόπη, τον έκανε να νιώθει κάτι περισσότερο απ’ότι είναι.  Ένα νέο κορίτσι είχε με κάποιο τρόπο διδαχθεί να τον φροντίζει. Δηλαδή αυτός ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο που η πολιτεία είχε φροντίσει ακόμα κι αυτό. Η Πόπη τα έκανε όλα τόσο άνετα κι απλά που έσπασε τελείως κάθε αμηχανία. Ήταν καλλιτέχνις στο είδος της.  Την κοίταξε με τρυφερότητα.  ―Αγάπη μου της είπε με την οικειότητα που δημιουργούσε η συμπεριφορά της, έλα δω. Αυτή αμέσως κούρνιασε στη αγκαλιά του. Βρε πουλάκι μου έχεις τα νιάτα σου και τόσα προσόντα, γιατί διάλεξες αυτό το επάγγελμα; Η Πόπη βγήκε απ’την αγκαλιά του, έβγαλε ένα πακέτο που είχε μέσα ένα και τελευταίο τσιγάρο.  Έσφιξε μέσ’τη χουφτίτσα της το πακέτο και το πέταξε από απόσταση με μαγκιά στον κάλαθο. Άναψε το τσιγάρο και τον κοίταξε στα μάτια. Έβαλε στην άκρη τα κυριλίκια και το πρωτόκολλο.  Έκανε μια βαθιά ρουφηξιά, φαίνεται ότι ο καπνός τη ζάλισε λίγο. Αυτό θα πει ότι δεν ήταν τακτική και φανατική καπνίστρια.  ―Σήφη, τον κάλεσε φιλικά με τ’όνομά του. Μια κοπέλα που πρέπει να δουλέψει  για να ζήσει, όπου κι αν πάει δέχεται παρενοχλήσεις ήπιες ή βίαιες,
που δεν σταματούν αν δεν υποκύψει. Στην τελευταία ‘τίμια’ εργασία μου τ’αφεντικό με τρέλανε στο παραμύθι, μέχρι γάμο μου έταξε. Μετά τον αρραβώνα και μέσα στο σπίτι της μάνας του με ξεπαρθένεψε. Εγώ τότε ήμουν δεκαενιά χρονών. Ήμουν η αγαπημένη του κι η διευθύντρια του μαγαζιού, που ήταν τέλος πάντων η περιουσία μου. Όταν ενηλικιώθηκα, η συμπεριφορά του άλλαξε. Έφερε μια κουκλίτσα στο μαγαζί για να με βοηθάει. Κάποτε μου είπε να τη στείλω στην αποθήκη για να ελέγξει την ποσότητα κάποιων εμπορευμάτων. Αυτή αργούσε. ―Πήγαινε να δεις τι κάνει το στραβάδι μου είπε. Ή μάλλον όχι θα πάω εγώ για να καταλάβω που έχει μπλέξει κι αν είναι σε θέση να δουλέψει εδώ.  Πήγε κι αυτός και χάθηκε. Ανησύχησα γιατί οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν ήταν σωστές. Κατέβηκα κάτω και βρήκα τον αραβωνιαστικό μου καβάλα στην πιτσιρίκα. Κι ενώ με είδαν συνέχισαν μέχρι να τελειώσουν. Τα μάζεψα κι έφυγα. Στο υπουργείο μ’έφερε ο καφετζής για γκαρσονάκι. Μου κόλλαγε άγρια μέχρι που κάποιος υπουργός με διπλάρωσε. Είπα μέσα μου: Πόπη αυτή είναι η ευκαιρία σου και την άρπαξα.   Όμως μη σου φανεί ότι είμαι και θύμα, μπήκα γρήγορα

198
στο κόλπο και μ’άρεσε. Εγώ καλλιέργησα το ταλέντο μου κι έγινα κάτι σαν γκέισα. Διαβάζω, μαθαίνω και αναπτύσσομαι. Και τόνισε με χάρη: είμαι επιστήμων πουτανάκι και μ’αρέσει. Κι αλλάζοντας προσωπείο και φρασεολογία τον ρώτησε: λοιπόν ο κύριος θ’ακολουθήσει το πρόγραμμά μου; Ο Σήφης που είχε εκπλαγεί την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φιλάκι στα μαλλιά. ―Έχει δίκιο λοιπόν ο κύριος υπουργός που λέει ότι είσαι ένας θησαυρός!  Η Πόπη τον κοίταξε και μουρμούρισε χαριτωμένα. Είναι αυτός ένας! Τώρα έχει βρει κάτι καλύτερο από μένα. Αυτή όμως μπορεί να τον τυλίξει. Ξαφνικά σώπασε. Έκανα σοβαρό λάθος, είπε. Ποτέ μα ποτέ δεν μιλάμε για την προσωπική ζωή των ‘φίλων’, όμως η συναισθηματική φόρτιση απ’το ενδιαφέρον και την ανθρωπιά σας με παρέσυρε.  Ο Σήφης έβλεπε μπροστά του μιαν άλλη Ξένη, αντίθετη.  Μέσα στο ερωτικά σκοτισμένο μυαλό του, διέκρινε τον πόθο να τις έχει και τις δύο μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Όπως τα χειλάκια της ανοιγόκλειναν όταν μιλούσε του ήλθε να τη ρίξει κάτω και να τα δαγκώσει. ―Τέλος πάντων της είπε, ας πάμε τη βόλτα που πρότεινες. ―Ο κύριος διευθυντής έχει μεσάνυχτα από έρωτα είπε ναζιάρικα. Η προεργασία της βόλτας, μετά τη συζήτησή μας δεν χρειάζεται πια.  ―Γιατί ρώτησε ο Σήφης. ―Αγάπη μου εσύ δεν το νιώθεις. Θέλεις αυτή τη στιγμή που έχεις ανάψει να σε ξενερώσω με βόλτα;  Έλα δώ του είπε αυταρχικά και τον τράβηξε απ’τη γραβάτα σαν σκυλάκι. Ο Σήφης αναστατώθηκε. Πόσο ήθελε γονατίσει στην ερωτική της εξουσία;  Να του αποκαλύψει τα ερωτικά της μυστικά!  Της έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Η Πόπη είχε ήδη γδυθεί κι άρχισε ιεροτελεστικά να πετά σαν παιγνίδι ένα-ένα τα ρούχα από πάνω του, έως ότου τον γύμνωσε.  Αυτός την έριξε στο κρεβάτι κι έπεσε πάνω της. Αυτή τον έσπρωξε χαδιάρικα και κούνησε αρνητικά το δείχτη του χεριού της μ’ένα ναζιάρικο αυταρχισμό. ―Όχι, όχι αγάπη μου δε βρισκόμαστε στο υπουργείο, εδώ εγώ έχω το πρόσταγμα. Καβάλησε πάνω του και τού’δωσε ναζιάρικα δυο χαστουκάκια. ―Κακό παι-δί, θέλεις εσύ ένα ξύλο, είπαμε πως θα κάνεις ό,τι λέω. Πετάχτηκε απ’το κρεβάτι και τον τράβηξε με χαριτωμένη βία. ―Πρώτα θα σου κάνω ένα μπάνιο και μετά βλέπουμε.

199
Την ακολούθησε υπνωτισμένος σ’αυτό το ηδονικό σύννεφο.  Η μπανιέρα ήταν τόσο μεγάλη που χωρούσαν κι οι δυο. Έπλυνε αργά-αργά με φροντίδα όλα τα μέρη του σώματός του, λες και έκανε ιεροτελεστία.  Αυτός είχε παραδοθεί κι ήταν έτοιμος να εκσπερματώσει. Αυτή τον κατάλαβε και τού’δωσε μια γερή τσιμπιά στον μηρό. Τού’δωσε κι ένα φιλάκι. ―Μη σε χάσω τώρα του είπε. Έχουμε πολύ δρόμο ως το βράδυ. Την έπλυνε κι αυτός.  Σκουπίστηκαν και τον έσυρε απ’τη στύση στο κρεβάτι. Ξάπλωσε νωχελικά. Έβαλε το ένα της χέρι ανάμεσα στα μαλλιά και το άλλο το άπλωσε στη θέση της παράδοσης.  Είχε πρόσωπο σαν κουκλάκι αλλά αυτό που λαχταρούσε ήταν τα χειλάκια της. Τα βυζάκια της ήταν μετρίου μεγέθους κι ρόγες απ’τον ερεθισμό είχαν μεγαλώσει σα φουντούκια.  Οι γοφοί της ήταν κάπως μεγαλύτεροι απ’ότι θα ήθελε ο αισθητικός κανόνας, τα μπουτάκια της κάπως παχύτερα και τα κοντά ποδαράκια της ήταν περισσότερο απ’ότι πρέπει παχουλά. Το σώμα της είχε μια ερωτική ειλικρίνεια που έδειχνε ότι δεν έψαχνε την τελειώτητα. Ήξερε να χρησιμοποιεί αυτά το όπλα με τόση θηλυκότητα που φάνταζε σαν πρότυπο του έρωτα. Μολονότι ήταν υποταγμένος δεν άντεχε άλλη αναμονή. Παραμέρισε τη συμφωνία για το πρόσταγμα. Εξάλλου είχαν γεμίσει παντού βλέννες. Της σήκωσε τα ποδαράκια. Από τις πατουσίτσες ως το σκοτεινό βάθος του πόθου, ήταν όλα τόσο τρυφερά που την ένιωθε σαν κοτούλα που είχε πέσει στα νύχια αετού. Το προσωπάκι της έδειχνε ερωτική έξαρση. Είχε πιει το χάπι της κι ήταν έτοιμη για όλα.  Ο ξεχασμένος του εαυτός ξαναγύρισε φέρνοντας πίσω όλο του το βίαιο σκοτάδι. Την ξέσκισε και ξεθύμανε. Έμεινε πάνω της εξουθενωμένος.  Αυτή παραμέρισε και τον ξάπλωσε ανάσκελα. Του τον πήρε κι άρχιζε να τον σκουπίζει τρυφερά απ’τις βλέννες. Αυτός ένοιωσε την ηδονική φροντίδα των χεριών της. Με το ένα χέρι τον κρατούσε και με το άλλο τον σκούπιζε σαν χάδι. Ένιωσε τόσο κολακευμένος! Έν’αγγελουδάκι, ενώ είχαν πια τελειώσει, ήταν αφοσιωμένο στην φροντίδα του μπούτσου του. Νόμιζε ότι είχαν πια περάσει τα όρια. Μπορεί  να τον σιχαινόταν κιόλας.  Θέλησε να σηκωθεί, να πάει για μπάνιο. Αυτή τον κράτησε. Αγάπη μου δεν είπα εγώ ακόμα την

200
τελευταία κουβέντα.  Ζήτησε καφέ τηλεφωνικώς και της τον έφεραν γρήγορα. Φόρεσε τη ρόμπα της και σπέπασε το Σήφη με το σεντόνι. Ζήτησε στο γκαρσονάκι να μπει και να σερβίρει στο κομοδίνο τους. ―Πήγαινε να πάρεις μπωρμπουάρ απ’τον αφέντη μου, είπε. Αυτός σαστισμένος πλησίασε το Σήφη που ήταν σ’αμηχανία. Τού’δωσε ένα κατοστάρικο. Η Πόπη άνοιξε το πορτοφόλι του κι έδωσε άλλο ένα πεντακοσάρικο. ―Μικρέ θέλω τ’όνομά σου για να μας σερβίρεις εσύ. ―Δημητράκη θα είσαι ο προσωπικός μου καμαριέρης, και τού’κλεισε πονηρά το μάτι έτσι που να δει κι ο Σήφης. Όταν έφυγε ο νεαρός τη ρώτησε: τι σκαρώνεις βρε διαβολάκι; ―Τίποτα το σπουδαίο, απλά ξανακερδίζω το ερωτικό μου κύρος που παραβίασες. Έριξε τη ρόμπα της κάτω και τον ξεσκέπασε.  ―Ήταν πολύ ηδονικό να είναι ξαπλωμένος και γυμνός μ’αυτό το κουκλάκι, ενώ είχαν προήγουμένως ολοκληρώσει τον ερωτικό τους κύκλο. Δηλαδή ήταν καί αυτό ένα ηδονικό παίγνιο της Πόπης.  ―Να είχαμε ένα τσιγάρο! ―Εγώ δεν είμαι καπνιστής είπε ο Σήφης. ―Ούτ’εγώ είπε η Πόπη, μα η περίσταση το απαιτεί. Τηλεφώνησε ξανά κι έδωσε εντολή να φέρει ο Δημητράκης ένα πακέτο «Σαντέ». Του άνοιξε την πόρτα με την ρόμπα ανοικτή. Αυτός ‘τα είδε όλα’ μ’όλη τη σημασία της φράσης. Τον πέρασε στο χολ σε θέση που να βλέπει ο Σήφης. Τον φίλησε στο στόμα. ―Μαλακίσου, διέταξε. Αλλά δεν χρειαζόταν να τον διατάξει αφού του την έπιασε και τον αποτελείωσε με το χέρι της. Ο Δημητράκης τη στιγμή του οργασμού την αγκάλιασε και την φίλησε. Τού’δωσε δυο χαστούκια και τον υποχρέωσε να γονατίσει και να της φιλήσει το χέρι. Αυτός όταν γονάτισε κατέβασε το κεφάλι, της αγκάλιασε τα μπούτια με πάθος και της φίλησε το γουνάκι του πόθου. Η Πόπη βρέθηκε για πρώτη φορά σ’αμηχανία μέσ’το δικό της παίγνιο. Τον ξεκόλλησε με κάποια βία. ―Πήγαινε τώρα στον αφέντη σου να σε χαρτζιλικώσει. Ο Σήφης που είχε πια μπει στο παιγνίδι του έδωσε ένα χιλιάρικο. Αυτός τα είχε χάσει, σε μια μέρα έβγαλε χίλιες εξακόσιες δραχμές. Η Πόπη τον οδήγησε στο χωλ.   ―Πρόσεξε του είπε δε θα βγάλεις άχνα.  Αν σου ξεφύγει τίποτα μπορεί να βρεθείς

201
και σε κανένα χαντάκι.  Η Πόπη έριξε τη ρόμπα και γύρισε στο Σήφη ολόγυμνη. Του είχε εξάψει τη φαντασία. Τον διέταξε αυταρχικά ν’ανάψει τσιγάρο. Δεν ήξερε πως να την κρίνει. Ήταν ανόητη πουτανίτσα ή πάνσοφη εταίρα; Είχε εκπλαγεί. Τράβηξε μια ρουφηξιά. Επειδή δεν ήταν καπνιστής του έφερε μια ελαφρά ζάλη, μιαν ηδονική ευφορία, το μαστούρωμα όπως λέγεται. Η Πόπη του πήρε το τσιγάρο απ’το στόμα και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Τεντώθηκε ηδονικά στο κρεβάτι κι έπαιρνε με τέχνη προκλητικές πόζες, έτσι που να του φαίνονται αυθόρμητες. Ο Σήφης είχε ξαναέλθει σε στύση. Πήγε να πέσει πάνω της. Αυτή τον απώθησε με νάζι. ―Αγάπη μου δε θα χαρείς με τα μάτια σου το γουρουνάκι μου. Δε θα παίξεις μαζί του.    Ήταν φανερό ότι είχε δουλέψει πάνω σ’αυτό αισθητικός.  Ήταν άψογο. Αυτό τον ερέθισε γιατί αυτό το νέο κορίτσι είχε επενδύσει με φροντίδα στη ηδονή του. Είχε τον έρωτα φιλοσοφία και τον άντρα αντικείμενο της επιστήμης της.  Κολακεύτηκε. Δεν ήταν λίγο ένα όμορφο πλάσμα να του προσφέρει τον ίδιο της τον εαυτό και να έχει φροντίσει με ευτέλεια τα δώρα της. Τη φίλησε στο στόμα. ―Γιατί φίλησες το γκαρσόνι; Ξέρεις ότι ζήλεψα; ―Γι’αυτό του είπε με νάζι.    Πράγματι, εδώ δεν είχε αυτός το πρόσταγμα, έπρεπε να την ακολουθεί και να υπακούει. Ο Σήφης είχε μπει σε δρόμους ολισθηρούς όπου ο έρωτας παραχωρούσε τη θέση του στο έρεβος της ακολασίας. ―Αγάπη μου έλα δεν υπάρχουν φραγμοί, του είπε.  Ήταν όμως τόσες οι ηδονικές εικόνες που πέρασαν απ’το μυαλό του, που είχαν αρχίσει να επιδρούν αρνητικά.  Η Πόπη κατάλαβε ότι είχα μπουχτίσει. Άρχισε τότε να του φιλά το σώμα έως ότου έφτασε στο σημείο του πόθου του. Ήξερε πολύ καλά να φροντίζει τον άντρα! Την άρπαξε και τη γύρισε μπρούμουτα έτσι που τα πόδια της να κρέμονται κάτω απ’το κρεβάτι κι αυτός να πατά στο πάτωμα όρθιος. Της τον έβαλε μέσα και παραμιλούσε ρυθμικά λαχανιασμένος. ―Ξένη, Ξένη, Ξένη… ως τη στιγμή που χάθηκε. Γονάτησε πάνω στο χαλί κι έπεσε εξουθενωμένος στον βελουδένιο κωλαράκι της. Η Πόπη τον έβαλε να κοιμηθεί. Αυτή σηκώθηκε διακριτικά να πάει στο δωμάτιό της.  Δεν την άφησε.   Κοιμήθηκαν αγκαλιά.   Τα χαράματα η Πόπη έφυγε.   Δεν έπρεπε με τίποτα

202
να ξυπνήσουν μαζί. Ήταν ένας σοβαρός κύριος που το πρωί μπορεί να είχε μετανιώσει, εξάλλου όπως φάνηκε αγαπούσε παράφορα τη γυναίκα του, την οποία όπως έμαθε κατά τον οργασμό του έλεγαν Ξένη.     ―Τι περίεγη είναι η ζωή, σκέφτηκε, και τι ανόητοι οι άνθρωποι. Αν αυτός ο θαυμάσιος άνθρωπος ήταν δικός μου δεν θα τον έχανα με τίποτα.

Η Σάσια κι ο Πάνος αποφάσισαν να πάνε για μήνα του μέλιτος μετά δέκα χρόνια γάμο. Και βέβαια στον Πόρο.  Η Καίτη, η μαμά της Ξένης, ζήτησε το παιδί που ήταν ενός έτους, δηλαδή στα καλύτερά του, μερικές μέρες για να το χαρεί. Η Ξένη, για πρώτη φορά στη ζωή της, έμεινε μόνη στο σπίτι.  Έκανε  απογευματινούς  περιπάτους  και άκουγε μουσική. Το τρίτο βράδυ δεν είχε ύπνο, κάποια στιγμή τα μάτια της έκλεισαν αλλά μετά μιαν ώρα πετάχτηκε στον ύπνο της. Είχε δει κάποιο αόριστο όνειρο που την είχε αναστατώσει. Ήταν μόνη σ’ένα κατασκότεινο σπίτι.  Το σώμα της άρχισε να την καλεί, μάλλον ο άλλος ο σκοτεινός της εαυτός που είχε για αρκετό καιρό θάψει, γύρισε απαιτώντας τα δικαιώματά του. Το χέρι της πήγε σχεδόν μόνο του εκεί που η απαίτηση ήταν αφόρητη. Άρχισε σαν υπνωτισμένη να το χαϊδεύει, δεν ολοκλήρωνε, να ησυχάσει, ν’ανακουφιστεί. Δεν άντεξε. Σηκώθηκε ταραγμένη και τηλεφώνησε στον Μπούκουρα. Τον ζήτησε απροκάλυπτα, τον ήθελε. Θα έβγαινε σε λίγο με προφυλάξεις στη Γενναίου Κολοκοτρώνη κι αυτός θα την περίμενε λίγο πιο κάτω με τ’αυτοκίνητό του και θα την πήγαινε σπίτι του. 
      Ο Μπούκουρας είχε έναν μικρότερο αδελφό το Δαμιανό που ήταν ευφυία. Τελείωσε μ’άριστα το Μετσόβιο, πήρε υποτροφία για Γερμανία κι έγινε διάσημος και πλούσιος αρχιτέκτων. Ανησυχούσε για τ’αδελφάκι του, αφού κατά την γνώμη του ήταν αδύνατο να πάρει πτυχίο. Ένα καλοκαίρι σήκωσε στο οικόπεδό τους πολυκατοικία και του τη δώρισε. Έτσι ο Μπούκουρας ήταν πια πλούσιος και μάλιστα κατοικούσε στο ρετιρέ και είχε μια γκαρσονερίτσα στο ισόγειο για τις  γκομενίτσες, τ’άλλα διαμερίσματα τα ενοικίαζε.

 203
Ανέβασε την  Ξένια στο ρετιρέ κι αμέσως της πρόσφεφερε ποτό. Η Ξένη αρνήθηκε, δεν έπινε ποτά. Βρισκόταν εκεί γιατί ήθελε διακαώς τον βίαιο και βρόμικο έρωτά του. Γδύθηκε αμέσως και πήγε στη ντουζιέρα. Ξαφνικά βγήκε με τις σαπουνάδες. ―Τι γίνεται ρε Μπούκουρα δε θά’ρθεις; τον ρώτησε μ’έκπληξη. Ο Μπούκουρας που είχε αποσβολωθεί απ’την ανέλπιστη τύχη του, συνήλθε, γδύθηκε γρήγορα και την έπλυνε με στοργή και φροντίδα. Τη σκούπισε, την πήρε στα μπράτσα του και την απέθεσε τρυφερά στο κρεβάτι. Η Ξένη θορυβήθηκε. Δεν ήταν αυτός ο Μπούκουρας, ήταν άλλος. Άρχισε να της μιλά γι’ αγάπη και τον ιδανικό έρωτα που ένιωθε γι’αυτήν. Τον φίλησε στο στήθος κι άρχισε να του τον χαϊδεύει. Αυτός αργούσε. Την ξενέρωνε.  Μετάνιωσε που πήγε. Τι λάθος ήταν κι αυτό. Σηκώθηκε απότομα να ξαναπάει στο μπάνιο να πλυθεί για να φύγει. Όταν ο Μπούκουρας την είδε να προχωρά γυμνή αναστατώθηκε, το σώμα του άρχισε να θυμάται. Πετάχτηκε απ’το κρεβάτι και την άρπαξε. ―Εγώ δε σου είπα να φύγεις. Την πήρε πάλι στα μπράτσα του σαν ανάλαφρο κοριτσάκι κι αυτή τη φορά την πέταξε βίαια στο κρεβάτι. Άρχισε να βγαίνει ο εαυτός που είχε ξεχάσει. Η Ξένη το ένιωσε κι άρχισε να λαχανιάζει με πάθος από έκρυθμη ερωτική αναμονή, περίμενε με λαχτάρα τα πάντα. Ο Μπούκουρας της άνοιξε τα σκέλια κι όπως κοιτούσε εκεί ανάμεσα στο σκοτεινό σημείο του πόθου αγρίεψε. Αυτός της έδειξε την αγάπη του κι αυτή ήταν μια πόρνη που ήθελε γαμήσι. Της έριξε δυο χαστούκια με περιφρόνηση, που πόνεσαν λίγο. Η Ξένη τα δέχτηκε, τα περίμενε κι όλας. Της άξιζε. Ήταν μια πουτάνα που άφησε το παιδί της και τον άντρα της για να γαμηθεί. Ο Μπούκουρας είχε την αίσθηση της γυναίκας που ήταν από κάτω του. Είχε ένα είδος ζωώδους ερωτικής τηλεπάθειας.   Ένιωθε τι ήθελε η γυναίκα από κάτω του κι αυτός της έδινε και κάτι πάρα πάνω για να τη βιάζει ωθώντας στο έπακρο τον πόθο της. Όταν την έφτανε στο έπακρο, τραβιόταν και της τό’κοβε μαχαίρι για να νιώσει την ανάγκη του και να την εξουσιάζει. Ήξερε ότι ο έκρυθμος έρωτας είχε σύνδρομο την εξουσία. Τη γύρισε βίαια μπρούμουτα για να κολλήσει το προσωπό της στο στρώμα.  Έστι θά’νοιωθε κατακτημένο αντικείμενο του

204
πόθου, δοχείο ηδονής και όχι προσωπικότητα. Οργίασε γρήγορα χωρίς καμιά προφύλαξη. Ήταν η δούλα του και δεν του περνούσε καθόλου απ’το νου να την σεβαστεί.  Ήθελε να την γκαστρώσει σαν σκύλα.  Τα άδειασε όλα μέσα της. Δεν είχε τίποτ’άλλο μέσα του, αυτή η πόρνη τον είχε στεγνώσει τελείως. Εκείνη τη στιγμή την μίσησε. Αυτός ανέβασε τον εαυτό του ψηλότερα για να την φτάσει, κι αυτή εκείνο που ήταν επίτευμά του το πέταξε στα σκουπίδια. Πήγε στην άκρη του κρεβατιού και κάθησε με τα πόδια του στο πάτωμα. Της είχε την πλάτη γυρισμένη. Την περιφρονούσε μα την ποθούσε κιόλας. Αυτή ένιωθε τα πάντα. Ξέσπασε σ’ένα κλάμα βουβό με λυγμούς. Ο Μπούκουρας έσπασε, την αγαπούσε τόσο! Έπεσε δίπλα της και την χάιδευε τρυφερά. Ένοιωσε τόσο αχάριστος. Είχε γυμνό αυτό το θαυμάσιο πλάσμα, το ερωτευόταν και το χάιδευε. Αυτό που δε μπορούσε να φανταστεί ούτε στα πιο τολμηρά του όνειρα ήταν πραγματικότητα κι αυτός το περιφρόνησε. Δεν τον ένοιαζε πια αν τον αγαπούσε ή όχι, αυτό του ήταν αρκετό. Ήταν ένα θαύμα. Αυτό το ιερό σημείο της φύσης όταν ένοιωθε ερωτική μοναξιά, να τον προτιμά απ’όλους τους άντρες που την ποθούσαν παθιασμένα. Ήταν ένα προνόμιο που του χάριζε η φύση ίσως για κάποιο ανεξερεύνητο καπρίτσιο, χωρίς να το αξίζει. Μπορεί ο ίδιος ο Θεός. Του ήταν πια υπεραρκετό αυτό το θαυμάσιο πλάσμα να τον ποθεί και να την έχει στη αγκαλιά του γυμνή όποτε της καπνίσει, χωρίς να τον ρωτά. Κατά χαράματα ξαναερωτεύτηκαν. Ο Μπούκουρας δεν έπαιρνε ποτέ προφυλάξεις.  Εξάλλου είχαν με το Σήφη αρχίσει την προσπάθεια γι’άλλο ένα παιδί. Ένα παιδί προγραμματισμένο χωρίς πόθο. Ανατρίχιασε, δηλαδή θα είχε και γι’αυτό την αμφιβολία πως είναι του Μπούκουρα. Έμεινε εκεί το βράδυ. Δε γύρισε νύχτα μην τη δει κάποιο μάτι.  Ντράπηκε έπαιρνε προφυλάξεις.  Ήταν κλασική μοιχαλίδα που υπέπιπτε στις διατάξεις του νόμου.  Δηλαδή με κάποιο τρόπο έκλεβε από τα δικαιώματα του Σήφη κάποιο σημαντικό μέρος τους και όχι μόνο, γκαστρωνόταν κιόλας.  Βγήκε πολύ νωρίς από το σπίτι του Μπούκουρα, περπάτησε δυο στενά πιο κάτω  και πήρε ταξί.

205
Πήγε στην Ερμού έκατσε σ’ένα καφέ και περίμενε ν’ανοίξουν τα μαγαζιά. Βέβαια ήταν μοιχαλίδα αλλά κι ο Σήφης είχε πολύ αλλάξει. Την είχε πάρα πολύ παραμελήσει. Ήξερε τα πάθη της και τα περιφρόνησε.  Κατά τις δέκα έφτασε σπίτι με δυο μεγάλες τσάντες για τα μάτια της γειτονιάς. Μόλις μπήκε άκουσε το τηλέφωνο. Δεν το σήκωσε. Πήρε όμως η ίδια στο ξενοδοχείο. ―Τι έγινες βρε παιδί μου, του είπε, ούτ’ένα τηλέφωνο. ―Έχω τηλεφωνήσει τρεις φορές είπε ο Σήφης κι αν δεν ήθελα ν’ανησυχήσω τη μάνα σου και το παιδί, θα την έστελνα να σε δει. ―Είχα πάει σινεμά και γύρισα κάπως αργά. Μωρέ κετέβασα τον ήχο του τηλεφώνου γιατί μέχρι της μία είχα κάποιον να σε παρενοχλεί με πρόστυχες διαθέσεις.  Έχω την εντύπωση ότι είναι γνωστός γιατί γνώριζε την ανατομία μου. Το πρωί πήγα για ψώνια και μετά ξέχασα να το επαναφέρω. 
     Είχε χωθεί βαθιά στην υποκρισία, έπιασε τον εαυτό της να το γλεντάει κιόλας. Μπορούσε να τον κάνει ό,τι θέλει. Και βέβαια μπορούσε, αφού της είχε πλήρη εμπιστοσύνη και την αγαπούσε. Έκλεβε εκκλησία. Έκανε αυτό που έκαναν όλες οι πουτανίτσες που είχαν παντρευτεί γέρους για τα λεφτά τους.  ―Εσύ πως είσαι; Έμαθα ότι οι επίτροποι το γλεντάτε με γκομενάκια.  Η Ξένη αστειεύτηκε αλλά ο Σήφης πονιάστηκε. Δεν απάντησε αμέσως, μήπως κάποιος της είπε κάτι; Η Ξένη ένιωσε την αμηχανία του. Τον είχε κυριολεκτικά γεννήσει. Ταράχτηκε. Είναι δυνατόν ο Σήφης; Αποφάσισε κεραυνοβόλα να πάει στη Θεσσαλονίκη. Τα ξενοδοχεία εκείνες τις μέρες ήταν φούλ. Τη φιλοξένησε η Γιάννα που είχε παντρευτεί κι εγκατασταθεί εκεί. Η Γιάννα κατάλαβε. ―Τι έγινε φιλενάδα φουρτούνες;  Δεν απάντησε κι Γιάννα τό’κοψε.  Στήθηκε έξω απ’το Μακεδονία Παλλάς. Τελικά τον είδε με τη μικρούλα. Η στάση τους όμως ήταν τυπική.  Η Πόπη ήξερε να παίζει.  Όταν όμως βγήκαν το βράδυ περίπατο, ο Σήφης σε κάποιες απόμερες φυλλωσιές δεν άντεξε, την άρπαξε απότομα και τη φίλησε στο στόμα. Την κράτησε σφιχτά αρκετά έτσι που δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Ζήλεψε. Ποτέ δεν είχε ζηλέψει από κανέναν για τίποτα, το συναίσθημα αυτό της ήταν άγνωστο.  Κάποια μικρούλα της έτρωγε τον Άντρα.  Άραγε τι έπρεπε να κάνει; Τι έκαναν

206
τα κατινάκια σ’αυτή την περίσταση; Να ορμήσει και να την ξεμαλλιάσει, να δώσει ένα χαστούκι στο προδότη και να του πει ότι από δω κι εμπρός θα έχει να κάνει με το δικηγόρο της;  Αυτοσαρκάστηκε: Άντε λοιπόν πριγκιπέσα μπες και συ στον αληθινό κόσμο!  Γύρισε σπίτι κι άρχισε να μετρά τα υπέρ και τα κατά.  Ο Γάμος της αυτή τη στιγμή ήταν διαλυμένος. Ο έρωτάς της με το Σήφη είχε χαθεί από καιρό. Μπορούσε όμως κι αυτή να έχει δικαιώματα στο δικό της κόσμο, ακόμα κι εκείνον του σκότους που τις πρόσφερε τις παράδρομες ηδονές.  Μπορούσαν να ζήσουν σαν φίλοι και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Για μια στιγμή σάστισε. Ποια παιδιά τους;  Μπορεί ούτε ο Πανούλης ούτε αυτό που πιθανόν έχει στην κοιλιά της να είναι δικό του. Δεν υπήρχε λοιπόν ισορροπημένη εξίσωση. Όπως και νά’ταν χαμένος ήταν ο Σήφης.  Τι σκέψεις ήταν αυτές; Είχε κι αυτή μολυνθεί από τις εργασίες της για το υπουργείο: Πόσο είχε αλλάξει; Αποσβολώθηκε. Τι έγινε εκείνο το κορίτσι που σε θέματα ηθικής τάξης δε δεχόταν μύγα στο σπαθί της; Ξέσπασε σε κλάματα. Είχε τόσο πολύ κατρακυλήσει; Ο Σήφης στο τηλεφώνημα προδόθηκε από την αμηχανία που του δημιούργησαν οι τύψεις. Έχει δρόμο γυρισμού. Αυτή έχει; Πήγε στο γραφείο κι έβγαλε ένα τετράδιο με κάποια γραφτά ‘Περί Αρετής’.  Το έργο ήταν μια μοντέρνα πραγματεία εμπνευσμένη απ’τον Πρωταγόρα του Πλάτωνα. Τι έγινε η Αρετή που τόσο τιμούσε;  Έβαλε πάλι τα κλάματα. Πήρε ένα μεταλλικό κάλαθο αχρήστων κι έβαλε μέσα αυτό το σύγγραμμα που τόσο αγαπούσε. Έριξε οινόπνευμα κι έβαλε φωτιά. Όπως μυξόκλαιγε με λυγμούς πήρε όλα της τα γραφτά και τά’καψε. ΄Όταν έγιναν στάχτη κάθισε αποσβολωμένη και κοίταγε τον τοίχο του δωματίου. Πόνεσε, ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό της για την κατάντια της. Αν ξαναγύριζε πίσω στον εαυτό της ίσως να τα ξανάγραφε και να τα εννοούσε.  Όταν φύγει ο ρομαντισμός απ’την ψυχή του ανθρώπου, όταν πάψουμε να ντρεπόμαστε τον εαυτό μας, τότε δε μένει τίποτα. Μαζί με τα γραφτά κάηκε κι ένα μέρος του εαυτού της.  Κάηκε ό,τι καλύτερο είχε, αλλά μαζί ήλπιζε κι ό,τι χειρότερο.

207
    Όταν επέστρεψε ο Σήφης τον δέχτηκε με λαχτάρα σα να είχε χαθεί για πάντα και ξαναγύρισε. Ο Σήφης είχε εκείνη τη συστολή της σεμνότητας που τον χαρακτήριζε. Τον αγαπούσε τόσο! Ήταν ο καλύτερος κι ο ανώτερος άνθρωπος που είχε γνωρίσει. Τον είχε ακόμα δικό της, δεν τον είχε χάσει. Ο Σήφης είχε το κεφάλι κατεβασμένο, τον αγκάλιασε με πάθος. Του ετοίμασε αυτή το μπάνιο, για να νιώσει ότι είναι ο άντρας, ο αγαπημένος της. Μπήκε κι αυτή στο λουτρό και τον σαπούνιζε με φροντίδα σαν να ήταν η μοναδική δουλειά της, σαν να ήταν το μωρό της.  Ο Σήφης ένιωσε τρυφερότητα και θαλπωρή, του ήλθε στο νου η Πόπη. Αυτό κορίτσι που ήταν θύμα της εξουσίας και του εαυτού της. Πως μπόρεσε να προδώσει τη γυναίκα που λάτρευε μ’αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα! Όταν τελείωσε πήγε κι άραξε στο κρεβάτι. Η Ξένη πλησίασε τού’δωσε ένα φιλί και θα πήγαινε για μπάνιο. Την τράβηξε πάνω του. ―Δε χρειάζεται είπε, το άρωμα του κορμιού σου μ’αρέσει καλύτερα. Η Ξένη ένιωσε άβολα αλλά ξάπλωσε πλάι του.  Την χουχούλιασε με τρυφερότητα στην αγκαλιά του, αυτό δεν του αρκούσε και τη έσφιξε σαν να φοβόταν μην του φύγει.  Δεν ήταν όμως ακόμα έτοιμος να μιλήσει. Πως να ξεκινούσε τη απολογία του; Μήπως να της έλεγε κατ’ευθείαν την αλήθεια; Μήπως να της θύμιζε την περιπέτειά της με το Μπούκουρα; Αφού δηλαδή αυτός δε ζήτησε τότε εξηγήσεις ίσως κι αυτή να τον απάλλασσε. Όμως πως αυτός ο ίδιος θα ξεχνούσε ότι αντί να πάρει τη γυναίκα του στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε το πουτανάκι. Ή ακόμα να της πεί ότι με τη δουλειά της και τις προτάσεις που τις εμφανίζει σαν δικές του, καρπούται ανεβαίνοντας της ιεραρχία και μάλιστα εξαιτίας αυτού, του προσφέρουν και την πολυτέλεια της οδαλίσκης; Απ’όπου κι αν τό’πιανε του ξέφευγε. Ακόμα τι άνθρωπος είχε γίνει! Προφανώς δεν είχε μετανιώσει. Πόσο τον είχε αλλάξει η ίντριγκα του υπουργείου! Το πρόσωπό του δεν τον υπάκουε πια, δεν το έλεγχε. Δε μπορούσε να υποκριθεί. Σταμάτησε να σκέπτεται.  Έδωσε δυο γερά χαστούκια στον εαυτό του και την κοίταξε πονεμένα στα μάτια, σαν ικέτης. ―Σ’απάτησα είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Η Ξένη είχε από πολύ πριν καταλάβει τι μάχη έδινε μέσα του, αφού αυτή την είχε

208
δώσει πιο πολλές φορές. ―Έεελα, του είπε, ίσως είναι καλύτερα έτσι, είμαστε ισοπαλία. Δε θέλω καμιά εξήγηση όπως κι εσύ αρνήθηκες τη δική μου κι άπλωσες το χέρι να με τραβήξεις πίσω απ’την κόλαση. Δεν του είπε για το δεύτερο παραστράτημά της, γιατί θα ήταν πάρα πολύ. Η κατάσταση ήταν πολύ φορτισμένη. Ο Σήφης έμεινε εκεί σκυμμένος, ήταν συντετεριμμένος. Η Ξένη τον αγκάλιασε τρυφερά και του χάιδευε τα μαλλιά. Ξαφνικά τον ταρακούνησε άγρια. ―Έλα τώρα άντρας είσαι και παρασύρθηκες. Ο Πειρασμός σου ήταν πολύ μεγάλος. Ο Σήφης ταράχτηκε. ―Μη μου πεις πως το ήξερες; ―Τι σου περνά απ’το μυαλό ότι εγώ δεν είμαι Κατίνα; Σε κατάλαβα απ’το τηλεφώνημα κι έτρεξα. Θα σου πω αυτό: ζήλεψα αφόρητα, όμως δεν είχα δικαίωμα να στο χαλάσω. Περίμενα αυτή τη στιγμή, που θα γύριζες ματανοιωμένος. Γέλασαν πικρά μαζί συγχρόνως. ―Είναι πολύ πληκτικό να επαληθεύεσαι συνέχεια είπε η Ξένη. Είχε γελάσει κι ο Σήφης, πικρά με αλλά είχε γελάσει. Αυτό ήταν μια καλή αρχή. Τον φίλησε στο στόμα αισθησιακά. Αυτός ξαφνιάστηκε. Τού’δωσε μιαν αγκωνιά πειραχτική, παιχνιδιάρικη σαν να ήταν φιλαράκια στο καφενείο. ―Τουλάχιστον άξιζε αγόρι μου; Και γέλασε. Ο Σήφης κατέβασε το κεφάλι. ―Αφού την είδες είπε. ―Μην είσαι βλάκας, για το κρεβάτι μιλάω. Τέλος πάντων ήταν καλύτερη από μένα;   Ο Σήφης την κοίταξε με παράπονω. Αφού το ξέρεις, έχω ξεχάσει την Ξένια, και τόνισε την Ξένια τη δική μου που αγάπησα. ―Τότε δεν μένει παρά να στην ξαναθυμίσω. Έπεσε πάνω του και το γόνατό της χώθηκε σκόπιμα ανάμεσα στα πόδια του και θώπευσε το σημείο του πόθου του. Ναι αυτός είναι, το επιβεβαίωσε, αφού άρχισε κιόλας να του στήνεται. Αυτή πήγε να σηκωθεί αλλ’αυτός την άρπαξε βίαια. Τόσα χρόνια είχαν ερωτευτεί παράφορα, είχαν απατηθεί, είχαν ξαναγαπηθεί, όμως ποτέ δεν είχε μυρίσει το αληθινό άρωμα της σάρκας που είχε τόσο ερωτευτεί.  Μύριζε σα στάρι, βανίλια και βούτυρο, σαν φρεσκοψημένο τσουρέκι. Τη δάγκωσε. Η Ξένη πόνεσε αλλά έβαλε τα γέλια. Το γέλιο της ξεπετάχτηκε έξαφνα σαν να εκτιναζόταν από δροσοπηγή. ―Έεελα τώρααα! Είπαμε να είσαι άγριος όχι όμως και κανίβαλος.  Ξεκαρδίστηκαν κι επιδόθηκαν στην

209
ερωτική πάλη, στο αγαπημένο τους ερωτικό παίγνιο, που απολάμβαναν στις αρχές του έρωτά τους.  Τότε που ήταν νέοι, αγνοί και ξέγνοιαστοι. Τελικά η Ξένια νικούσε πάντα και βρισκόταν πάνω του. Αλλά ο Σήφης τη γύρζε ανάποδα βίαια κι ερωτευόντουσαν ξέφρενα. Ήταν τόσο καθαροί κι ευτυχισμένοι, δεν είχαν τίποτα να κρύψουν που θα τους λέκιαζε. Όταν υπάρχει αγάπη αληθινή όλες οι δυσκολίες γυρίζουν πίσω και οικοδομούν ξανά την ευτυχία.
      Βεβαιώθηκαν και για την δεύτερη εγκυμοσύνη. Ο Ξένη γέννησε το δεύτερο παιδί  μ’ένα χρόνο διαφορά.  Ήταν αγοράκι που έμοιαζε κι αυτό μάλλον στη μάνα του.  Απ’το Σήφη δεν πήραν τίποτα. Η Ξένη δε μπορούσε πάλι να βεβαιωθεί απ’τις μέρες της γέννησης για την πατρότητα του παιδιού. Δεν μπορούσε όμως να φθείρεται και το άφησε στην τύχη. Μετά το ξέχασε. Ίσως η συνείδησή της είχε πια αμβλυνθεί. Η αγάπη τους είχε περάσει τέτοιες φουρτούνες που δεν μπορούσε να τις φέρνει συνεχώς στην επιφάνεια. Μήπως αν την είχε γνωρίσει με δυο παιδιά δε θα την αγαπούσε; Δε θα ενώνανε τις ζωές τους; Αυτό το θέμα τό’θαψε μαζί και το Μπούκουρα. Δεν θα τον ξανάγγιζε ποτέ. Εξάλλου δεν ήταν πια ο ίδιος, μα ούτε αυτή, ούτε ο Σήφης ήταν, είχαν όλοι τόσο πολύ αλλάξει. Τους έμενε όμως με τον Σήφη η αγάπη κι οι μνήμες του αγνού του αθάνατου έρωτα, που τους είχε τόσο σημαδέψει.  Δεν μπορούσε να κοιμηθεί πια αν δεν χουχούλιαζε στην αγκαλιά του. Μήπως αυτό ήταν ο αληθινός έρωτας;

Εκείνη την εποχή είχαν κάνει πολλούς φίλους απ’τον καλλιτεχνικό κύκλο του θεάτρου της Νέας Ιωνίας, του οποίου ψυχή του ήταν ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Ο Δαμιανός Μαυρίδης, ο Χρήστος Μανιατάκης, ο Νίκος Γαζέρτας, η Κατερίνα Ξηνταρά κι άλλοι, όλοι αριστεροί, αφού η αριστερά είχε τη μερίδα του λέοντος εκείνη την εποχή στον πολιτισμό. ΄Όταν λοιπόν ξέσπασαν τα Ιουλιανά η παρέα διαλυσε, αφού πολλοί απ’την παρέα όπως ο Παναγιώτης Δαρδάνος συνελήφθησαν. Δύο μάλιστα απ’αυτούς κλείστηκαν στις αγροτικές φυλακές Τίρυνθας.  Η Ξένη δήλωνε ανένταχτη Μαοϊκιά κι ο Σήφης την ακολουθούσε σαν να λέμε από συμπαράσταση. Αυτός μάλλον έρεπε προς τον ευρωκομμουνισμό. Ήταν ο ρεφορμιστής της παρέας.  Η κατάσταση ήταν ρευστή κι ο Σήφης μολονότι ήταν κουλτουριάρης, αναδιπλώθηκε λίγο επειδή ήταν διευθυντικό στέλεχος του Υπουργείου Πολιτισμού.

210
Επεβλήθει η Χούντα. Μαζί με τους αριστερούς της γειτονιάς έπιασαν και τον Πάνο. Ο Σήφης προσωρινά τη γλιτωσε, όμως οι εργασίες και οι φάκελοι των προτάσεών του που είχαν αρκετή σκόνη κρυφού αριστερισμού πέρασαν στα χέρια των στρατιωτικών επιτρόπων, που στο Υπουργείο αυτό το κρυφό πρόσταγμα είχε ο Γιωργανάς. Ο Γιωργανάς ήταν ένας πρώην αριστερός που έφυγε απ’τις χώρες της ανατολικής ευρώπης και μεσουράνησε σαν προπαγαντιστής και θεωρητικός της χούντας. Ήταν πανέξυπνος και μορφωμένος, μαλιστα παρουσιαζόταν σαν αρχαιοελληνιστής. Αυτός πρώτος ενδιαφέρθηκε για το περιεχόμενο και τις αριστερές παρεκκλίσεις των φακέλων. Τους είχε πάρει σπίτι του και τους μελετούσε με ευχαρίστηση. Δε είχε ξαναδεί τέτοια γλαφυρότητα ακρίβεια και λακωνικότητα σε άλλο κείμενο.  Οι στρατιωτική επιτροπή που είχε στα χέρια της τα ύποπτα αποσπάσματα τον κάλεσε σε απολογία χωρίς της έγκριση του Γιωργανά. Η υπεράσπιση του Σήφη για τα κείμενα, γέννησε αμφιβολίες, κι επειδή δεν υπήρχαν απτά στοιχεία περίμεναν από το Γιωργανά ν’αποφανθεί. Ο στρατιωτικός επιτρόπος επί του πολιτικού προσωπικού, τοποθετήθηκε τότε ο συνταγματάρχης Χαμηλοθώρης. Αυτός ήταν παιδικός φίλος με τον Μπαλόπουλο κι έτσι βεβαίωσε ότι ο Σήφης είναι σοβαρό άτομο. Ο Μπαλόπουλος όμως του θύμισε ότι η οικογένειά του έχει παρελθόν κι ότι οι εργασίες του έχουν απασχολήσει τον Γιωργανά. ―Δε μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτα.  Ο Μπαλόπουλος είχε οικειότητα με τον Γιωργανά και τον ρώτησε. Ο Γιωργανάς μίλησε με θαυμασμό γι’αυτά τα κείμενα. ―Είναι μυαλό, είπε, κι εμείς τέτοιους θέλουμε.  Τα κείμενα για κάποιο λόγο μπήκαν στο αρχείο και ξαναβγήκαν στην επιφάνεια κατά την διακυβέρνηση Μαρκεζίνη. Η επιτροπή ήταν πενταμελής της οποίας πρόεδρος ήταν ο Υπουργός και τον ξαναφώναξε. Ο Γιωργανάς

 211
δε μπορούσε να συμμετάσχει. Παρακολουθούσε όμως τη όλη διαδικασία μ’ένα μικρόφωνο απ’το διπλανό δωμάτιο. Οι επίτροποι είχαν απομονώσει τμήματα των κειμένων και είχαν συνθέσει μ’αυτά ένα ολοκληρωμένο κείμενο που φυσικά ήταν πλαστό.  Ο Υπουργός στην παρατήρηση του Σήφη γι’αυτό, τόνισε ότι βέβαια είναι αλήθεια πλαστό, όμως αυτό έχει συμβεί σκόπιμα. Μάλιστα αυτό έγινε με την προτροπή του για να δείξει σ’έναν νέο Έλληνα και διακεκριμένο διανοούμενο τις παγίδες που γεννούν τα κείμενά του. Ο Σήφης που είχε πια πάρει την κρυάδα, κι αφού πίστευε ότι μάλλον θα τον απέλυαν, επικαλούμενος τις διακηρύξεις της κυβέρνησης Μαρκεζίνη για εκδημοκρατισμό ανέτρεψε τις απόψεις της επιτροπής. Ο Υπουργός κι η ομάδα του αφιονίστηκαν. Αντί για επιχειρήματα ο υπουργός έβγαλε έναν υπερεθνικό λόγο, που φάνταζε παραλήρημα. Ξαφνικά άκουσαν απ’το διπλανό γραφείο βρισιές. Μετά κάποιος να τηλεφωνά μεγαλοφώνως σε κάποιον υψηλότερα ιστάμενο. ―Ποιος διόρισε αυτό το μαλάκα υπουργό; Αυτός δεν έχει ακόμα καταλάβει που βρισκόμαστε. Δεν έχει καταλάβει ότι είμαστε στο λεπτότερο στάδιο του εγχειρήματος, τον εκδημοκρατισμό της επανάστασης. Να τον στείλουν σε κάποιο στρατώνα. Ξαφνικά ήλθε εντολή από πάνω να σταματήσει αυτή η οπερέτα κι ο καθένας να πάει στη δουλειά του.  Την άλλη μέρα ο Βακιρτζής κατέθεσε την παραίτησή του, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να εργαστεί και να αισθάνεται ότι η παρουσία του διχάζει το υπουργείο. Ο Χαμηλοθώρης τον συμβούλεψε να την αναβάλλει. Τον κάλεσε κι ο Μπαλόπουλος, ο Σήφης επέμεινε ότι η παρουσία του μόνο κακό θα κάνει. Απ’το διπλανό γραφείο ο Γιωργανάς ζήτησε να τον στείλουν μέσα.
       Ο Σήφης καθόταν προσοχή σαν να είναι φαντάρος κι ο Γιωργανάς τον κοίταζε ερευνητικά τόση ώρα ώστε να δημιουργηθεί αμηχανία. ―Θα ξέρεις πιτσιρικά ότι δεν είμαι μαλάκας. Έχω φάει με το κουτάλι την ίντριγκα στο παραπέτασμα. Είσαι μάγκας και μυρίστηκες κίνδυνο γι’αυτό θες να την κοπανίσεις και να την βγάλεις καθαρή καί από μας και απ’τους άλλους αν έλθουν. Αύριο να υποβάλλεις παραίτηση και κοπάνα την για έξω.  Έχεις πολλούς εχθρούς.  Να θυμάσαι όμως αυτό: τη γλίτωσες χάριν της γυναίκας σου.

212
Τι νομίζεις ότι η υπηρεσία μπρίκια κολλάει. Ερεύνησα κι έμαθα για την Πολυξένη Μπερεκέτη νυν Βακιρτζή. Έμαθα ότι αυτό το διανοητικό τέρας συντάσσει τα πάντα. Εγώ τη θαυμάζω. Μήπως νομίζεις πως όταν πηγαίνατε εκδρομές στον Πόρο εμείς δεν μπήκαμε στο γραφείο της;
      Η παραίτησή του έγινε δεκτή και την άλλη μέρα ξέσπασε η εξέγερση του πολυτεχνείου.  Η Ξένη και ο Σήφης πήραν τηλέφωνο απ’το Γαζέρτα να συναντηθούν με την παρέα έξω απ’το Κοτοπούλη κατά τις τέσσερις. Αυτοί όμως πήγαν νωρίτερα. Στις τέσσερις κι έξω απ’το Κοτοπούλη υπήρχε τεράστια συγκέντρωση αστυνομικών δυνάμεων έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθούν μαζί. Βρεθήκαν στην πορεία για το Σύνταγμα και μετά την κάθοδο των τανκς, διαλύθηκαν κάπου στα Εξάρχια. Σ’ένα μικρό στενό βρέθηκαν ανάμεσα σε αστυνομικές δυνάμεις. Ήταν έξη άτομα. Έσπρωξαν την πόρτα ενός παλιού νεοκλασικού. Κάποιος ηλικιωμένος τους έκανε νεύμα να μπουν.  Ήταν ένα σχεδιαστήριο όπου ο κύριος έκανε μακέτες για όφσετ και μεταξοτυπίας.  ―Κύριε Βακιρτζή του είπε, Γιάννης Κώτσης· τού’δωσε το χέρι και τον πήρε κατά μέρος. ―Είμαι φίλος του Στράτου Χαμηλοθώρη και είμαστε στην ίδια ομάδα, γνωρίζω τα πάντα για σας. Ο Στράτος αύριο φεύγει. Έχει τα διαβατήρια και τα εισιτήριά σας, να επικοινωνήσετε επειγόντως μαζί του.
    Κάποιος απ’την παρέα συστήθηκε στην Ξένη. ―Πολυξένη είμαι ο Νίκος Καραχάλιος απ’το δέκατο πέμπτο δημοτικό Πετραλώνων. Δε, με θυμάσε; ―Συγνώμη, όχι. ―Γέλασε. Τι περίεργος είναι ο κόσμος. Είμουν δέκα χρονών όταν σε είχα ερωτευτεί παράφορα και τώρα υπ’αυτές τις συνθήκες στο λέω, αλλά εσύ ούτε που με θυμάσαι.  ―Φίλε εγώ σε θυμάμαι. Είμαι ο Ιωσήφ Βακιρτζής. Καθόσουνα δίπλα στο μπακάλικο του Μήτσου στην Πλατεία Μερκούρη. Εσύ με θυμάσαι;  ―Όχι απάντησε ο Νίκος. ―Ο κόσμος μας είναι φοβερά σπάταλος φίλε, όπως το λουλούδι σκορπά χιλιάδες σπόρια και πολύ λίγα απ’αυτά φυτρώνουν, το ίδιο και με τις σχέσεις των ανθρώπων. Χιλιάδες έρωτες γεννιώνται μα λίγοι ευοδώνουν. Θα πω κι αυτό: Οι άντρες  σπαταλούν  τόνους σπέρματος, πολύ λίγο όμως φτάνει στο σκοπό του.

213
Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ο Παπαδόπουλος χάθηκε.  Ο κύριος Χαμηλοθώρης έδωσε μέσω της συζύγου του στην κυρία Καίτη, τη μητέρα της Ξένης δύο διαβατήρια, δύο εισιτήρια και μια διεύθυνση στο Παρίσι. Την άλλη μέρα την κοπάνισε για το Παρίσι. Ο Σήφης κι Ξένη έφυγαν αεροπορικώς για Ρώμη κι από κει πήγαν σιδηροδρομικώς στο Παρίσι. Η διεύθυνση που του είχε δοθεί ήταν του των σοσιαλδημοκρατών του Ανδρέα. Ο Σήφης χάρηκε. Ο Στράτος Χαμηλοθώρης ήταν τελικά δημοκράτης.  Ο Σήφης ήταν γνωστός σ’αυτούς τους κύκλους, κάποιοι τον θεωρούσαν ήρωα.  Στην πρώτη συγκέντρωση που παρευρέθει κι ήταν ομιλητής ο Χαμηλοθώρης προτού προχωρήσει στη ομιλία του, ανακοίνωσε ότι έχουν μαζί τους τον Σήφη Βακιρτζή. Το κοινό χειροκρότησε κι ο Χαμηλοθώρης τον κάλεσε ν’ανέβει στη έδρα και να πεί δυο κουβέντες. Ένας δημοσιογράφος θέλησε να του πάρει μια γρήγορη συνέντευξη, ο Σήφης αρνήθηκε ευγενικά. ―Παρακαλώ είπε πριν μερικές μέρες υπήρξε λαϊκή εξέγερση, χάθηκαν νέοι άνθρωποι και πολλοί βρίσκονται στα κρατητήρια και τις φυλακές, είναι ύβρις να παριστάνω εγώ εδώ στο Παρίσι τον αντιστασιακό. Το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ανώτερα στελέχη της οργάνωσης τον διπλάρωσαν, του έκαναν σαφές ότι τον χρειάζονται· ότι ο Αντρέας ετοιμάζεται να αναλάβει κι ότι θέλουν την οργανωτική του πείρα. Ο Σήφης λοιπόν ανέλαβε δράση, αλλά η Ξένη δεν τον ακολούθησε.  Έπιασε δουλειά σ’έναν εκδοτικό οίκο, αφού το να είσαι Έλληνας εκείνη την συγκυρία στο Παρίσι ήταν επικό. Δεν διάψευσε την εμπιστοσύνη τους. Γνώριζε άψογα αγγλικά και γαλλικά, αλλά είχε ταλέντο στη διαμόρφωση των κειμένων.  Στην παρουσίαση ενός έργου της Σιμόν ντε Μποβουάρ ο εκδότης ανέθεσε την οργάνωση της παρουσίασης στη Ξένη. Όταν την πρωτοαντίκρισε η Μποβουάρ, ρώτησε τον εκδότη με έκπληξη: ―Τι είναι αυτό! που το είχες κρυμμένο; Ο εκδότης της απάντησε φυγάς απ’την Ελλάδα.  Τότε η Σιμόν τους παράτησε και κατευθύνθηκε προς την Ξένη. Συστήθηκε. Η Ξένη που έτρεέτρεφε κάποιο θαυμασμό για την προσωπικότητά της, πήρε το

214
χέρι της με τα δυό της χέρια και τη το έσφιξε δυνατά. ―Μεγάλη μου τιμή της είπε. Έχω διαβάσει όλα τα έργα σας στο πρωτότυπο. Μπορώ να πω ότι λόγω της νεαρής μου τότε ηλικίας, μ’έχετε επηρεάσει πάρα πολύ.  Η Μποβουάρ ήταν μια όμορφη μεσόκοπη γυναίκα με θαυμάσιο βλέμμα. Χάρηκε. Την πλησίασε, την αγκάλιασε με τ’αριστερό χέρι και με το δεξί, της χάδευε γι’αρκετή ώρα τα μαλλιά χωρίς να λέει τίποτα.  ―Ζενιά μον αμούρ, ο Ζαν Πωλ έχει τη δική του Ελληνίδα. Μου επιτρέπεις να λέω ότι απέκτησα κι εγώ τη δική μου;  Και την έσφιξε δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο. Την φίλησε τόσο απαλά σαν ερωτικό χάδι.  Η Ξένη την κοίταξε κατάματα κι άφησε ένα σιβυλλικό αδιόρατο χαμόγελο. Η Σιμόν την άρπαξε σχεδόν με τη βία και την έσυρε στην παρέα του Σάρτρ. ―Ζαν Πωλ, Ζαν Πωλ κοίταξε τη Ζενή, τη δική Ελληνίδα.  Στην παρέα δημιουργήθηκε μια ευφορία, ο Μαλ την αγκάλιασε και την φίλησε στο στόμα. Η Ξένη θύμωσε τον έσπρωξε. Μπορεί να είσαι ταλαντούχος αλλά γάιδαρος του είπε χαριτωμένα κι όλη η παρέα ξέσπασε στα γέλια. ―Δεν είμαι γάιδαρος, αλλά κεραυνοβολημένος από έρωτα, απάντησε. Από αύριο ξεκινώ σενάριο για μια νέα ταινία μ’εσένα πρωταγωνίστρια.  ―Θα είναι ανοησία, του απάντησε η Ξένη, δεν μπορείς να γράψεις για κάποιον που δεν γνωρίζεις. Αλλά ούτε είμαι ηθοποιός για να παίξω στη ταινία σου. Εγώ δεν κάνω προχειρότητες. Όταν κάνω κάτι πρέπει να είναι άψογο. ―Αυτό δείχνει αλαζονία, της απάντησε. ―Όχι, όχι, πετάχτηκε ο εκδότης, που είχε ήδη μπει στην παρέα. Αυτό το κορίτσι έγινε σε λίγες μέρες ένας απ’τους αισθητικούς κινητήρες των εκδόσεών μου. Ό,τι περνά απ’το χέρι της είναι τερατωδώς άψογο. Αλήθεια δεν έχεις τίποτα δικό σου; τη ρώτησαν. ―Είχα κάποια κείμενα αλλά τα έκαψα σε μια στιγμή φόρτισης συναισθηματικής. Θα ξαναρχίσω να γράφω όταν ξαναποκτήσω το ηθικό δικαίωμα που έχω χάσει. Όταν πάψω να φοβάμαι τον εαυτό μου. ―Αυτό που είπες μ’αρέσει, μουρμούρισε ο Σαρτρ. Το έχω νιώσει κι εγώ αλλά με τρόμαξε, είναι πολύ επικίνδυνη αίσθηση, μπορεί να σε ρίξει στο χάος. ―Γράψε. Εγώ σου λέω γράψε κι άσε την ίδια τη γραφή να σ’οδηγήσει.

215
      Η Ξένη γύρισε αργά στο σπίτι ο Σήφης κοιμόταν ούτε που ξύπνησε. Μολονότι ήταν ευτυχισμένη, ένιωθε ότι το Παρίσι τους είχε χωρίσει.
      Ο Σήφης άρχισε σιγά-σιγά ν’απομακρύνεται απ’την οργάνωση χωρίς ν’αποκόπτει τους δεσμούς του. Η Ξένη τον ρώτησε το λόγο.  ―Ο περισσότερος κόσμος εκεί δεν ξέρει τι θέλει κι αυτοί που ξέρουν είναι ως επί το πλείστον πονηροί.  Η Ξένη του βρήκε δουλειά σ’ένα βιβλιοπωλείο στην περιοχή του Βενσέν. Εκεί ακόμα χτυπούσε λαβωμένη η καρδιά του «Μάη 68». Η Ξένη πήρε μια υποτροφία για κοινωνιολογία στο Βενσέν, παραιτήθηκε απ’τις εκδόσεις και ξέκοψε απ’τον κύκλο των διακεκριμένων καλλιτεχνών. Ο κύκλος αυτός ανέδιδε μιαν έντονη δυσοσμία παρακμής. Κράτησε μόνο τη σχέση της με τη Σιμόν. Αυτή η γυναίκα ασκούσε πάνω της μιαν αόριστη επιρροή, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ένοιωθε γι αυτήν. Είχε τη στόφα της θεάς. Ήταν τρυφερή, σοφή, φωτεινή, σκοτεινή και ερωτικά τόσο έκλυτη σχεδόν πρόστυχη. Ο σύντροφός της την αγαπούσε όπως ακριβώς είναι.
     Ο χούντα έπεσε τα μάζεψαν γρήγορα· θα έφευγαν. Η Ξένη πήγε ν’αποχαιρετήσει τη Σιμόν. Αυτή την περίμενε κάπως μεθυσμένη. ―Αν σου πω ότι χάρηκα που έπεσε η χούντα θα είναι ψέμα. Η Ελλάδα θα γνωρίσει τώρα άλλες χούντες ίσως πιο επικίνδυνες.  Δε θα γίνει τίποτα. Το μόνο που θα γίνει είναι ότι θα σε χάσω. Και ψιθύρισε: θα χάσω αυτό που ποτέ δεν είχα. Την αύρα ενός γλυκού ονείρου του τίποτα.
      Την πήρε στα γόνατά της. Την έσφιξε τόσο δυνατά σα ήλπιζε ότι θα την κρατήσει για πάντα. Με είχες τόσο μπερδέψει! Δεν ήξερα αν είσαι εγώ στα νοιάτα μου, η κόρη μου ή ο έρωτάς μου. Η Ξένη την φίλησε στο στόμα. Ίσα-ίσα που την άγγισε σαν χάδι.  Ένα λεπτό ρεύμα τρυφερής λαγνείας τις διαπέρασε. Η Ξένη σηκώθηκε δακρυσμένη. ―Εδώ τελειώνει. Δε θα ξαναηδωθούμε ποτέ. Σε πόθησα, μα ευτυχώς δεν ενέδωσα. Έτσι θα μας μείνει αυτό το αξέχαστο φιλί του αποχωρισμού. Η Σιμόν την έδιωξε. Αντίο δεν αντέχω αυτόν τον αποχωρισμό. Η Ξένη έφυγε σχεδόν τρέχοντας, αν καθόταν λίγο ακόμα θα κατρακυλούσαν στο μελό.  Βγαίνοντας συνάντησε τον Ζαν Πώλ τη χάιδεψε τρυφερά σαν παιδί, δεν είπαν λέξη. Βρήκε τη Σιμόν στο παράθυρο να κλαίει. Την αγκάλιασε. ―Τελικά ο Σκοτεινός Άγγελος σ’αγαπούσε, της είπε τρυφερά. Ο Σαρτρ είχε ονομάσει την Ξένη Σκοτεινό Άγγελο γιατί όπως έλεγε, δεν μπόρεσε ποτέ να την γνωρίσει.

216
     Μολονότι η αναχώρησή τους από το Παρίσι ήταν πικρή, γιατί ήταν σίγουροι πως ό,τι είχαν εκεί, δεν θα το ξανάβρισκαν στην Ελλάδα με τίποτα. Έφευγαν όμως με λαχτάρα. Ήθελαν να σφίξουν τα παιδιά πάνω τους και να ξαναδούν τους δικούς τους που τόσο αγαπούσαν. Στο αεροπλάνο ήταν κατά σύμπτωση κι ο Στράτος. Δεν ήταν πια ο κ. Συνταγματάρχης ούτε ο κ. Χαμηλοθώρης. Είχαν φάει ψωμί κι αλάτι. Άλλαξαν θέσεις με κάποιους άλλους ταξιδιώτες και κάθισαν δίπλα. ―Παρατήρησα Σήφη ότι άρχισες ν’απομακρύνεσαι. ―Θέλησα να το κάνω διακριτικά αλλά φαίνεται δεν το πέτυχα. ―Μόνον εγώ το κατάλαβα που σε ξέρω· στο υπουργείο σε είχα αντικείμενο παρατήρησης. ―Εσύ τι θα κάνεις από δω και πέρα. ―Θα εκπλαγείς. Όλη αυτή η περιπέτεια μου άνοιξε τα μάτια. Πιστεύω ότι η μόνη λύση είναι το ΚΚΕ. ―Εγώ γέρνω στο ΚΚΕ εσ. η Ξένη είναι Μαοϊκή. ―Δεν πάμε καλά φίλε μου. Είμαστε τρεις φίλοι και δεν μπορούμε να τα βρούμε, σκέψου τι γίνεται γενικά στο αριστερό κίνημα. Έχουμε κι εμβόλιμο τον Αντρέα. Ξέρεις ότι κάποια γραφεία του έχουν κρεμασμένες τις φωτογραφίες του Μαρξ, του Έγκελς και του Λένιν. Ναι του Λένιν. Αυτό δείχνει ότι το κίνημά τους είναι πολύ ύποπτο. Νομίζω ότι είναι βαλτοί. Ο Στράτος ζήτησε την γνώμη της Ξένης. ―«Οι ρεβιζιονιστές στη εξουσία είναι οι αστοί στην εξουσία». Απάντησε με το τσιτάτο του Μάο. Αυτό δεν αφορά μόνο το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, αλλά τους ευρωκομουνιστές και τους χρουτσωφικούς ψευδοκομουνιστές. ―Σαν ν’ακούω την παρέα του Σαρτρ, είπε ο Στράτος. Ο Σαρτρ το Μάη, πάνω σ’ένα βαρέλι μίλησε για λίγο στους φοιτητές, ο μισός του λόγος ήταν τσιτάτα του Μάο.  Η Ξένη χαμογέλασε, ―Και τι το παράδοξο βλέπεις σ’αυτό Στράτο; Φτάσαμε σήμερα στο πολιτικό-πολιτισμικό επίπεδο όπου μιλάνε  τα όπλα.   Έτσι μόνο με αποφθεγματικές ριπές μπορούμε να

217
συνεννοούμεθα. Κάθε άλλη επιχειρηματολογία είναι μάλλον ύποπτη αφού όλοι ξέρουμε ότι η ελευθερία απορρέει απ’την εξουσία κι η εξουσία απ’τις κάνες των πυροβόλων. ―Κάνε κράτη ρε φιλενάδα. Η χώρα μας που ακόμα δεν έχει τελειώσει με τον εμφύλιο, θα μπορούσε να ξαναμπεί σ’άλλον;  ―Τώρα βλέπω πόσο σ’αγαπώ. Αφού η αγάπη δεν μ’αφήνει να σε βομβαρδίσω μ’ατράνταχτα επιχειρήματα, είπε η Ξένη. Φυσικά δεν μιλάω για ένοπλη εξέγερση, αλλά για έναν μακροχρόνιο πολιτισμικό αγώνα που συνεχώς θ’αποκαλύπτει τα ψεύδη και θα ρίχνει τα προσωπεία. Και προπάντων να μην αφεθεί ο λαός στο φαρμακερό παραμύθι της ειρηνικής κατάχτησης της εξουσίας και της φανταστικής αντίληψης ότι το αστικό κοινοβούλιο είναι το λίκνο της δημοκρατίας κι ο προστάτης των ίσων ευκαιριών, δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων. ―Αχ αγάπη μου, τα κάνεις να φαίνονται όλα τόσο εύκολα! Είπε ο Στράτος.

Ο Σήφης μπόρεσε να διοριστεί πάλι στο Υπουργείο Πολιτισμού. Η θέση του ήταν κατώτερη από πριν. Είχε όμως ένα λογικό μισθό κι η Ξένη βρήκε δουλειά σ’έναν εκδοτικό οίκο.   Ο Υπουργός έμαθε για τα οργανωτικά προσόντα του Σήφη κι έτσι άρχισε ξανά να φέρνει δουλειά στο σπίτι όπου έγινε βοηθός της Ξένης, αφού η Ξένη είχε δουλειά κι από εκδόσεις.  Κυριαρχούσε η φωτισμένη, δεξιά αλλά τις θέσεις κρατούσαν πάντα οι δικοί τους άνθρωποι, άσχετα αν ήταν ικανοί ή όχι, αν είχαν σχέση με τον πολιτισμό ή όχι.  Η κατάσταση μολονότι φαινόταν ομαλή αφού ο Καραμανλής νομιμοποίσε και το ΚΚΕ, έκρυβε δυσαρέσκεια και κρυφή οργή. Οι χουντικοί δεν τιμωρηθήκαν, όπως ήθελε ο λαός, πιθανόν είχαν γίνει συμφωνίες με τη παράδοση της εξουσίας από το Γκιζίκη.  Η προδοσία της Κύπρου σκίαζε ακόμα την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Αντρέας εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση ανεβάζοντας το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Κάποια στιγμή υπουργός πολιτισμού έγινε η τραγωδός και διεθνώς αναγνωρισμένη συγγραφεύς κυρία Μαντώ Νοταρά. Αυτή είχε γνωρίσει το Σήφη στο Παρίσι και τον είχε συμπαθήσει. Η Νοταρά ήθελε να οργανώσει μ’έναν διαφορετικό τρόπο το Φεστιβάλ Αθηνών.  Έκανε μιαν επιτροπή.   Οι εργασίες

218
της οποίας ήταν για κλάματα. Στη συζήτηση που είχε με κάποιο στέλεχος του κόμματος, όταν πήγε να την επισκεφτεί, αυτός γέλασε. Μπορώ «εδώ και τώρα» να σου προτείνω λύ-ση. Τονίζοντας τη φράση «εδώ και τώρα» αφού ήταν τότε η καραμέλα του Αντρέα.  Φώναξε τον καφετζή, τον πήρε κατά μέρος και του είπε να καλέσει τον Βακιρτζή στο γραφείο
της κυρίας υπουργού. Ο Σήφης παρουσιάστηκε. Η κ. υπουργός έμεινε εμβρόντητη. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. ―Μόνο βουνό με βουνό δεν σμίγει.   Δε χρειάστηκε να του εξηγήσει, της εκμυστηρεύτηκε ότι είχε ήδη ετοιμάσει την πρότασή του και θα την έστελνε όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι. ―Τη θέλω τώρα. Πήγαινε να την φέρεις. Σε μια ώρα ο φάκελος ήταν στο υπουργείο.  Ήταν η ώρα που το προσωπικό θα έφευγε. ―Σήφη τηλεφώνησε σπίτι ότι έχεις γεύμα εργασίας με την υπουργό κι έδειξε τον εαυτό της με αυτοσαρκασμό.  Ο Σήφης της ανέλυσε γρήγορα τα κύρια σημεία της πρότασης που την ικανοποίησαν απόλυτα. Θα κρατήσω το φάκελο να τον μελετήσω σπίτι μου για να κάνω κι εγώ αν χρειαστεί κάποιες εύλογες παρατηρήσεις. Ο Σήφης γύρισε στο σπίτι και διηγήθηκε στην Ξένη τα γεγονότα. Η Ξένη χάρηκε γιατί επί τέλους θα διαλέγεται μ’έναν πραγματικά αξιόλογο άνθρωπο.  Σηκώθηκε και πλησίασε το Σήφη σαν να ήθελε να τονίσει κάτι. ―Δεν σου έχω πει ότι με τη Νοταρά έχουμε μιαν απόμακρη φιλία που γεννήθηκε στον κύκλο της  Μποβουάρ και των εκδόσεων.   
     Η Νοταρά έκανε να φανεί στο υπουργείο μιαν εβδομάδα.
Όταν επέστρεψε, κάλεσε το Σήφη στο Γραφείο. ―Μήπως γυναίκα σου είναι η Ξένη; Ο Σήφης έμεινε άναυδος.  Έμεινε με το στόμα ανοιχτό.   Η Νοταρά έβαλε τα γέλια. ―Σας τσάκωσα βρέ, του είπε. Είμαι σίγουρη, πως αν δεν τα γράφει αυτή, τουλάχιστον βοηθάει στην οργάνωση της σύνταξης του κειμένου.  Μη μου πεις όχι γιατί, διάβασα και τους άλλους φακέλους που ήταν υπό τον έλεγχο του Γιωργανά. Μάλιστα αυτό το κτήνος έγραψε σ’έναν φάκελο αυτό το συγκινητικό: «Τη θαυμάζω». Εκεί άρχισαν να επαληθεύονται οι υποψίες μου.  Στον κύκλο του Σαρτρ, η Ξένη θεωρείτο φαινόμενο.   Το σαββατοκύριακο είσαστε καλεσμένοι σπίτι μου στην Πλάκα. Θα είναι και ο Γιτζάκ Τζίκεντι.

219
      Αυτός ήταν Σλοβάκοεβραίος σκηνοθέτης και συγγραφέας ο οποίος τόσκασε απ’τη Σλοβακία όταν έπεσε στα χέρια των Γερμανών. Πήγε στην αρχή στο Λονδίνο αλλ’αμέσως μετά εγκαταστάθηκε στη Ν. Υόρκη και το Χόλυγουντ. Μετά τις διώξεις του Μακάρθυ, γύρισε στο Παρίσι. Η συνάντηση δεν έγινε γιατί ο Τζίκεντι αρρώστησε αιφνίδια κι έφυγαν για Λονδίνο.  Η Νοταρά παραιτήθηκε, ο άντρας της πέθανε.
     Η ερωτική σχέση της Ξένης με τον Σήφη, μετά τη φυγή για το Παρίσι είχε ατονήσει πάλι, έλειπε η φλόγα του σκοτεινού πόθου.  Έμαθαν ότι ο Μπούκουρας κατά τη διάρκεια της χούντας είχε βασανιστεί άγρια και μάλιστα χωρίς αιτία. Κάποιος φασίστας που του είχε φάει την γκόμενα τότε και ο Μπούκουρας το είχα αποκαλέσει μικροτσούτσουνο για να τον ξεφτιλίσει, ήταν στην ασφάλεια. Μολονότι ο Μπούκουρας είχε αποστασιοποιήθει απ’την πολιτική, αυτός έκανε τα πάντα για να συλληφθεί και το πέτυχε. Πλήρωσε λοιπόν ανθρώπους να τον φροντίσουν ιδιαίτερα. Θα τον είχαν σκοτώσει αν δεν παρέμβαινε ο αδελφός του ο Δαμιανός που ήταν διακεκριμένος αρχιτέκτονας στη Γερμανία.  Μίλησε κι ο ίδιος ο Κώλ. Τη γλίτωσε. Είχε όμως πάθει κάποιο ψυχολογικό τραύμα και είχε κλειστεί στο σπίτι του. Είχε γίνει παράδοξος και απότομος.   Όταν το έμαθε ο Ξένη, πήρε το Σήφη και πήγαν να τον δουν. Τους άνοιξε μια μεσόκοπη κυρία, η οικονόμος που τον φρόντιζε. Ήπιαν μερικές ρακές κι απ’τη συζήτησή του, βγήκε ότι τον είχαν σχεδόν ευνουχίσει. Δηλαδή όχι ακριβώς αλλά απ’τα χτυπήματα στο πέος ήταν ανίκανος. Στη μέθη του επάνω άφησε υπαινιγμούς για τα παιδιά του. Δηλαδή ότι μπορεί να τον σακάτεψαν αλλά αυτός πρόλαβε και κοίταξε την Ξένη με νόημα και τρυφερότητα. Της φίλησε τα χέρια κι άρχισε να κλαίει. Ο Σήφης αναστατώθηκε.  Πήρε την Ξένη κι έφυγαν χωρίς να τον χαιρετίσουν. Στο σπίτι έμειναν βουβοί, τι να έλεγαν. Κλείστηκαν καθένας σε διαφορετικό δωμάτιο. Τι να έκανε; Να έκανε τον Οθέλο; Θα ήταν ανόητο μετά από δέκα πέντε χρόνια. Τα παιδιά αυτά ήταν κατάδικά του.  Η Ξένη όμως; Του είχε γεννήσει υποψίες για το πρώτο παιδί, για το δεύτερο όχι;  Από την άλλη, αυτά ήταν υποψίες μπορεί κανένα παιδί να μην ήταν του Μπούκουρα.

220
Δεν πιάνονται τα παιδιά έτσι εύκολα, με μόνο μια φορά. Άλλοι παλεύουν μήνες κι άλλοι για πάντα.  Άνοιξε την πόρτα της Ξένιας. Αυτή καθόταν νηφάλια σε μια πολυθρόνα και κοιτούσε τον τοίχο, όπως έκανε όταν γέμιζε τις μπαταρίες της. Είχε ρίξει τα ρολά.
―Ξένια πες μου αυτό μόνο: είναι σίγουρο αυτό που είπε ο Μπούκουρας;  ―Όχι σίγουρο, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα. 
     Ο Σήφης την άλλη μέρα πήγε στο σπίτι του Μπούκουρα. Ο Μπούκουρας τον κοίταξε στα μάτια με πολύ πόνο. ―Είσαι αχάριστος του είπε.   Ο Πόλυ εμένα αγαπούσε και μου την πήρες. Προτού μου την πάρεις κάναμε μια φορά έρωτα. Από τότε την έχασα. Ήταν όλη δικιά σου κι έζησες μ’αυτό το το ιερό πλάσμα τον έρωτα και την αγάπη.  Όταν τσιλιμπούρδιζες με το γκομενάκι στη Θεσσαλονίκη, τη βρήκα σ’άθλια κατάσταση. Την έχεις δει ποτέ εσύ σ’αυτή την κατάσταση του πόνου και της αυτοεγκατάληψης; Φυσικά της, έκανα έρωτα για δεύτερη φορά κι αληθινά το χάρηκα κύριε διευθυντά του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών.  Λοίπον την είχες όλη δικιά σου, αλλά εγώ πήρα το μικρό κομματάκι του πόθου που μου ανήκε και ίσως αν υπάρχει θεός, αυτό το μικρό κομματάκι να ήταν το πιο γόνιμο. ―Δηλαδή δεν είσαι σίγουρος; ―Ωραίος είσαι, εγώ σου ανοίγω το βιβλίο της ζωής μας, της παράλληλης σχέσης μας κι εσένα ο νους στο κεχρί. Σήκω φύγε απ’το σπίτι μου ρε χαρτογιακά μη σου ανοίξω το κεφάλι. Μου έκλεψες τη ζωή και τώρα ζητάς και τα ρέστα.    Ο Σήφης βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατά χωρίς να ξέρει για που είναι ο δρόμος του γυρισμού. Όλα άρχισαν να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι του. ―Εντάξει, τον απάτησε δύο φορές αντί για μία, αλλά κι αυτός την είχε απατήσει. Ακόμα ο Μπούκουρας είχε δίκιο, την είχε όλη δικιά του εκτός απ’τις δύο αυτές φορές. Την πρώτη φορά όμως δεν τον είχε ουσιαστικά απατήσει, αφού δεν είχαν δώσει κανένα όρκο πίστης. Τη δεύτερη φορά που αληθινά τον απάτησε κι αυτός την απατούσε συγχρόνως με την Πόπη στη Θεσσαλονίκη. Αυτή όμως τον είχε προειδοποιήσει για κείνο το ερωτικό πάθος που κάποιες φορές την ξεπερνούσε. Αν την είχε πάρει μαζί του τότε στη θεσσαλονίκη, τίποτα απ’τα δύο δεν θα είχε συμβεί. Δηλαδή δεν θα είχε γίνει τίποτα περισσότερο απ’ό,τι ήξερε.

221
Στο τρίγωνο αυτό λοιπόν, αυτός είχε τη μερίδα του λέοντος καί στο όφελος καί στην ενοχή, μα πιθανόν καί στη ζημία. Η ζημία που πιθανόν να είχε συμβεί δεν ήταν βέβαιη, εκτός αυτού έπρεπε να την είχε υποπτευτεί μιας εξαρχής. Δεν ήταν τίποτε νέο. Ακόμα αυτά τα παιδιά κι αν δεν ήταν βιολογικά δικά του, ποιος θα μπορούσε να του πει ότι δεν είναι πια δικά του;  Ποιος θα μπορούσε να του τα πάρει; Κι ας υποθέσουμε ότι γνώριζε απ’την πρώτη στιγμή της εγκυμοσύνης τα πάντα. Αυτός ο Ιωσήφ Βακιρτζής θα μπορούσε σε δύο νέα κι αδύναμα όντα ν’απαγορεύση την Ιερή Έλευσή τους; Τα όντα αυτά που έφταναν τρομαγμένα σ’ένα εχθρικό κόσμο δεν έφταιγαν αν ο πατέρας τους ήταν αλητάκος, η μάνα τους πουτανίτσα, κι ο πατριός τους μαλάκας. Ακόμα η αντίληψη ότι η Έλευση του Νέου είναι ένα απλό αποτέλεσμα της ένωσης του Ωαρίου και του Σπερματοζωαρίου κι ότι έρχεται απ’τη μήτρα είναι πολύ απλοϊκή. Ο Έρωτας, ο Πόθος, η Βία της Συνεύρεσης, η Σύλληψη, η Εγκυμοσύνη κι όλα τα Παραφερνάλια αυτού του Ιέρού Δράματος ξεπερνούν τους δυο κοινωνούς στη κοινωνία της πράξης για την Έλευση του Νέου, είναι Ιερά Όργανα του σύμπαντος.  Ούτε η αιτία είναι κάτι που απορρέει απόλυτα από μας, ούτε βέβαια το αποτέλεσμα.
      Είχε πια βραδιάσει. Τα βήματά του, μολονότι όλη αυτή την ώρα που σκεπτόταν δεν ελέγχοντο απ’αυτόν, τον έφτασαν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Μπήκε μέσα, η Ξένη ήταν στο δωμάτιο που την άφησε κι ακριβώς στην ίδια θέση και την ίδια απόκοσμη κατάσταση. Η ιερή μνήμη του σώματός της τον περίμενε. Αυτός την τράβηξε με μια κάπως  βίαιη σιγουριά, με μια τρυφερή κακία.  Τα δάχτυλά του σχεδόν έμπαιναν μέσα στη σάρκα της προξενώντας ένα γλυκό πόνο. Αυτή ακολούθησε υπνωτισμένη. Την έριξε στο κρεβάτι με κάποια βία, κάτι μέσα της την έσπρωξε ν’αμυνθεί, να παλέψει. Ήταν μια πάλη ιεροτελεστική σαν να έπρεπε έτσι να γίνει, σαν κάτι απώτερο να την απαιτούσε. Αυτό τον ερέθισε, τον αναστάτωσε, τύφλωσε με άγριο πόθο τη λογική του. Τη βίασε. Κι όταν τελείωσε δεν την άφησε να φύγει, κάτι τον όριζε, δεν ήταν αυτός ο ίδιος.  Την είχε εκεί

222
υποταγμένο θήραμα των ορέξεών του, την ξαναβίασε και κοιμήθηκε.  Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή και η Ξενη είχε ετοιμάσει πρωινό. Αυτός έκατσε στο τραπέζι, ο Ξένη τον έστειλε στο μπάνιο. ―Μετά απ’ότι έκανες χθές πρέπει να πλυθείς για να κάτσεις στο τραπέζι. Αυτός αρνήθηκε. Η Ξένη τού’δωσε δυο δυνατά χαστούκια κι αυτός σαν να συνείλθε από κάποιο λίθαργο. Σηκώθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και έκανε το μπάνιο του.  ―Τώρα μπορείς να ξαναγγίξεις εμένα και τα παιδιά και μπορείς να κάτσεις μαζί μας σ’αυτό το θυσιαστήριο. Στο τέλος της βδομάδας του ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος. 
      Αντίθετα με τ’άλλα της παιδιά που ήταν καστανά και πιθανόν της έμοιαζαν, έκανε ένα ξανθό αγοράκι με ροδαλό δέρμα και κατακόκκινα χειλάκια που όπωσδήποτε έμοιαζε με τον Σήφη και θα το ονόμαζε Θοδωρή. ―Γιατί Θοδωρή τη ρώτησε ο Σήφης. ―Πρώτον γιατί έτσι έλεγαν τον Κολοκοτρώνη, αυτό το στοιχειό της θεάς φύσης. Κι έπειτα ο Θοδωρής μας, όπως ξέρεις καλά κι εσύ, είναι πράγματι στοιχειό κι ένα απροσδόκητο δώρο του θεού που είναι η φύση.
     Από κείνη τη μέρα η ζωή τους μπήκε σε μια άλλη κανονικότητα.  Οι γιαγιάδες φρόντιζαν τα παιδιά και το νοικοκυριό. Η Ξενη δεν έγραφε πια αλλά, διόρθωνε τις εργασίες του Σήφη κι αυτή άρχισε να γράφει ασταμάτητα δικά της κείμενα. Είχε πάψει πλέον να φοβάται τον εαυτό της. Στην αρχή κάποια φιλοσοφικά δοκίμια, μετά ποίηση και μετά διηγήματα. Τα τελείωνε και τά’βαζε με τάξη σε φακέλους. Εκτός λοιπόν απ’τις εργασίες του υπουργείου είχε τώρα ταξινομημένες και τις προσωπικές της εργασίες. Αυτές κανείς δεν επιτρέπετο να διαβάσει. Θα τις διάβαζαν όταν αποφάσιζε να τις εκδώσει.
     Η ερωτική τους ζωή, χωρίς να έχει χαθεί, είχε πλέον παραχωρήσει ένα μεγάλο μέρος στην τρυφερότητα και στην άλλη αγάπη, αυτήν που δεν ξέρουμε από που έρχεται και που εδρεύει. Αυτή που εκπέμπεται από μόνη της και χωρίς λόγο, με μυστικά κύματα κάνοντας την ψυχή των ανθρώπων να ραγίζει.

223

Μαθεύτηκε  ότι ο Μπούκουρας  πέθανε. Τον βρήκε η κυρία Σεβαστή Καλλιμάνη όταν γύρισε απ’τη βδομαδιάτικη άδεια που είχε πάρει, για να πάει στη Νάξο να δει τους δικούς της.  Ήταν ξαπλωμένος στην πολυθρόνα μ’ανοιχτά τα μάτια σαν να σκέπτεται.  Η ασφάλεια απεφάνθει ότι δεν συντρέχει τίποτα εγκληματικό αφού το σπίτι ήταν ακριβώς όπως το άφησε η κυρία Σεβαστή. Τους τόνισε όμως, ότι στην άδεια μεταλλική φρουτιέρα, που ήταν στο κέντρο του τραπεζιού, υπήρχε φίλο χαρτί που ενώ είχε καεί και βρισκόταν ολόκληρο εκεί και ότι το χαρτί δεν ήταν εκεί προτού αυτή φύγει. Σύμφωνα με τη γνώμη της, ήταν γράμμα που την τελευταία στιγμή μετάνιωσε κι έκαψε. Τους πληροφόρησε επίσης ότι ο κύριος Μπούκουρας είχε από καιρό πέσει σε κατάθλιψη λόγω ερωτικής απογοήτευσης κι ότι αυτή γνώριζε σε ποιάν αποτείνετο η επιστολή. Το ότι δεν πέταξε τις στάχτες κι άφησε την επιστολή ολόκληρη και καμένη, δείχνει ακριβώς ότι ο κ. Μπούκουρας περίμενε να το μάθει αυτή και να καταλάβει.
      Μετά από μια βδομάδα πήρε την Ξένη τηλέφωνο ένας συμβολαιογράφος, ο οποίος παρά τις αντιρρήσεις της, την έπεισε να παραβρεθεί στην ανάγνωση της διαθήκης.  Άφηνε στην κυρία Σεβαστή τετρακόσιες χιλιάδες δραχμές και στη Ξένια πεντακόσιες και την πολυκατοικία. Στο κείμενο της διαθήκης τόνιζε υπογραμμισμένα, ότι η κυρία Πολυξένη εντός παρενθέσεως (Πόλυ) Βακιρτζή, γνωρίζει τον λόγο της απόφασής του.   Η Ξένη παραχώρησε τα δικαιώματά της σε μια νέα οργάνωση για την προστασία και τα δικαιώματα των κακοποιημένων γυναικών και παιδιών. 
          Ο Σήφης και τα παιδιά δεν έμαθαν τίποτα.

Αγαπούσε τα δύο μεγάλα της παιδιά, όσο και τον Σήφη, το Θοδωράκη της όμως, εκτός που τον θήλαζε σχεδόν δύο χρόνια, τον έβλέπε κι έλιωνε. Κι ενώ τ’άλλα της παιδιά οργάνωσε με πειθαρχία έτσι που νά’χουν σπουδάσει, νά’χουν διοριστεί και αναρριχηθεί στην ιεραρχία του υπουργείου, ο μικρός έγινε λίγο αλητάκος.  Μπάλα, παρεΐτσες, κοπάνες και γκομενίτσες.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο, αφού τ’αποτελέσματα των DNA, όπως είναι φυσικό για την Ελλάδα διέρευσαν.  Ο Σήφης παραιτήθηκε.  Τα δύο του παιδιά κράτησαν σοβαρή στάση                                                                                        

224
και περίμεναν να κοπάσει το σκάνδαλο. Ο Θοδωράκης που ήταν δεκαεννέα χρονών μπαρκάρισε, κι έτσι γλίτωσε και το στρατό. Στην αρχή έγραψε μερικά γράμματα στη μάνα του αλλά γρήγορα σταμάτησε.
      Η ζωή έπαιζε στο Σήφη παιγνίδια.  Τα δυο πρώτα παιδιά που δεν ήταν δικά του, του έμοιαζαν στο χαρακτήρα, ενώ αυτό που ήταν δικό του, έμοιαζε στον χαρακτήρα του Μπούκουρα. Αυτά τα δύο παιδιά για τα οποία ένιωθε κάποια αμηχανία μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, τον αγαπούσαν περισσότερο απ’αυτό που ήταν φυσικό του παιδί.  Και μολονότι ήξερε από πριν πως όλα ήταν πιθανά για την πατρότητα των παιδιών και είχε φιλοσοφήσει και αναλύσει όλη την κατάσταση, δίνοντας το λιγότερο φταίξιμο στην Ξένη, σταμάτησε να της μιλά, έφυγε απ’το σπίτι κι εγκαταστάθηκε σ’ένα μικρό παραθαλάσσιο σπιτάκι στη Σύρο, που τους είχε χαρίσει η κυρία Μαντώ Νοταρά.
     ―Εκεί θα ζούσε τα τελευταία του χρόνια, σκέφτηκε, απαξιωμένος απ’όλους και κυρίως από τον άνθρωπο που είχε παράφορα αγαπήσει.   Ίσως ήταν πολύ λίγος για μια τέτοιαν αγάπη, ίσως απλά ήταν πολύ λίγος για αγάπη, αφού το φυσικό του παιδί τον είχε κι αυτό περιφρονήσει, δεν τον θεωρούσε άξιο για πατέρα του. Πέρασαν δύο μήνες. Κάποιο μεσημεράκι είδε να έρχεται ένα γαϊδουράκι και να κουβάλα κάποιες βαλίτσες. Το σπιτάκι του ήταν σε μια χωσιά στην ακροθαλασσιά και δεν είχε ορατότητα προς τη στεριά αλλά στη απεριόριστη στη θάλασσα. Ο αγωγιάτης άφησε τα πράγματα εκεί μπροστά του χωρίς εξηγήσεις κι έφυγε. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε η Ξένη. Την είχε τόσο επιθυμήσει!
Η καρδιά του χτυπούσε σαν ξεχαρβαλωμένη. Δεν μπόρεσε όμως να την αντικρίσει, τα συναισθήματά του ήταν πολύ μπερδεμένα.  Μολονότι ήταν αυτός που είχε αδικηθεί απ’τη σχέση τους, ένιωθε ότι ήταν αυτός που έφταιγε περισσότερο. Ήθελε να πέσει την αγκαλιά της να την σφίξει τόσο πολύ, που να την βλάψει από αγάπη, πόνο κι εκδίκηση.
     Η Ξένη μπήκε στο σπιτάκι έβαλε τις βαλίτσες σε μιαν εσωτερική πεζούλα έψησε καφέ και τον σερβίρισε έξω στη ακρογιαλιά που καθόταν ο Σήφης.  Κάθισε κι αυτή και

225
κοιτούσε τη θάλασσα. Πέρασε σχεδόν μισή ώρα σιωπής. Ο Σήφης είχε τόσο πολύ εκπλαγεί, που η αμηχανία του είχε φέρει νοητική ακαμψία. Ήθελε τόσο να σπάσει τη σιωπή μα δεν μπορούσε.  Όπως πάντα ήταν η Ξένη που έδωσε λύση κι έσπασε τη σιωπή. ―Δεν μπορώ να σ’αφήσω μόνο θα βρομίσεις. Θα έρχομαι μια φορά τη βδομάδα να σε φροντίζω και θα φεύγω. Τα πράγματά μου θα βρίσκονται σε μια γωνίτσα και θα κοιμάμαι στο καναπέ. Η φωνή της ήταν σπασμένη από μικρούς λυγμούς. Την κοίταξε λοξά με την άκρη του ματιού του. Αυτό το θαυμάσιο πλάσμα ήλθε εδώ στην ερημιά να τον φροντίσει κι αυτός έκανε τον αδικημένο; Πόσο δίκιο είχε ο Μπούκουρας; Μήπως ο Μπούκουρας την αγαπούσε τόσο, που αυτός, ο άνθρωπος που έζησε τόσα χρόνια μαζί της δε είχε υποψιαστεί. Μήπως πράγματι ήταν όπως τον χαρακτήρισε ο Μπούκουρας αχάριστος χαρτογιακάς;  Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος ήθελε, μα τα πόδια του δεν τον ακολουθούσαν. Ντράπηκε, ήταν τόσο άθλιος;  Είχε καταντήσει τόσο άβουλος! Η Ξένη που τον ήξερε περισσότερο απ’ότι αυτός γνώριζε τον εαυτό του, έσπασε τη σιωπή. ―Αγάπη μου είπε έχει μεσημεριάσει πρέπει να σου μαγειρέψω. Πρέπει να πάμε για ψώνια. Έφυγαν μαζί για το χωριό. Στο δρόμο αυτός τόλμησε. Την πήρε στη αρχή αγκαζέ, μετά την άρπαξε την έσφιξε και τη φίλησε. ―Σήμερα δεν προλαβαίνουμε να μαγειρέψουμε της είπε θα φάμε στο ταβερνάκι. Παρήγγειλαν μπακαλιαράκια κι ένα καρτούτσο κρασί βαρελίσιο.  Η Ξένη στη ακρογιαλιά είχε για πρώτη φορά πιει καφέ και τώρα εδώ έπινε για πρώτη φορά κρασί. Μισό ποτηράκι. Ζαλίστηκε αλλά της έφερε μιαν έντονη συναισθηματική ευφορία, πολύ διαφορετική που δεν είχε ξανανιώσει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει κι όταν γύριζαν παραπατούσε λίγο.  Άπλωσε το αριστερό της χέρι γύρω απ’τον ώμο του Σήφη, στη αρχή από τρυφερότητα κι αγάπη, αλλά πολύ γρήγορα για να στηρίζεται. Ο Σήφης της πέρασε το δεξί του χέρι γύρω απ’τη μέση σαν πούπουλο. Την κρατούσε γερά σαν να φοβόταν μην του φύγει.  Την ξάπλωσε στο κρεβάτι κι αυτή κοιμήθηκε αμέσως, εξάλλου πριν αποφασίσει να πάει να τον βρει είχε χάσει τον ύπνο της.  Αυτός κάθισε δίπλα σε μια μικρή πολυθρονίτσα και άφησε το φως της κουζίνας ανοιχτό

226
για να την βλέπει.  Του φάνηκε ότι στον ύπνο της χαμογελούσε. Τη φίλησε με στοργή. Έξαφνα αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα. Η Ξένη όπως πάντα ξύπνησε πρωί, τον άφησε να κοιμάται εκεί στη πολυθρόνα. Άρχισε αθόρυβα να καθαρίζει κι έβαλε στη φωτιά το φαγητό. Όταν ο Σήφης είχε ξυπνήσει το σπίτι ήταν άλλο. Έκανε πως κοιμόταν για λίγο· ήθελε να την χαρεί. Κινείτο αργά και σταθερά, οργανωμένα, σαν να την είχαν κουρδίσει ή σαν να μετείχε σ’έναν αργό ιεροτελεστικό χορό. Μήπως πράγματι ήταν εξωγήινη, όπως την έλεγε τότε η παρέα στη σχολή; Όταν η Ξένη ανέβηκε στο παταράκι του σπιτιού κι έφτανε στο τέλος η καθαριότητα, σήκωσε ένα ύφασμα που σκέπαζε ένα τραπεζάκι σαν γραφείο. Ο Σήφης είχε αρχίζει ξανά να σχεδιάζει. Το σχέδιο που δούλευε στο γραφείο δεν ήταν ολοκληρωμένο, αλλά διέκρινε τον εαυτό της.  Βέβαια έναν άλλον εαυτό χαμένο στο παρελθόν.  Ήταν σαν τον Σκοτεινό Άγγελο. Όπως τη χαρακτήριζε ο Σαρτρ όταν μιλούσε γι’ αυτήν στη Σιμόν. 
Το σκέπασε, δεν είπε τίποτα. Τον ήξερε καλά, δεν ήθελε να βλέπουν τα σχέδιά του αν δεν τα έδειχνε αυτός ο ίδιος.
      Ούτε εκείνη την μέρα έκαναν τη συζήτηση που ήθελαν για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.  Για πρώτη φορά είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι στα σημαντικά της ζωής δεν ταίριαζαν τα λόγια κι οι εξηγήσεις. Αυτά που έλεγαν ή τέλος πάντων προγραμμάτιζαν ήταν ανόητα, απείχαν τόσο πολύ απ’την πραγματικότητα! Η ζωή είχε η ίδια το δικό της τρόπο να πραγματώνεται.  Αφού καθένας, είχε μέσα του έναν απύθμενο κληρονομικό μηχανισμό που δεν μπορούσε να μπει εκ των προτέρων σε καλούπια.  Όταν ο άνθρωπος περιοριζόταν απ’τα πολλά «πρέπει» των κοινωνικών υποχρεώσεων, ο σκοτεινός εαυτός του κάποτε γύριζε πίσω και ζητούσε επιτατικά τα δικαιώματά του. Επί τέλους η Ξένη είχε λύσει το γρίφο της σχέσης της με το Σήφη. Φαίνεται ότι αυτοί δεν είχαν ζωικές ανοχές συμπίεσης προσωπικής, είχαν μιαν έμφυτη, αχαλίνωτη εσωτερική ελευθερία, που όταν την συμπίεζαν πολύ, εκρήγνυτο ή παραμέριζε τα πάντα και λειτουργούσε με το δικό της τρόπο. ―Σήφη, δεν σου είπα το σπουδαιότερο απ’όλα.  Πήρα γράμμα απ’τον Θοδωράκη σου. Κάποια

227
στιγμή γνώρισε και παντρεύτηκε την Κάτια, ένα κορίτσι απ’τη Ρωσία. Έχει μαζέψει αρκετά χρήματα από τα ταξίδια του κι αποφάσισε να ξεμπαρκάρει να παντρευτούν και να εγκατασταθούν σ’ένα νησί.  
     Πράγματι κάποιο απόγευμα κατέφθασαν στο λιμάνι της Σύρου. Ο Σήφης κι η Ξένη τους περίμεναν. Δεν τους γνώρισαν. Κάποια στιγμή ένα ολόξανθο ζευγάρι τους πλησίασε κατάλαβαν και τους αγκάλιασαν. Ο Νεαρός είχε μαλλιά μακριά και γένια, ήταν σαν τον Οδυσσέα. Το κοριτσάκι ήταν ακριβώς όπως η Ξένη στα νιάτα της, όμως ολόξανθη. Η Κάτια τους κοίταξε με τρυφερότητα, είχε χάσει τους γονείς της που υπεραγαπούσε κι αποκτούσε νέους.  Κάθισαν μια βδομάδα όλοι μαζί στο μικρό σπιτάκι. Ο Φεντορέγκο όπως τον έλεγε η Κάτια είχε αγοράσει την Πάτμο ένα μικρό δίπατο, του οποίου το ισόγειο ήταν κατάστημα κι έπανω κατοικία.   Έφυγαν χαρούμενοι για να φιάξουν μια νέα ζωή.
     Η Ξένη είχε ένα γραφειάκι δικό της στη μια μεριά του παταριού κι έγραφε ποίηση. Είχε πια κατασταλάξει στο ότι αυτό που είχε εδώ ήταν ιδεώδες. Βέβαια ήξερε ότι ο εαυτός κάποια στιγμή βαριέται και ξεσηκώνεται γι’αυτό δεν έκανε πια σχέδια.  Άφηνε τη ζωή να προχωρεί όπως αυτή ήθελε.   

Ο  Ιωσήφ «Οδυσσέας» Βακιρτζής, ξύπνησε εκείνο το πρωί νωρίς. Βγήκε στην αμμουδιά μπρος το σπιτάκι. Ο αγέρας της θάλασσας και του αγρού τον αναστάτωσαν. Στο βάθος μπροστά η αφρισμένη θάλασσα και πίσω του τα βράχια, τα πεύκα, οι αγριλιές και τ’αγριολούλουδα. Είπε μέσα του:  ―Θα πάρω τ’ολοζώντανο γαλάζιο της θάλασσας, του αφρού το ολόλευκο κι όλα τα χρώματα από τ’αγριολούλουδα. Το βιολετί, το κατακόκκινο της παπαρούνας και το κίτρινο της μαργαρίτας, το λαδί και το πράσινο, μα πρωτ’απ’όλα θα πάρω το καφεκόκκινο της σκουριάς και θα σχεδιάσω το σκαρί της Αργώς. Στο πλαίσιο πάνω θ’αφήσω τα χρώματα μόνα του να τρέξουν και ν’αρμολογηθούν.   Θα πάρω την αγάπη μου και θα σαλπάρω.  Θα ξαναφύγουμε για το ταξίδι του ονείρου. Κανείς μα κανείς δε θα μας βεβαιώσει ότι θα ξαναγυρίσουμε πίσω απ’αυτό το ταξίδι της υγιούς τρέλας στο άρρητο· αφού τα εκκωφαντικά τύμπανα του πόθου είναι ναι βουβά. Ακούγονται μόνο μέσα σ’αυτόν
που γνωρίζει. Καλό μας ταξίδι! Καλό ταξίδι και στους φίλους τους άγνωστους αυτούς που θα δούμε σε κάποια θάλασσα μακρινή.  Εκεί σ’αυτές τις θάλασσες, μπορεί να ξαναπιούμε καφέ στο Γιουσουρούμ, να ξανακάνουμε βόλτα στον Κεραμεικό και στη στοά του Αττάλου, να ξαναφάμε σουτζούκι και παστουρμά στου Μιρράν να ξαναπιούμε τσιπουράκι στην Ευριπίδου ή να φάμε σουβλάκι στον Αρμένη. Ναι σ’αυτούς του γνωστούς αλλά άγνωστους δρόμους, μπορεί να χαθεί ο ονειροπόλος όταν ταξιδεύει με τη μεθυσμένη Αργώ του Σήφη και της Ξένιας Βακιρτζή.

Από κείνη τη μέρα ο Σήφης άρχισε με μανία να ζωγραφίζει. Άραγε η Ξένη θα επαληθευτεί που κάποτε είχε πει ότι έχει τη στόφα του μεγάλου;


228

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο