Μικρό νυκτερινό ταξίδι


ΜΙΚΡΟ ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΑΣ

Α. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΜΑΣ
     
μικρή εισαγωγή

στη μνήμη μιας φιλίας που έγινε πριν τη γνωριμία
στη μνήμη των παιδιών που βλέπουν ό,τι εμείς δεν είδαμε
στη μνήμη των φίλων που ξεστράτισαν μέσ’τα ίδια τους τα όνειρα
στη μνήμη όσων συνεχίζουν να ψιθυρίζουν γύρω μας
μολονότι χάθηκαν

την μνήμη των ερώτων των εφήμερων που έφυγαν χωρίς ίχνος
στη μνήμη ενός όλο υποσχέσεις θωπευτικού αγγίγματος
και μιας φευγαλαίας ματιάς απραγματοποίητου πόθου
στη μνήμη της άγνωστης ερωτικής φιγούρας
που χάθηκε χωρίς να γνωρίσουμε

στη μνήμη των παιδικών παιχνιδιών
που πάνω τους τότε στηρίχτηκε ο κόσμος μας ολόκληρος
ο κόσμος που χάθηκε βίαια μαζί τους
αφήνοντας διάτρητο το σώμα μας

στη μνήμη αυτών που η συνήθεια δεν άφησε ν’ανταλλάξουμε λόγια αγάπης
στη μνήμη των καθημερινών φίλων που δε μπορέσαμε να γνωρίσουμε
γιατί η φιλία τους γλιστρούσε κάθε στιγμή απ’τα δάκτυλά μας
στη μνήμη των γερόντων
που την αγάπη τους νιώσαμε όταν είχαν φύγει
στη μνήμη των γονιών
που δεν μας άφησαν να τους γνωρίσουμε

στη μνήμη της λέξης από επιφυλακτικότητα που δεν ξεστομίσαμε
στη μνήμη ενός επί πλέον ποτηριού κρασιού
από ευπρέπεια που δεν ήπιαμε

στη μνήμη όσων τον πανηγυριώτικο κόσμο έζησαν γονυκλινείς
και τώρα βλέπουν να χάνεται μέσα απ’τα θολά τζάμια                             
και τα σκονισμένα βιβλία του ιερού μαυσωλείου τους

στη μνήμη της ζωής που χάνεται
τραγουδώντας και χορεύοντας

ο Πολυκράτης Κόλιας κι η ψυχή του

το τομάρι που φοράει αντέχει ακόμα
τ’αγρίμια που έρχονται από μέσα του
σταματάνε εδώ σ’αυτό
αφήνουν μικρές δαγκωματιές που πονάνε
και φεύγουν, γυρίζουν πίσω

είναι τότε που ξαναγυρίζει η θλίψη
η θλίψη μιας παμπάλαιας μοναξιάς
που αυτός ο Πολυκράτης Κόλλιας μάλλον
ήταν φτιαγμένος απ’αυτήν

το κρυμμένο παρελθόν μέσα μας

ο Διομήδης Κοτσαμπίκογλου
είχε σηκώσει το ποτήρι -εις υγείαν-
στο ύψος της φιλίας του οινοποτείου της γειτονιάς του
στο οινοκαφενείο του Βαλέκα
Κυδαντιδων και Τρώων γωνία στ’απάνω Πετράλωνα
το κόκκινο κρασί δεν αναρωτήθηκε που πήγε
κάτω απ’την προβιά στόματα περιμένουν διψασμένα
όσες ζωές κι αν ζήσει δε θα μπορέσει να τα ξεδιψάσει

πρόβολος φεγγίτης

ο χώρος αυτός του σπιτιού ο πιο φωτεινός
πρόβαλε στον κήπο
έχοντας τζαμαρίες κι απ’τις τρεις πλευρές
τη νύχτα όμως από κει έμπαινε όλο το σκοτάδι

το σκοτάδι που ξεχνάμε

η Αντιγόνη Δάβαρη χρόνια τώρα στο πατρικό της
ανάμεσα στα κεντητά τραπεζομάντιλα
και τους τσεβρέδες,  είχε ξεχάσει να πονάει
ξάφνου χθες βράδυ ξαναθυμήθηκε                                         
την ώρα που η νύχτα στο πιο βαθύ σκοτάδι είχε σβήσει

ο θίασος μέσα του

βαμμένο πρόσωπο σαν μάσκα
βαμμένα κατάμαυρα μαλλιά
σ’αυτό το θίασο, ο ρόλος του νέου δεν του πάει πια

από μέσα του έρχεται παραπατώντας το γερασμένο ζώο
το είχαν βασανίσει ανήλικα αλητάκια
και παμπάλαιες βροχές
τού’ χαν πάρει όλα του τα χρώματα                              

ο ξεχασμένος έρωτας

ήρθε ο έρωτας κατάκοπος γερασμένος
με φτερούγες ξεφτισμένες, φαρέτρα άδεια
κάθισε στον καθρέφτη χαμογέλασε κι άρχισε να βάφεται
κλαίγοντας ένα παλιό ερωτικό τραγούδι.

το μακρινό ταξίδι

εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του Νοέμβρη
ο Αριστείδης Καλαφάτης
διευθυντής της τοπικής Αγροτικής Ζευγολατιού
φορώντας το μπλε γαμπριάτικο κουστούμι
με τα χέρια σταυρωμένα, τη γραβάτα να τον πνίγει στο λαιμό
και την κοιλιά να ξεχειλίζει έξω απ’τα κουμπιά
φρεσκοξυρισμένος και σοβαρός όσο δεν παίρνει
έφυγε ξανά για κείνο το μακρινό ταξίδι

όταν γυρίσει, κανείς δε θα τον αναγνωρίσει, θα είναι άλλος
μπορεί εκείνο το κοριτσάκι με τ’ανήσυχα μάτια
που η αγάπη των άλλων του φέρνει τρόμο

το άσπρο το κόκκινο το μαύρο
τα σπίτια του ονείρου του μακρινού τα ολόλευκα
το κλάμα του παιδιού
κι η γαλάζια θάλασσα που άρχισε ξανά να κυματίζει.

η σκοτεινή γραφή

ο κύριος Γιάννης Ζακίνης άνοιξε τη σκοτεινή πορτίτσα ξανά             
και χάθηκε στο ερμάρι που είχε μέσα του
αυτό με τα παλιά τα σκονισμένα,
τα γραμμένα σε χαρτιά σκοτεινά, σε γλώσσες άγνωστες
που μόνον εκεί μέσα μπορούσε να διαβάζει κάποτε

είχε ξεκινήσει από μιαν αμφιβολία
μα όταν έφτασε στη βεβαιότητα,
οι αμφιβολίες πολλαπλασιάστηκαν
ξέχασε το δρόμο του γυρισμού

το ξεχασμένο μυστικό

η Ειρήνη Σκαλούπακα είχε ένα χαμόγελο δειλό μα λαμπρό
ένα χαμόγελο που έβγαινε χωρίς συναλλαγή
γι’αυτό τη λέγανε Ρενάκι
κάποια μέρα έφυγε χάθηκε

όταν επέστρεψε χτύπησε την πόρτα κι ανοίξαμε
ήταν μια σοβαρή κυρία με γκρίζους κροτάφους
μέσα σ’ένα βαρύ παλτό σαν πανοπλία, τυλιγμένη σε κασκόλ
την ακολουθούσε καιρός βροχερός ίσως καταιγίδα

ξοπίσω της σβησμένα ξεχασμένα όνειρα
τέσσερα εγγόνια δυο παιδιά  ένας σύζυγος
και πιο πίσω στα σκοτεινά, ο παλιός ο έρωτας ο χαμένος
χαμένος με τα όνειρα της νιότης
που ήταν ακόμα ο αγαπημένος                               

το σώμα κι ο θάνατος

με χίλιους θανάτους τον σταυρώσανε
όμως κανείς δεν τον έβλαψε
κι ο Ευθύμιος Λιούτας αραγμένος μπροστά στην τηλεόραση
με το τσιγάρο να καπνίζει στην άκρη των χειλιών του
και μια μπύρα στο χέρι,  τό’ξερε καλά
πεθαίνεις μόνο το θάνατο που γνωρίζεις
το σώμα είναι φτιαγμένο απ’το δικό του θάνατο

ο κήπος

καλοκαιριάτικη βροχή κι αέρας γλυκός νυχτερινός
έχει όμως η νύχτα τη δική της παγωνιά
που πάει με τη νυχτερινή βροχή
                                                                                                          
το ραντεβού

ο Διαγόρας Ντουζένης-Περέογλου
έβαλε τα κρέατα στο ψυγείο
ξέπλυνε αργά αργά τα μαχαίρια
όλο δουλειές έβρισκε τη μέρα εκείνη
λες και δεν ήθελε να φύγει
έκλεισε το μαγαζί και βγήκε

ξάφνου θυμήθηκε το αληθινό του όνομα
μια βιάση τον έπιασε
έξω απ’την πόρτα του σπιτιού του κοντοστάθηκε
ήθελε να μπει μα δεν προλάβαινε
πήρε βιαστικά την κατηφόρα προς το ηρώο της πλατείας
κι έστριψε στον μεγάλο καινούριο δρόμο
εκεί που είχε ραντεβού με το φορτηγό από την Αθήνα
ήταν τότε που πέρασε απ’την κάτω μεριά της πόλης
αυτή που δε φαίνεται
άνοιξε μια πόρτα μπήκε και χάθηκε
κανείς δεν τον ξαναείδε ποτέ πια.                                                                                                          

η καριέρα

εκείνο το βράδυ όλοι οι δικοί του, οι πιο δικοί του
είδαν την προηγούμενη ζωή του να γυρίζει πίσω
να ορθώνεται και να τον πλακώνει
κι αυτός ο Θεμιστοκλής Καμβύσης
ο βασικότερος πολιτικός παράγοντας της Θεσπρωτίας
καθισμένος σε μια γωνίτσα όπου κανείς δεν τον έβλεπε
αναρωτιόταν τι γύρευε εκεί ανάμεσα στους δικούς του,
τους πιο δικούς του που ήταν και οι πιο ξένοι
μα δεν είχε πλέον που αλλού να πάει

ο απολογισμός

όλα τα κρυφά τα ιερά του αυτά που όριζαν τη ζωή του
ήρθε η ώρα που σκόρπισαν, χάθηκαν
κι αυτός, ο Νικολάκης Γλυκοφρίδης
που όλοι στην αγορά τον φώναζαν κατσαρομάλλη
γιατί ήταν καραφλός                                                                   
ήταν τότε που έμαθε από πρώτο χέρι
πως τίποτα δεν τον ορίζει πια, μα ούτε κι αυτός ορίζει τίποτα
στα πίσω δωμάτια του νου, τα φώτα άρχισαν να σβήνουν
κι όλες οι σκιές του βγήκαν γελώντας, φλυαρώντας ασταμάτητα
και χάθηκαν στο σκοτάδι

η νύχτα που έρχεται

εκείνο το παγερό πρωινό έφτασαν άντρες από χώρες άγνωστες
ντυμένοι βαριά με προβιές, μιλούσαν γλώσσες βάρβαρες
κοιτώντας καχύποπτα ο ένας τον άλλον
όλοι κάτω απ’το δερμάτινο αντίσκηνο
την προβιά του Πολυχρόνη Μάινα την ξεφτισμένη
                                                                                                                
οι γυναίκες τέντωναν ψηλά το λαιμό
ουρλιάζοντας σαν σκυλιά δαρμένα
η αρχαία του Γριά είχε υφάνει το ολόλευκο σεντόνι
τελειώνοντάς του όλο το νήμα

φαίνεται, η νύχτα που έρχεται θα είναι μεγάλη
κάτω από το άσπρο το σκοτεινό σεντόνι.

η ζωή που χάθηκε

ο Σωκράτης Βουγιούκας ο ηλεχτρολόγος
είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα
έριξε νερό στο πρόσωπο έφτιαξε καφέ
άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά

ήταν τότε που κατάλαβε
πως δεν είχε ζήσει τη δική του ζωή
δεν του περίσσευε όμως αρκετή πια
να ζήσει δική του

το όνειρο

η κυρία Μαργαρίτα Κροντηρά
ξύπνησε μέσα σ’ένα απ’τα όνειρά της, ντύθηκε κι έφυγε
μια αόριστη αισιοδοξία την είχε πιάσει εκείνο το πρωινό
είπε μέσα της
η ζωή είναι ωραία ένας κήπος γεμάτος θαύματα
είδε στρατιές ανθρώπων σε ειρηνικούς εύφορους αγρούς                     
φορούσαν ρούχα ολοκάθαρα, απλά κι αφρόντιστα
εργάζονταν χαμογελαστοί κι ευτυχισμένοι
τα παιδιά έπαιζαν με πάθος και λαχτάρα
με ολοζώντανη χαρά

τι κρίμα σκέφτηκε
απ’αυτό το όνειρο δε θα ξυπνήσω ποτέ
να δω αν είναι αληθινό
κι άρχισε το τραγούδι του ονείρου της
αυτό που κάθε πρωί ξυπνώντας το ξεχνούσε

«το χθες δεν υπάρχει, το αύριο δεν υπάρχει
το τώρα είναι πάντα, το τώρα που δεν είναι,
που είναι πάντα άλλο, που ήλθε απ’το χθες,
που είναι τώρα αυτό τίποτα,
είναι αυτό που είναι πάντα»

οι Έλληνες

αφήσανε σημάδια μεγαλοπρεπή
να τους θυμίζουν
ξοπίσω τους όμως αλητάκια με κρόταλα
και καραβάνια τσιγγάνων μπεχλιβάνηδων
κι ακόμα πιο πίσω στο σκοτάδι
σκιές φανατικών μοναχών με μίσος και σφυριά
τα σκόρπισαν όλα, δεν έμεινε τίποτα

η σιωπή που μιλάμε
συναντήθηκαν τυχαία
παλιός νεανικός έρωτας
μιλήσαν για δουλειές για καζάντια για σπίτια
μετά σιωπή
δεν είχαν τίποτα να πουν
το σκοτάδι γλιστρισε με ανακούφηση
ανάμεσα στα κουρασμένα πρόσωπα
γύρω πολλά παιδιά έκαναν φυγούρες και σούζες με ποδήλατα
πείραζαν κορίτσια αυθαδιάζοντας
περνούσαν βίαια και τους έσπρωχναν
χωρίς να τους προσέχουν
αισχρολογώντας όλο σοφία                                                

η επιστροφή                                                                              

στην πόλη της νιότης την παλιά, δε βρήκε τίποτα
άνθρωποι άγνωστοι ευγενικοί αδιάφοροι
μιλούσαν σιγά είχαν δουλειές
στο σπίτι το πατρικό το έρημο
η πόρτα άνοιξε ήταν σκοτεινό
απ’τα δωμάτια φύσηξε άνεμος θλίψης
το σπίτι δεν τον γνώρισε ήταν άλλος

η κρυφή τάξη

τα καμένα δάση σίγουρα θα φυτρώσουν ξανά
όμως πιο μικρά
πιο μικρές λίμνες και ποτάμια θα ξαναγεμίσουν
ας μην παραπονιόμαστε
έχουμε κι εμείς μικρύνει πολύ

ακόμα και στα χειρότερα υπάρχει κάποια τάξη

τα στίγματα του γυρισμού

χθές βράδυ έφυγε για το μακρινό ταξίδι
εκείνο που ο κύριος Μηνάς Τσακίρογλου
συνήθιζε να κάνει συχνά μέσα του
να βρίσκει σημάδια και πληγές
να σβήνει στίγματα που πονούν
στίγματα που ήταν σημάδια του γυρισμού

οι φίλοι του στο καφενείο του Βαλέκα
οδός Τρώων και Κυδαντιδών γωνία
δεν τον ξαναείδαν πια
είχε χάσει το δρόμο

η ανατολή

το μαύρο κοτσύφι χαράματα έπιασε δουλειά
το μελωδικό τραγούδι
με την κίτρινη μύτη του ανεβάζει τον ήλιο
βέβαια και τ’άλλα πουλιά βοηθάνε πολύ
χωρίς τον κότσυφα όμως
κανείς δε μας βεβαιώνει πως θα τα καταφέρουν

το μεγάλο μέσα στο μικρό

μικρή θαλασσινή σταγόνα                                                                                                               
όλοι το ξέρουν
ο κόσμος γεννήθηκε μέσα σου
αν αληθινά χαθείς
θα πάρεις όλο τον κόσμο μαζί σου

το διακύβευμα

η γη χορεύει τρελό χορό για νά’ναι σταθερή
έχει το κλάμα βαθιά μέσα του το γέλιο
κι ο Ήλιος τη νύχτα κρυμμένος ζυγιάζει
σκέφτεται αν θ’ανατείλει ξανά
ποτέ μα ποτέ όμως δεν παρέλειψε να βγεί

ο πόλεμος

σωτήριες στρατιές ανθρωπιστών
του χειμωνιάτικου πολέμου
την άνοιξη στα μισολιωμένα χιόνια

δίπλα στο νεκρό στρατιώτη φύτρωσε μαργαρίτα
στο γκρεμισμένο σπίτι παπαρούνα
γιατί το κόκκινο ντρέπεται τον νεκρό
στο σκουριασμένο τανκ
στήσαν πανηγύρι τα σπουργίτια
στο πνιγμένο καράβι
μπαινοβγαίνουν χαρούμενα τα ψάρια
παίζοντας ανεξήγητα παιγνίδια
ο ήλιος ακούραστος λάμπει
κι ο γκιόνης κλαίει πάλι μόνος του τη νύχτα

θάνατος και κόρη             

μικρές ιστορίες παιδιών που χάθηκαν στην έφοδο
μέσα σε καπνούς βγαίνοντας απ’τα χαρακώματα
έφυγαν γι’αλλού σε πόρτες κλειστές
πού’χαν γραμμένα πάνω τους ακατανόητα λόγια
«σ’αγαπώ ακόμα Μαρία» ή «αιώνια δόξα»
οι γκρίζες πλάκες το βεβαιώνουν
«έπεσεν ηρωικώς»

η παρθένα άνοιξη πέρασε αδιάφορη
στα πόδια της μέσα η θύρα της αθανασίας                              
τόσο κοντά τους, μα αυτοί ποτέ δε θα την περάσουν 

το τελευταίο ταξίδι                                                                       

το πρωινό φως σκόρπισε όλες τις σκιές
που είχε επάνω τους στηρίξει τη ζωή του
ήταν γέρος δειλός μικροαστός
τι κέρδιζε και τι έχανε;
κέρδιζε επιτέλους την αλήθεια                                 
έχανε τον εαυτό του ή αυτό που θεωρούσε εαυτό του
η ζωή του όχημα πού’φευγε άδειο
κι αυτός στο τελευταίο βαγόνι έβλεπε έξω
έναν άλλον κόσμο που χάνονταν

ήταν όλα θαυμάσια
το ολόλευκο σεντόνι μοσκομύριζε φαρμακείο
ένιωθε εκείνο το ανακουφιστικό μούδιασμα
τα μέλη του είχαν χαθεί, τα μάτια του κλείνανε
ήταν εκείνη η γλυκιά νύστα
όλα ήταν τόσο ωραία
ή μήπως δεν ήταν;
                                                                                                     
το μαύρο πρόβατο

εκείνη τη χρονιά οι γυναίκες
αντί για πρόβατα γέννησαν λύκους
κι ο χρυσός μόσχος ανέβηκε πάλι στο ύψος του θεού

οι δρόμοι γέμισαν αγριόσκυλα
ο σοφός, ο καλλιτέχνης, ο τραγουδιστής
φόρεσαν προβιές, τρέχουν ξοπίσω
ουρλιάζοντας δαιμονισμένα

το μαύρο πρόβατο έχασε ξανά το δρόμο
τα σκοτεινά στενά της Ομόνοιας
γέμισαν φλογισμένα μάτια
και σουβλερά δόντια.

το ξεχασμένο όνειρο                        

το παιδικό πρόσωπο γέμισε χαρακιές                                  
χρόνια τώρα στις σκοπιές
κι η κόρη στ’ακρογιαλί θα φύγει                                    
δεν περιμένει
τους όρκους στην άμμο, σκόρπισε το κύμα
έμεινε μόνον η εκκρεμότητα η ερωτική
που κάποτε δεν έπαιρνε αναβολή 

τα χεράκια στις μηχανές ροζιάζουν
κι η καρδούλα δε φτερουγίζει πια
έμεινε μόνον η εκκρεμότητα η ερωτική
μπορεί πίσω από κάποια πόρτα
ανάμεσα σε βάρδια,
τρεις με τέσσερις ή έξη μ’επτά, μετά το σάντουιτς

εκείνο το αρχαίο όνειρο
μπορεί ακόμα να πληγώνει την παιδική ψυχή
που κουβαλά το γερασμένο άλογο

l’argent contre la raison

στο καρτιέ ντε μπανκ
διευθυντές δε βλέπεις ποτέ
μόνον επαίτες καλοντυμένοι
ζητούν ένα πεντόφραγκο αξιοπρεπώς

«το χρήμα ενάντια στη λογική»
κόκκινη γραφή βραδινή, στον τοίχο της ήσυχης πόλης
σαν βραδινός απολογισμός της μέρας
«τι να κρατήσω, τι να πετάξω»

βράδιασε πάλι, παραλήψεις και λάθη
δεν έχω τίποτα να κρατήσω πια,
ούτε που ν’απολογηθώ
ψάχνω τον εαυτό μου μα δεν τον βρίσκω

η σιωπή                                

ετοιμασίες για σαλπάρισμα
ετοιμασίες που δε φέρνουνε τον άνεμο
μικρό κορίτσι κρύψε αυτό που θες να δείξεις
ο ψίθυρος της αύρας
είναι μουρμούρισμα τραγουδιού 

η κάθε στιγμή μας χάνεται
γι’αυτά που δε λέγονται μίλα τη σιωπή                                  
το πιο παράξενο και γλυκό τραγούδι

ο έρωτας                                  

την πιο επώδυνη πληγή
αυτήν απ’το πιο αγαπημένο χέρι
ο Αριστείδης Βλάχος
ταγματάρχης εν αποστρατεία
την κουβαλούσε πάντα
κάτω απ’τη στολή, να μη φαίνεται

την κουβαλάει και τώρα με τα πολιτικά
χρόνια τώρα είναι στο σώμα του
πονάει και δεν φεύγει

Ναστάσια Φιλίπποβνα                          

είχε πιει λίγο πάρα πάνω σήμερα
διαπίστωσε πως το ίδιο το κρασί
σε βοηθά να ξεπεράσεις την πρώτη σου μέθη
νέοι την καληνύχτισαν μα αυτή δεν απαντούσε
γνώριζε πως δε θα την άκουγαν
είχε κιόλας φύγει γι’άλλο πανηγύρι

ο αόρατος θίασος είχε έλθει ξανά
γνώριζε πως αυτή τη φορά θά’φευγε μαζί του
στην παράσταση των λευκών προσωπείων                    

από βαθιά μέσα της ο ξεχασμένος εαυτός
τη γύρευε, έψαχνε να τη βρει
ήταν το σκοτεινό το αντίθετο
ερχόταν σαν μεθυσμένο αρσενικό ζώο

Ναστάσια Φιλίπποβνα
οι πιο εκκωφαντικές κραυγές
σβήνουν στα στήθια του παρθενικού κοριτσιού
που πάντα έχεις μέσα σου
την ώρα που τ’αρσενικά σκυλιά
ψάχνουν λυσσασμένα για ένα κομμάτι σου
να το κάνουν δικό τους

την τρόικα θα οδηγεί ανθρώπινο ζώο
στη θέση των αλόγων, αγέλη άσπρων λύκων
φεύγοντας σαν ολόλευκο περιστέρι
πέταξες ξοπίσω το πολύχρωμο φόρεμα                                     
το βρομισμένο απ’τον αντρικό πόθο
αυτό που κάποτε έγινε ιερή παντιέρα της Αγίας Ρωσίας

Ναστάσια Φιλίπποβνα
σ’ανθισμένους κήπους κρυμμένοι νέοι
σε καλούν κι εσύ αποκρίνεσαι
ποτέ όμως δε γνώρισες το μεγάλο έρωτα
γιατί όταν σε κάλεσε αρνήθηκες
φεύγοντας απ’την πίσω πόρτα του ονείρου
για κείνο το ταξίδι το ξεχασμένο
σ’αρχαίους δρόμους
κι όπως πάντα ποτέ μα ποτέ δεν αναρωτήθηκες
αν θα μπορέσεις να γυρίσεις πίσω

είναι βέβαιο πως κανείς δε γεννιέται σοφός
η σοφία έρχεται από μόνη της χωρίς να γίνει αντιληπτή
έτσι το πρώτο που καταλαβαίνεις, είναι η άγνοιά σου                         

το εύθραυστο της παρουσίας και του χαραχτήρα σου
ήταν αυτό που πολεμούσες,  κι αν νικούσες
σίγουρα θά’χες κάνει βήματα πίσω                  

όταν ξανάρθεις θα δεις πως το αληθινό δεν προβάλλεται
ότι επιδεικνύεται είναι ψεύτικο

τα όνειρά σου ήταν άλλα από τα δικά μου
γι’αυτό η ομιλία μας στο βάθος ήταν σιωπηρή
όσο περισσότερα λέγαμε τόσο λιγότερο γνωριζόμασταν
με τα λόγια μπορεί να πλησιάσεις κάποιον
αλλά χρειάζεται κάτι άλλο για να τον βρεις

καλό ταξίδι
όσο ήσουν εδώ δε σε γνώρισα
τώρα που φεύγεις αρχίζω να σε γνωρίζω

θα σε περιμένω την άνοιξη στ’ανθεστήρια
θα είσαι η βασίλισσα στο πλοίο του έρωτα
άσπροι πήγασοι θα τ’οδηγούν
κι αυτό θ’αναδύεται από μιαν ουράνια θάλασσα
απ’το άρμα θα πέφτουν λουλούδια
και συ μια άλλη νέα θεά θ’απαιτείς θυσίες                                  
θυσίες χωρίς νόημα χωρίς συναλλαγή
γιατί η Ομορφιά είναι χωρίς εικόνα, δε λέγεται
μόλο που όλοι θέλουν να την πουν
κτυπά τα εκκωφαντικά τύμπανα του πόθου
που είναι βουβά

ναι θα σ’ακολουθήσω πάλι απ’την αρχή Ναστάσια Φιλίπποβνα
μολονότι τώρα θα είσαι άλλη
                  πάντα δικός σου
                                  Φιοντόρ―Ρασκόλνικοφ                     

όρκοι και πίστη                       

πάει καιρός που τα πλήθη βούιζαν στους δρόμους κατακόκκινα
τώρα παντού σκύλοι γαβγίζουν στο νεύμα του αφέντη
κι εγώ πού’χα έτοιμο το σάκο για ταξίδι
διαπιστώνω πως είναι άδειος
ότι έχει μέσα, μου είναι άχριστο

στους δρόμους τους σκοτεινούς του σώματός σου
σ’αρχαίες σπηλιές που κάποτε βρήκαν απάγκιο
βάρβαροι μακελάρηδες κι ημέρεψαν
σκοτεινό όνειρο είναι η ζωή μου
ακόμα αναρωτιέμαι ποιός είμαι
ήρθαμε κι οι δυο απ’αλλού γίναμε ένα για πάντα
μα το πάντα αυτό χωρίζεται
τα δάκτυλα γλιστρούν δεν κρατιόνται
φεύγουμε χανόμαστε
ζωή και όρκοι χαραγμένοι στην πέτρα
μπορεί να μιλάνε για μας,
μα κανείς δε θα καταλάβει αυτό που σπάραζε μέσα μας
κάθε στιγμή που περνά είναι ακατανόητη

εκεί στην άκρη του γκρεμού
στον παράξενο αυτό χορό του Ζαλόγκου
πέφτουν τραγουδώντας όλο ελπίδα
κι εγώ που διστάζω με κοιτάνε συγκαταβατικά
ξέρουν καλά πως αυτό που θεωρούσα ιερό                               
αυτοί μπορεί να τό’χαν βατέψει
ή νά’χαν ασελγήσει πάνω του                                           
μου ψιθυρίζουν με πικρό χαμόγελο                  
«ναι έτσι είναι φίλε στο βάθος ο κόσμος μας
ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος                        
και δε μπορούμε αληθινά να τον αλλάξουμε»

στην ανταριασμένη θάλασσα επάνω
κυματίζει ολόλευκος αφρός
απ’τη χαραγμένη πέτρα την τριμμένη κάτω
ξεπετάγεται κυκλάμινο
το λόφο απέναντι κοκκίνισαν οι παπαρούνες
κι ο βορινός άνεμος φύσηξε την ευωδιά του πεύκου
καρδιά μου χίλιες φορές κι αν ζήσω
δε θα τα χορτάσω

οι μυρμηγκιές των ανθρώπων
που αφήσαμε πίσω μας
βουίζουν στις τρύπες της πόλης
βαθιά την κατατρώγουν
όταν βγάλουν τα φτερά τους
θα επιχειρήσουν εκείνο το αβέβαιο ταξίδι
για την άλλη πόλη τη μακρινή

περί απείρου                     

ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια
μπορεί να δει αυτό το θαυμάσιο:

τα πουλιά πρωί-πρωί ξεκινάνε τη δουλειά
σαλτάροντας από κλαδί σε κλαδί, τσιμπολογώντας εδώ κι εκεί
η νύχτα κουρασμένη κρύβεται, στο σκοτεινό δωμάτιό της
είναι η ώρα που ο Νικολάκης Βούρβαχης
διακεκριμένος κάποτε μαθηματικός, για θέματα του απείρου
στην έδρα της Σορβόνης
θα σηκώσει πάλι το τσουβάλι με τ’άχριστα
κόκαλα δέρμα και προπάντων τρίχες
και θα βγεί στο δρόμο να κονταροχτυπιέται με τα μηχανοκίνητα
που καί αυτά δεν παραλείπουν ποτέ να βγουν

έκανε με το πάρα πάνω το κοινωνικό του καθήκον
προσδοκά και η κοινωνία να κάνει κάτι γι’αυτόν
ξέρει πολύ καλά ότι κάπου στο δρόμο                                    
τον περιμένουν νομίσματα μα δεν ξέρει που
παιχνίδι απείρων πιθανοτήτων είναι η ζωή                                        

το παλτό στον τενεκέ ήταν θαυμάσιο
έκανε όμως ζέστη
ούτε να το φορέσει ούτε να το κρύψει
τότε τού’ρθε στο νου το βάρος το αφόρητο
το βάρος της ιδιοκτησίας

στον τοίχο απέναντι κόκκινη μπογιά                                           
«κάτω το κεφάλαιο»
να κάτι παράδοξο που τον απασχολούσε:
αυτό που έβλεπε κάποτε στον ύπνο του
το βλέπει τώρα ξύπνιος

τα τρενάκια στο σταθμό
πάντα στην ώρα τους κουρδισμένα
ανθρωπάκια χρωματιστά μπαινοβγαίνουν
με το νόμισμα στο στόμα
όταν γίνουν ασπρόμαυρα περνάν απέναντι
ο Νικολάκης Βούρβαχης όμως
χωρίς νόμισμα χωρίς τρένο
είχε προπολού περάσει απέναντι

η Νύχτα έρχεται αργά-αργά κάθε βράδυ
δε βιάζεται,  όποτε θέλει έρχεται
κι αυτός ο Nicola Vourvachy
διακεκριμένος μαθηματικός της Σορβόνης

την περιμένει,  ξέρει πως θα έρθει
έχουν μυστικό ραντεβού που δεν έχασαν ποτέ
ακόμα κι όταν αποφάσισε  ν’αθετήσει το ραντεβού
ξέχασε κι ήταν όπως πάντα εκεί

θέματα τέτοιου επιπέδου τον απασχολούσαν
κουτσοπίνοντας στο ταβερνάκι
Βεΐκου και Ροβέρτου Γκάλι γωνία, στου Μακρυγιάννη                                     
για το Νικολάκη Βούρβαχη
ένα ποτηράκι ακόμα δεν είναι τίποτα
ίσως δυο γουλιές
αυτό όμως είναι που κάνει τη διαφορά
του θυμίζει την ξεχασμένη τέχνη να πετά
μόνο που η προσγείωση είναι δύσκολη                                
την κάνει πάντα μόνος

αυτό το απόγευμα πέταξε πάλι μακριά γελώντας
ξέχασε όμως να προσγειωθεί
μπορεί να έχασε το δρόμο
αθέτησε το ραντεβού κι η Νύχτα ήρθε μόνη

καλό ταξίδι Νικολάκη Βούρβαχη
το ποτήρι σου γεμάτο κι ανόθευτο
ας μην αδειάσει ποτέ σ’αυτό το ταξίδι το μακρινό


Β. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

βακχεία

μάσκες φοράμε τα ίδια μας τα πρόσωπα
αγρυπνώντας περιμένοντας το Διόνυσο
να προσφέρει σώμα και αίμα
ο θεού υιός μίλησε:
το τραγούδι το λαλίστατο το σιωπηρό
το εκκωφαντικό πανδαιμόνιο
έδειξε το δρόμο

ο μεγάλος ήχος δεν ακούγεται
τον νιώθουμε μέσα μας
ο ήχος αυτός ο ασταμάτητος του σύμπαντος
είναι πολύ μακριά
γιατί πολύ βαθιά βρίσκεται μέσα μας

το μεγάλο ταξίδι                      

το μεγάλο ταξίδι είναι πολύ μακρινό
οι μηχανές δε θα το προλάβουν
γυρίζω και ταξιδεύω αντίστροφα
στ’αρχαία πρόσωπα
τους ξεχασμένους δρόμους του εαυτού
πίσω απ’το χρόνο και πέρα απ’το χώρο

οδηγώ μέσα μου αυτό που δεν προλαβαίνω

το εγώ και το άλλο                

χορεύουμε χορό ξεχασμένο του ονείρου μας                 
το χορό του σπορέα το χορό του θανάτου
στέφανα γάμου και σάβανα
αυτό το σκοτεινό το κρυμμένο μεσ’το φως                          
στο μακρύ νυχτερινό ταξίδι γυρίζει πίσω
ολόλαμπρο, στο σκοτάδι

το εγώ και το άλλο 
που είναι κρυμμένο σκοτεινό κι αντίθετο
με έλκει
όσο πιο μακριά τ’αναζητώ τόσο γυρίζω πίσω
τα χνάρια του βουλιάζουν και χάνονται μέσα μου                                                                                                    
αυτός ο άγνωστος ο εαυτός νύχτα έρχεται
με γεννάει και γεννιέται από μένα
με φθείρει και φθείρεται
θνήσκουσα γένεση είναι
το ένα πρόσωπο χάνεται στο σκοτάδι
το άλλο γίγνεται απ’αυτό
φλόγα είναι, απ’τη μια στάχτη απ’την άλλη φως

ερμαφρόδιτον                   

αυτή η στιγμή η μοναδική είναι αιώνια
δε θα κάνω σχέδια, δε θα νιαστώ για το αύριο
έχω και δεν έχω όνομα
το πρόσωπό μου είναι πάντα άλλο
είμαι μόνο τώρα

σιωπηρό τύμπανο του έρωτα
όσο πιο δυνατά χτυπά
τόσο βουβαίνεται στον αναστεναγμό
λέει γι’αυτά που όσο τα μιλά, πιο ακατανόητα γίνονται                            

αυτοί που λατρεύουν θέλουν να μάθουν
―ρίξε το λευκό προσωπείο
να δούμε το αόρατο το άλλο σου πρόσωπο
Εκείνη δεν έχει παρά να γυρίσει αντίθετα
όψη φρικτή,  μορφή άμορφη, όλα τα πρόσωπα και κανένα

το πλοίο με τα πανάρχαια ξύλα τα μαύρα χωρίς πανιά
τα κατάρτια πνιγμένα στην ομίχλη
στην πρύμνη η σκιά η παμπάλαια βλέπει αντίθετα

το σκαρί ξέρει μόνο του το δρόμο                                             

η αιτιακή αλυσίδα                                                                  

ο ώριμος πορεύεται υποταγμένος
ξεφύλλισε το βιβλίο και ξέρει
είναι έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι

ο νέος καλπάζει με μαλλιά λυμένα
μ’αλαζονία και περιφρόνηση, με σοφή άγνοια
κούρος λαμπρός
το νεογέννητο κλαίει γοερά
θα το υποτάξουν;

στην τάξη του σύμπαντος που με κάνει να είμαι
η μεγάλη αλυσίδα της αιτίας
ζώα φυλές πρόγονοι κι εγώ

το πιο μεγάλο μέρος του εαυτού τώρα
είναι απ’τις ίδιες αιτίες των προγόνων
υπάρχω σαν αποτέλεσμα του εαυτού
υπάρχω σαν αιτία, αυτών που ήταν η αιτία μου

το Αιγαίο

ο σταυρωμένος κούρος στις κυκλάδες
που ο άνεμος του αιγαίου φυσάει άγρια
όχι όμως πολύ άγρια
η γη του αιγαίου πάντα σείεται
όχι όμως πάρα πολύ

μας θυμίζει:                                                                                                        
το αιγαίο δεν ήταν πάντα θάλασσα
στις κορφές όμως των νησιών
υπάρχουν θαλάσσια απολιθώματα

το ύφασμα                       

ακούοντας την φωνή της δυσπιστίας
τη φωνή της δυσαρέσκειας
και της αγανάκτησης της πνιγμένης
περπατώντας περπατώντας
ένας θάνατος έρχεται κι οδύρεται
είναι ο δικός μου θάνατος, με ακολούθησε πολύ                                     

τη μέρα της γέννησης                                                                    
που ήταν μια μέρα χωρισμού
έφυγα καλπάζοντας με λαχτάρα άλογη                      
το γέλιο της χαράς μου είχε μέσα τη σκιά του οδυρμού                             
θέλω σπαραχτικά τον μεθυσμένο καλπασμό
να χαθώ να φύγω όσο μακρύτερα μπορώ
να ξεχάσω τη συνάντηση την οδυνηρή
ας με βρεί ανυποψίαστα πετώντας

το πολύχρωμο ύφασμα τό’ πλεκα
κι αυτό με τύλιγε, κάνοντάς με να είμαι
με τύλιγε ως την στιγμή που μού’κλεισε τα μάτια

δε βλέπω πια το πολύχρωμο σάβανο που είναι η ζωή μου                                    
με τα μάτια γυρισμένα προς τα μέσα βλέπω αντίθετα
μπορώ να βλέπω το χωρίς χρόνο, το χωρίς χώρο
να βλέπω το χωρίς σχήμα, το χωρίς χρώμα                           
έπαψα να πεθαίνω αυτό που ήμουν
ζω αυτό που δεν είμαι

τώρα μπορώ ν’ αθετώ το ραντεβού
τη συνάντηση την οδυνηρή
που είχα εκκρεμότητα στο νου μου
το πραγματοποιούσα συνεχώς
απ' τη στιγμή της γέννησής μου                 

ο προφήτης                     

φορώντας το προσωπείο της αποκάλυψης έφυγε
δε θα επιστρέψει ποτέ πια
η αποκάλυψη γίνεται μια φορά,  είναι μία

μερικοί μπορούν ακόμα να τον ακούν
απομακρύνεται στις στέπες της σιβηρίας
παραληρώντας ιερούς ψαλμούς . . . . μαζί του

και τώρα που το πλέγμα των απαγορεύσεων
που είναι η ελευθερία έσπασε
χωρίς περιορισμούς χωρίς ήθος
σκλάβοι του πάθους μας θα γίνουμε
η ελευθερία ορίζεται ακριβώς εκεί που αίρεται

είμαι λεύτερος τον εαυτό μου να υποδουλώνω

Αλέξανδρος                      

σ’άλογο ξέφρενο τρελό μαστιγωμένο                                 
καβαλάρης νέος ωραίος
μεθυσμένος μ’οράματα και πάθη                                    

στη μικρή πορτίτσα του θανάτου ταπεινά θα πεζέψει
σκυφτός και μόνος θα περάσει
στο σπιτάκι της λίθης το χαμένο χίλια χρόνια μοναξιάς                
το φρενιασμένο άλογο της δόξας της νιότης
χάνεται στο βάθος του ορίζοντα
δεν περιμένει

η νεανική μάσκα έφυγε
όταν επιστρέψει με τα σημάδια της τραγωδίας της γνώσης
θά’ναι εκείνο το έμπειρο πρόσωπο
με το πονηρό χαμόγελο των γερατειών
ξέρει πως είναι αυτό γιατί είναι άλλο

εκείνο το πρόσωπο το παλιό, που έμεινε νέο και ωραίο
το πήραν βάρβαροι ζηλωτές,
το λατρεύουν περιμένοντας τον ερχομό του                                  
δεν θα έλθει
όντας αιώνια νέο και ίδιο, είναι νεκρό

είναι και χρόνος               

πορεύομαι συντιθέμενος σ’άλλες θέσεις
είμαι αλληλουχία θέσεων αυτοαναίρεσης
θέσεων ανασύστασης
η πορεία μου σαν ουσία είναι η διάρκειά μου
είναι μια διάρκεια που δεν διαρκεί
εγώ είμαι μόνο τώρα

η αυτοαναιρούμενη επιβεβαίωση
το παρόν στίγμα
που αλληλοαποκλείονται δυο καταστάσεις
υπάρχω εγώ αλλού ― υπάρχω άλλος εδώ

μπορώ να είμαι μόνον εκεί που διαψεύδομαι                                                                                                                        

η νόηση

το αντικείμενο της νόησης, φύλλα ξερά στάχτες
ο μοναχικός τεχνίτης του αντίλογου λόγου                              
θα τα κάνει τέχνη μιας χρήσης ή απεριορίστων χρήσεων
την ίδια στιγμή και συνεχώς διαφορετικών
θα καίονται φωτίζοντας τον εαυτό τους

στο έσχατο κενό η πληρότητα
στο μέγιστο οργασμό η γαλήνη
στην πολυμάθεια η άγνοια
το ίδιο το φως είναι σκοτεινό, η ίδια η φωτιά παγερή
διαπερνά τα πάντα χωρίς να τ’αγγίζει
το τέλειο είναι νεκρό, το ζωντανό ατελές
αντλεί δύναμη απ’την αδυναμία του, ζωή απ’το θάνατό του.

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Ο Νικολάκης Χουλιαράς
σταμάτησε να τσουλάει τ’αυτοκινητάκι του
στο ξύλινο πάτωμα του πατρικού στα γιάννενα               
η μανούλα τον έβαλε για ύπνο
στο ολόασπρο κρεβατάκι του

οι κύκλοι στο σκονισμένο πάτωμα σβήστηκαν χάθηκαν
όμως ακόμα μπορεί να βλέπει απ’το παράθυρό του
τις νυφάδες του χιονιού
να στροβιλίζουν  προς τ’απάνω στον ουρανό

καληνύχτα Νικολάκη Χουλιαρά
τα όνειρά σου ας μην τελειώσουν ποτέ
σ’αυτό το ταξίδι το μακρινό

Ο Διαγόρας–Βασίλης Χρονόπουλος
γνώριζε καλά ότι ο χρόνος του τελειώνει
όμως τον παρέτεινε διακριτικά δίνοντας χαρά
στους οικείους και τους φίλους του

καλό ταξίδι φίλε μακρινέ
το ποτήρι στο χέρι σου ας μην αδειάσει ποτέ
σ’αυτό το ατέλειωτο ταξίδι του ονείρου

Ίσως σε ξαναδώ στο κονάκ, στο σιρίνιερ, στο καρσί-γιακά
ίσως στο καραμπουρνάκι, στην πλατεία βαρδαρίου
μπορεί να ξανακεράσεις καφέ στο ντορέ
μ’ εκείνη την χαριτωμένη ειρωνεία
στα γελαστά σου μάτια
 

Αίσθηση έντονη γυναικείας τρυφερότητας
που με λαχτάρα κούρνιασα μέσα της
ανολοκλήρωτης χαράς ταραχή
στα σκοτεινά χαράματα με ξύπνησε

το όνειρο, λένε, κρατάει λίγα δευτερόλεπτα
σ’εμένα όμως έχει κρατήσει ολόκληρη ζωή

στο ερειπωμένο σώμα
φιαγμένο με λαβωματιές πόνου γλυκού
ψυχές πολύχρωμες φτερούγισαν ξανά και χάθηκαν

αμέσως μετά το σκοτάδι της μοναξιάς.


Ο Γιάννης

Ο Γιάννης ο παιδικός φίλος
έχει δέκα χρόνια που χάθηκε
δεν άντεξε το χαμό της μοναχοκόρης του
-το έμαθα χθές-.

το ίδιο βράδι ήλθε πάλι
ήλθε μ’εκεινο το καρότσι
με τα ρουλεμάν
γυρίσαμε πάλι στη γειτονιά
και κλέψαμε παλιοσίδερα

πόμολα από σιδερένιες πόρτες
κάγκελα λασκαρισμένα
σπασμένα καπάκια της Ούλεν
που εμείς είχαμε προηγουμένως σπάσει                            
ήταν μαντέμι, άρα ακριβό
βγήκε ξανά το χαρτζιλίκι

χαράματα
άκουσα τα ρουλεμάν του καροτσιού
να τρίζουν στο χωματόδρομο
καληνύχτα φίλε

για πάντα

Η φωτογραφία

Κατηφορίζει απ’την ασπρόμαυρη φωτογραφία
και κάθεται σ’αυτή την καρέκλα απέναντι
πάντα με το χαμόγελο εκείνο
το θλιμμένο το νοσταλγικό
το όλο νόημα κι ερωτήματα

έρχονται συχνά μαζί του
ο Κομπορόζος, ο Παναγιώτης, ο Κάλλος,
ο Σφυρόερας, ο Άρης από τη Γερμανία
ακόμα κι ο Διαγόρας
πιάνουμε πάντα μια συζήτηση
που την αφήνουμε στη μέση, ατέλειωτη

Νίκο καλέ μου φίλε έτσι είναι ο κόσμος μας
ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος
τίποτα αληθινά δεν ολοκληρώνεται
οι φίλοι πάντα θα φεύγουν
αφήνοντας πίσω εκκρεμότητες
κι ανολοκλήρωτες συζητήσεις.

το καλοκαίρι

Κάποτε ο γρύλος και τα τζιτζίκια
ακούγονταν χαρούμενα
τώρα είναι θλιμμένα
κάποτε ο καλοκαιρινός βοριάς
έφερνε δροσιά
τώρα την κόλαση της φωτιάς
ίσως γιατί στους δρόμους πια
δεν ακούγονται κελαηδίσματα παιδιών
μόνον απόμακρα
στριγγλίσματα των τροχοφόρων.

σάββατο απόγευμα δέκα αυγούστου του εξήντα

έξω απ’τη βιβλιοθήκη  μιλούσαμε για ποίηση
το μπράτσο μου κατά λάθος ακούμπησε το δικό της

ένα ρεύμα γλυκό λαχτάρας για ζωή με λίγωσε
και μολονότι τελευταία ζούμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι
το άγγιγμά της εκείνο ακόμα δεν έχει φύγει

συνεχίζει να με πληγώνει
εξήντα χρόνια τώρα




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΛΗΘΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΤΩΝ