ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Με τον ποιητή Τάσο Γαλάτη μιας συνδέει μια παμπάλαια αλλά μακρισμένη φιλία που αναζωπυρώνεται κατά καιρούς. Ο Τάσος με τίμησε δίνοντας μου κάποια από τα σημαντικά ποιητικά έργα του τα οποία θεώρησα εξαιρετικά. Όταν όμως εκτιμάς τόσο πολύ το έργο κάποιου που να το αγαπάς κιόλας φαίνεται ότι εξοικειώνεσαι σε βαθμό ίσως ενοχλητικό. Έτσι μολονότι δεν είμαι ποιητής πήρα το θάρρος και του έστειλα ένα ποιητικό μου έργο. Ο Τάσος όπως είχε καθήκον αλλά και συνήθεια να μην μασά τα λόγια του, μου έστειλε μια μικρή και ουσιαστική κριτική.
12-5-2017 Αγαπητέμου Θόδωρε, διάβασα με ιδιαίτερη προσοχή τα ποιήματά σου και στάθηκα αρκετά κυρίως σ’αυτά που αφορούν τη “λιτανεία των κεκοιμημένων”. Τα υπόλοιπα θεωρώ είτε ατυχή, είτε απαράδεκτα, προπάντων τα πολύστιχα (Ναστάσια Φιλίποβνα κ.λ.π.). Για να γίνω σαφέστερος, λειτουργείς ποιητικά όσο είσαι “εμπράγματος”, ενώ όταν αφήνεσαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ενατενίσεις πελαγοδρομείς. Η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές· μέσω αυτών εκφράζει την ουσία της, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλλογισμούς όσο σοφοί κι αν είναι. Να ένα παράδειγμα ποιητικής εμβέλειας από τους ελεύθερους πολιορκημένους: Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, τον Άγγλον πέλαγο μέγα αλίμονο βαρεί το καλυβάκι.
Με αγάπη Τάσος Γαλάτης
Μολονότι συμφωνώ με τις παρατηρήσεις του Τάσου, άνοιξα έναν διάλογο μαζί του που δεν αφορά στο αν αυτό μου το έργο του ήταν αρεστό, ούτε κατά πόσον ήταν αξιόλογο. Αφορά μόνο κάποιες γενικές παρατηρήσεις του περί ποίησης, δηλαδή ότι θα λειτουργώ ποιητικά όσο είμαι εμπράγματος ενώ όσο αφήνομαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ανατενίσεις θα πε-λαγοδρομώ. Τονίζοντας ότι η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές εκφράζοντας την ουσία της μέσω αυτών, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλ-λογισμούς, όσο σοφοί κι αν είναι.
Υπάρχει εδώ ερώτημα για το τι είναι να είσαι “εμπράγματος” στην ποίηση. Την έννοια αυτή ερμηνεύω “να άπτεται κάποιος της πραγματικότητας” και αυτό πιθανόν “να μην ιδεοποιεί την πραγματικότητα στο μεγάλο και υψηλό”. Όμως η ίδια η ζωή που είναι η πραγματικότητα και οι εικόνες που αντλούμε απ’ αυτήν, είναι συνυφασμένη με ιδεολογία γιατί ο άνθρωπος μέσω του οποίου βέβαια γίνεται η συνειδητότητα του κόσμου, είναι μια ιδεοποιητική μηχανή. Δεν μπορεί δηλαδή να υπάρξει ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς ιδεολογία. Ακόμα λοιπόν κι όταν επιδιώκουμε ν’αντιιδεολογούμε το κάνουμε ιδεολογικά.
Βέβαια το στοιχείο του εμπράγματου στην ποίηση θα μπορούσε να περιοριστεί στην αισθητική της γλώσσας ως υψηλής, αλλά και τότε χωρίς ιδεολογία κάτι θα έλειπε.
Την άνοιξη του 1964 συμπέσαμε με το Νίκο Χουλιαρά στην ίδια στρατιωτική μονάδα και στον ίδιο λόχο, (δηλαδή την ίδια εποχή και στην ίδια μονάδα με τον Τάσο). Με τον Νίκο συνδεθηκαμε με μιαν ιδιόρυθμη φιλία μαζί με το άλλο μέλος της παρέας τον Παναγιώτη Βενάρδο. Η παρέα αυτή μαζί με τις φάρσες, τα καλαμπούρια και τις άλλες στρατιωτικές συνήθειες αφορούσε και την τέχνη (εικαστικά, ποίηση, κινηματογράφο, τραγούδι) και κάποιες φορές την πολιτική και την φιλοσοφία.
Ο Νικολάκης τότε είχε ήδη τυπώσει μια ποιητική συλλογή που πιθανόν είχε τίτλο “Ο Δρόμος με τις Λεύκες” ή είχε κάποια σχέση με λεύκες. Αυτό ήταν ένα έργο που μολονότι ακολουθούσε έναν “σεφεριανό” καθωσπρεπισμό, που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή, προσπαθούσε να ξεφύγει και από τα όριά του, κάτι που έδειχνε μια τάση αναζήτησης. Εγώ τότε έγραφα κάποιους στίχους στους οποίους, όπως θα διαπίστωνε και τότε, αν τους είχε δει ο φίλος Τάσος, “αφηνόμουν σε ενατενίσεις φιλοσοφικές”, που προσπαθούσα να οργανώσω σε ποιητικές ριπές.
Με τον Νίκο είχαμε όλο τον καιρό και την ειλικρινή φιλία να κριτικάρουμε δεικτικά και με χιούμορ, όχι μόνο τους στίχους, αλλά τη στάση και τη συμπεριφορά μας μ’έντονο αυτοσαρκασμό.
Από τις συζητήσεις μας και τις αφηγήσεις του, είχα διαπιστώσει και του είχα τονίσει ότι οι στίχοι του ποιητικού έργου που είχε τυπώσει δεν του ταίριαζαν, αφού έπασχαν από έναν λόγιο “ποιητικό καθωσπρεπισμό” αντίθετο στην ιδιοσυγκρασία του. Δηλαδή με εξεζητημένες λέξεις ή καινοφανείς εκφράσεις, χωρίς αυτό να είναι λιτό και αναγκαίο. Ενώ ο Νίκος στην κριτική του για τους δικούς μου στίχους, βρήκε πως μολονότι είχαν ένα ποιητικό πρωτογονισμό που δεν τον ενοχλούσε κι ίσως του άρεσε, ήταν ολοφάνερα στρατευμένοι σε φιλοσοφικούς συλλογισμούς που διευκρίνιζαν απόλυτα τα λεγόμενα, αφαιρώντας τη σκιά της ποιητικής αοριστίας.
Είχαμε λοιπόν από τότε καταλήξει ότι η ποίηση μάλλον πρέπει να στέκεται σε κάποιες ξεχωριστές στιγμές ή εικόνες της καθημερινότητας, αποκαλύπτοντας την ποιητικότητα της
ζωντανής στιγμής, ακόμα κι αν αφορούσε εικόνες ή μνήμες του παρελθόντος.
Δεν διαφωνώ λοιπόν καθόλου με τον φίλο μου Τάσο, αφού μια τέτοια διαπίστωση περί ποίησης με έβρισκε σύμφωνο από τότε. Μετά από χρόνια όμως κατανόησα ότι ακόμα καί αυτή η διαπίστωση περί ποίησης, όταν γίνει κανόνας ποδηγετεί και περιορίζει μέσα σε απαράβατα όρια, κάτι που πνίγει το αληθινό συναίσθημα.
Η Ιστορία μας δίδαξε την ποίηση σαν πολυδιάστατη και πολύμορφη, που υπήρξε ακόμα ως φιλοσοφική στους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο, Ξενοφάνη, Παρμενίδη και Λάο Τσε, ως επική στον Όμηρο κι ως τραγική στους Αισχύλο, Σοφοκλή κ.λπ.. Ακόμα ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και μια σειρά μεγάλων κλασικών συγγραφέων, έγραψαν έργα δραματικά, που λόγω της τραγικότητάς τους, ακολουθούνται από ένα έντονο ποιητικό σύνδρομο. Όμως γιατί μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα ή επιστημονικές διατυπώσεις, δεν μπορούν να ενδύονται την ποίηση; Π.χ. οι διάλογοι του Πλάτωνα, “Η Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, “Η Κριτική του Καθαρού Λόγου” του Καντ, “Ο Ηγεμόνας” του Μακιαβέλλι, το “Tractatus Logicophilosophicus” του Βιτγκενστάιν κι άλλα έργα, τα οποία μολονότι έχουν πλέον χάσει την αρχική φιλοσοφική τους λάμψη, εξαιτίας όμως των φιλοσοφικών τους ενατενίσεων, του ηθικοπλαστικού τους συνδρόμου ή της λογικο-γλωσσικής τους σύνταξης, δημιουργούν στον ευφυή μιαν έντονη νοητική και συγκινησιακή ευφορία, ως μεγαλοφυή ποιητικά δημιουργήματα.
Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ενατενίσεις μέσα στην ποίηση λοιπόν, μπορεί να προκαλούν απέχθεια στους καθωσπρέπει κύκλους ή μπορεί κατά τον Λάο-Τσε “να προκαλέσουν τον γέλωτα στους σχολαστικούς”, μα δεν είναι κανόνας αντιποιητικής. Επίσης μπορεί οι στίχοι του Ζεν και τα Χάι-Κου να γεννιόνται μέσ’τη λιτότητα και τη μυστική ατμόσφαιρα της λεγόμενης εκκωφαντικής σιωπής που τ’ακολουθούν, αλλά η ποίηση δεν μένει μόνον εκεί. Ένα ανοικτό μυαλό μπορεί να βρεί “ποίηση” ακόμα και στη λογικογλωσσική διατύπωση των ορισμών της Ευκλείδιας Γεωμετρίας ή στη διατύπωση της Θεωρίας της Σχετικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αρχιμήδης πολλούς από τους μαθηματικούς γρίφους και τις λύσεις τους, συνέταξε σε ποιητική μορφή.
Οι δρόμοι της ποίησης είναι περίεργοι, δαιδαλώδεις και κάποτε σκοτεινοί:
―Η μεγαλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
―Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
―Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
―Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε.
Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
―Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό, η ίδια η φωτιά παγερή.
―Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
―Το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται.
―Τείνοντας κάτι για το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο.
―Το ακαριαίο είναι το ακίνητο. Το μηδενικό είναι και άπειρο.
Οι φράσεις αυτές που δεν μιλάνε για “έρωτα”, “απονιά” “κοινωνική δικαιοσύνη”, “για τον αόρατο θίασο ενός αγαπημένου κόσμο που χάνεται” ή ακόμα κι αν “δεν πλέουν μέσα στο πολύβουο και πολύχρωμο αλλά και συγχρόνως θολό πέλαγος του υπερρεαλισμού”, μπορούν να έχουν έν’άλλο ποιητικό ένδυμα: “αυτό της τέχνης της νόησης ως υψηλής”, που ενδύονται οι λιτές λογικο-διαλεκτικές αποφάνσεις.
Η ποιητική αλήθεια πρέπει έτσι να είναι αληθινά εμπράγματη ή ακόμα μπορεί πράγματι ν’αποκαλύπτεται με απεικονίσεις και μεταφορές, επίσης μπορεί να αντιπαθεί επινοήσεις και συλλογισμούς αγοραίους και ψεύτικους, όταν όμως αυτοί οι συλλογισμοί και οι επινοήσεις χειρίζονται με σοφία την αλήθεια, είναι ένα άλλο είδος ποίησης.
Η ποίηση αυτή βέβαια δεν αγγίζει τους πάντες.
Ενώ κάποτε το φεγγάρι ήταν ένα κατεξοχήν στοιχείο ποιητικής έμπνευσης και μυστικοπαθούς αίσθησης, τώρα που υπάρχουν πάνω του ντενεκεδένια κατασκευάσματα-απορρίμματα και πα-τημασιές, η χρήση του για ποιητική τέχνη έχει πια θολώσει. Αντίθετα το διαστημικό ταξίδι του “Βοάγιαζερ” που φεύγει για μια πολυετή πορεία απόλυτης ακρίβειας εκατομμυρίων χιλιομέτρων, για μιαν ασύλληπτη επιστημονική αναζήτηση, είναι πιο συγκινητικό απ’την αίσθηση του μυστικοπαθούς προσώπου της Σελάνας.
Ακόμα ο πρώτος πίθηκος που σηκώθηκε παραπατώντας στα πίσω πόδια μέσ’το πανδαιμόνιο της χλεύης και κατακραυγής, είναι πιο ποιητική και συγκινητική μορφή απ’τον γραμματικό που ορίζει τη γενεσιουργό ποίηση μέσα σε κανόνες, που είχαν, έχουν και θα έχουν παραβιαστεί, για να υπάρξει μια ποίηση η οποία ποιεί, ―γεννά το Νέο.
9. ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
Ο εξαίρετος ποιητής και φίλος Τάσος Γαλάτης μου ταχυδρόμησε κάποιες από τις συλλογές του τις οποίες διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν ένας φίλος ποιητής σου στέλνει τα ποιήματά του, περιμένει οπωσδήποτε μιαν έντιμη και εποικοδομητική κριτική. Εγώ όμως υπέπεσα στο σφάλμα να του γνωστοποιήσω μόνο θετικές παρατηρήσεις και να τον συγχαρώ για το θαυμάσιο ομολογουμένως έργο του, πιστεύοντας λανθασμένα ότι μπορεί να τον στεναχωρήσουν οι αρνητικές παρατηρήσεις μου. Όταν λοιπόν ταχυδρόμησα κάποια ποιήματά μου αυτός τηρώντας πιο έντιμη στάση από μένα, μαζί με κάποια προτερήματα επεσήμανε χωρίς περιστροφές τις αδυναμίες τους. Αυτό μ’έβγαλε απ’την διανοητική μου νάρκη κεντρίζοντας την αξιοπρέπειά μου, που απαιτούσε να βρεθώ στο ύψος του φίλου αναγνώστη.
Φίλε Τάσο διάβασα το έργο σου με πολύ προσοχή, αλλά δεν μπόρεσα να βρω αρνητικά στοιχεία που ν’αφορούν την ποίησή σου καθαυτή. Όλα είναι άψογα! Με όσο εντονότερη κριτική διάθεση διάβαζα τους στίχους σου, τόσο διαπίστωνα ότι βρίσκομαι μπροστά σε ένα “άπαρτο οχυρό”. Δεν υπήρχε ρωγμή. Ακόμα κι όταν θέλησα να σταθώ στο εξεζητημένο στιλ της γλώσσας σου, διαπίστωσα ότι και οι αρχαϊκές φράσεις που περιείχε το κείμενο, ήταν τόσο ισορροπημένες που αντί για μομφή τους έπρεπε έπαινος.
Όμως η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Η τελειότητα οφείλει να είναι ατελής, γιατί ως τέτοια είναι νεκρή.
Η ποίησή σου ήδη απ’τους “ανιπτόποδες και σφενδονήτες” και τον “σημειωμένο” έχει φτάσει σ’ένα είδος ολοκλήρωσης. Δεν υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Βεβαίως εσύ μπορεί να ετοι-μάζεις ποιητικές συλλογές, που θα είναι θαυμάσιες, όπως το “μέμνησο” αλλά δε θα υπερβαίνουν το ύψος που έχεις ήδη φτάσει. Γνώμη μου είναι ότι αν θέλεις να συνεχίσεις ανοδικά πρέπει να στραφείς ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου σπάζοντας τις δικές σου φόρμες και κάνοντας ριζικές αλλαγές. Πρέπει να βγεις απ’το ποιητικό θερμοκήπιο που έχεις δημιουργήσει. Βάλε λοιπόν λίγα ψήγματα κάποιας δικής σου υγειούς τρέλας και τσαλάκωσε τον ποιητικό καθωσπρεπισμό σου. Έχεις τόσο πολλά προσόντα που μέσα από μια τέτοια προσπάθεια μπορεί να βγεις κορυφαίος.
Επισημαίνω:
Ότι επιλήψιμο στη ποίησή σου δεν είναι ποιητικό.
Θα κάνω λοιπόν τρεις μη ποιητικές επισημάνσεις:
Α. Κάποια εξαιρετικά έργα σου, δείχνουν εντέχνως καβαφικά. Αυτό, μολονότι, για όσους αγαπούν τον Καβάφη είναι αναπόφευκτο, πρέπει να δουλεύει στο υπόβαθρο μυστικά χωρίς να βγαίνει στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό. Όταν αυτό το στοιχείο γίνει αντιληπτό, αναγκαία προκαλεί μιαν άδικη σύγκριση που θα πρέπει να αποφεύγεται. Τότε ένα εξαίρετο ποίημα, χωρίς να του αξίζει, χάνει κι έρχεται δεύτερο.
Β. Τη νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν έχεις εξαντλήσει, εξάλλου αυτά τα ποιήματα μπορεί να συγκινούν εμένα που είμαι 77 χρονών κι έχω ζήσει αυτή την εποχή, στους νέους όμως
που είναι κάτω από 40 φέρνει ναυτία. Όταν λοιπόν η γενιά μας χαθεί αυτά τα θαυμάσια ποιήματα δεν θα τα διαβάζει κανείς. Αντίθετα όσα αφορούν εικόνες και συμβολισμούς που αντλούνται απ’την νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας, όπως έκανε κι ο Καβάφης, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αφού αυτή η εποχή πάντα θ’αφορά τους ανθρώπους, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό.
Γ. Παρασύρεσαι σε αντικομμουνιστικές ποιητικές αιχμές τουλάχιστον για θέματα, που ίσως δεν έχεις επαρκώς διερευνήσει:
1. Στο “Λευκιανό κοιμητήρι” βάζεις στο ίδιο καλάθι τους ταγματασφαλίτες (που ήταν συνεργάτες των Γερμανών και που με την προτροπή των Εγγλέζων αρχικά επάνδρωσαν τον εθνικιστικό στρατό) και τους μαχητές της αριστεράς που είχαν ήδη επανδρώσει από την αντίσταση τον δημοκρατικό στρατό. Έχω γνωρίσει από πρώτο χέρι αυτούς τους ανθρώπους. Είναι άξιοι τιμής και θαυμασμού: Κι επειδή δολοφονήθηκαν μια φορά, ας μη δολοφονούμε ξανά τη μνήμη τους. Ας τους αφήσουμε στον ήσυχο ύπνο τους.
(Και αυτό το δικαιολογώ αντιιδεολογικά με μιαν αναδρομή στα γεγονότα.)
[Μετά το πόλεμο και την αντίσταση οι αριστεροί βγήκαν ένοπλοι νικητές, έχοντας ήδη τη νόμιμη κυβέρνηση του βουνού, ενώ οι εθνικιστές (οι ταγματασφαλίτες) και ο βασιλιάς που ήταν στη Αίγυπτο εγκαταστάθησαν με τη βία από τους αγγλο-αμερικάνους μετά από στρατιωτική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή ξεκίνησε από τους συμμάχους μας με τον βομβαρδισμό του Πειραιά και 5.000 αμάχους νεκρούς και στη συνέχεια με την είσοδο των τεθωρακισμένων βομβάρδισαν την Αθήνα δεν άφησαν τίποτα όρθιο, (μολονότι Πειραιάς κι Αθήνα είχαν θεωρηθεί ανοχύρωτη πόλη). Ας υπενθυμίσω ότι ο περίφημος βομβαρδισμός του Λονδίνου απ’τους Γερμανούς, που ήταν εχθροί, είχε 7.000 αμάχους νεκρούς, ενώ γι’αυτόν του Πειραιά δε γίνεται κουβέντα.
Στη συνέχεια με τη συμφωνία της Βάρκιζας η αριστερά καλοπροαίρετα παρέδωσε τα όπλα της για ν’ακολουθήσει τον συμφωνημένο κοινοβουλευτικό δρόμο. Όμως από κει και πέρα
άρχισε ένας ανελέητος διωγμός, υπό την προσωπική καθοδήγηση του Τσώρτσιλ με σκοπό να οδηγηθεί η αριστερά σχεδόν άοπλη πλέον σε νέα σύγκρουση.
Οι αγωνιστές της αριστεράς ήταν ήρωες ενώ οι ταγματασφαλίτες ήταν πρώην συνεργάτες των Γερμανών και συνεργάτες των Άγγλων εισβολέων, που επάνδρωσαν τον μετεμφυλιακό κρατικό μηχανισμό και έφεραν τη χώρα βίαια εδώ που είμαστε σήμερα. Βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και απλοί πολίτες που οδηγήθηκαν σαν πρόβατα με τη βία στον εθνικιστικό στρατό. Αυτοί ήταν απλά και μόνο άβουλα θύματα, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν πάει με το μέρος του δικαίου, δηλαδή του δημοκρατικού στρατού].
Οι ταγματασφαλίτες που ήταν ένθερμοι απολογητές και συνεργάτες των γερμανών είχαν μετατρέψει όλη την Ελλάδα σ’ ένα τεράστιο Άουσβιτς.
2. Επίσης παραλείποντας τα περίφημα Λευκά Κελιά των Γερμανών και το Γκουαντάναμο των Αμερικάνων, που είναι σημερινά και ανάρμοστα για την εποχή μας, ακολουθείς, στο θαυμάσιο ποίημά σου “Ρωμανός Αρτέμης” τον άκριτο αντικομμουνιστικό υπαινιγμό του συρμού, “Άουσβιτς-Γκουλάγκ” που οδηγεί στο συνειρμό της ομοιότητας Χίτλερ και Στάλιν. (Ξεχνώντας ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε έναν παγκόσμιο πόλεμο και ματοκύλησε τον κόσμο ενώ ο Στάλιν στο πόλεμο αυτόν ήταν πρωταγωνιστής με το μέρος των συμμάχων κι έσωσε τον κόσμο από τον ναζισμό στις περίφημες μάχες του Στάλινγκραντ όπου πρωταγωνίστησε η ανδρεία και του Κούρσκ όπου συγκρούστηκε πλέον η πολεμική βιομηχανία των ναζί με αυτήν των κομμουνιστών. Εκεί εκτός από τα κανόνια και τα αεροπλάνα, παρατάχθησαν περίπου 30.000 άρματα μάχης και από τις δύο πλευρές, όπου η ναζιστική πανίσχυρη πολεμική βιομηχανία ηττήθει από τη νεοσύστατη σοσιαλιστική.
Ο Στάλιν λοιπόν μπορεί να κατηγορηθεί για σκληρότητα κατά του λαού του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η σκληρότητα μετέτρεψε την μισοφεουδαρχική Ρωσία μέσα σε είκοσι χρόνια σε μιαν ανεξάρτητη, τεράστια βιομηχανική και πυρηνική δύναμη. Αυτή η βιομηχανική επανάσταση, είχε ήδη πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη σε διάρκεια τριών αιώνων, μ’εκατομμύρια θύματα στις χώρες αυτές κι ακόμα περισσότερα στις αποικίες τους.
Ενώ λοιπόν η ευρωπαϊκή βιομηχανική επανάσταση θεωρείται εποποιεία, αυτή του Στάλιν παράδοξα θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας).
[Τα όποια “Άουσβιτς” δημιουργήθηκαν από τον Χίτλερ με σκοπό τη γενοκτονία των Εβραίων και την “κάθαρση” του γερμανικού πληθυσμού από τσιγγάνους, κομμουνιστές ή κάθε λογής κοινοβουλευτικά “σκουπίδια”. Αντίθετα τα “Γκουλάγκ” δημιουργήθηκαν απ’την τσαρική Ρωσσία και όχι από τον Στάλιν, για τον εκτοπισμό των πολιτικών αντιπάλων και όχι σκόπιμα την εκκαθάρησή τους, δηλαδή ήταν κάτι σαν την Μακρόνησο και την Γιάρο, όπου εκτοπίστηκαν οι αριστεροί και όχι οι δεξιοί του “λευκιανού κοιμητηρίου”, και τις οποίες λησμονείς όταν “αναμιμνήσκεσαι” τα πάθη του λαού μας. Όταν η Οχράνα (τσαρική ασφάλεια) συνέλαβε τον Στάλιν για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, τον έστειλε σε Γκουλάγκ. Μάλιστα οι τσαρικοί δεσμοφύλακες συνήθιζαν για σωφρονισμό σε τακτά διαστήματα, να στέκονται σε δύο παράλληλες σειρές με μαστίγια και να κτυπούν τους κρατούμενους, οι οποίοι υποχρεούντο να περνούν ανάμεσά τους από τη μέση κι επάνω γυμνοί. Ο Στάλιν έβαζε ένα πράσινο στάχι στα μπροστινά του δόντια και το παρέδιδε μετά το μαστίγωμα ατσάκιστο στον τελευταίο δεσμοφύλακα. Γι’αυτό τον ονόμασαν Ατσαλένιο (Στάλιν). Κι όταν πέθανε η γυναίκα του η Κατιούσα, δραπέτευσε και μολονότι του είχαν στήσει ενέδρες πήγε στην κηδεία μεταμφιεσμένος.
Βέβαια όλες αυτές οι ποιητικές και συγκινητικές ιστορίες, (για κάποιους) στις σημερινές μέρες πολιστιμικής, ηθικής και πολιτικής παρακμής, φαίνονται οπερετικές όπως και η ηρωϊκή επανάσταση του 21, η ηρωική αντίσταση κατά των Γερμανών και στη συνέχεια κατά των Αγγλοαμερικάνων. Η χυδαιότητα κι η απαξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου έχει κατά πολύ περισσέψει, γι’αυτό δεν μπορούμε να ακούσουμε πια τον κτύπο του ιερού βηματισμού της αξιοπρέπιας μέσα μας].
Παρακαλώ απόφυγε πολιτικές αιχμές για τις οποίες δεν είσαι απόλυτα σίγουρος, κράτα τον λυρισμό της νοσταλγίας του κόσμου που χάνεται και συνέχισε ν’απεικονίζεις την κρυμμένη ποίηση της ζωντανής στιγμής της καθημερινότητας.
Τέλος, με αληθινή αγάπη, θα σου πω μια μικρή ιστορία που έλεγε ο Λόρκα για τον ακαδημαϊσμό στην τέχνη: Υπήρχε ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής και φίλος του, ο Ελ Τόρο. Αυτός, μαζί με τον αγαπημένο του κόκορα (για κοκορομαχίες), σύχναζε πίνοντας και τραγουδώντας στα καπηλειά.
Κάποτε που ο Ελ Τόρο τραγουδούσε σ’ένα καταγώγιο, πέρνουσε από μακριά ο επιτάφιος, τότε ένα μεγάλο μέρος της λιτανείας, αφήνοντας τον επιτάφιο, παρέκαμψε κι ακολουθώ-ντας τη μελωδία έφτασε μπροστά στο καπηλιό που τραγουδούσε.
Επειδή η φήμη του ήταν μεγάλη, ένας ανερχόμενος τραγουδιστής που είχε σπουδάσει στην Μουσική Ακαδημία πήγε να του τραγουδήσει.
Ο Ελ Τόρο, αφού τον άκουσε με προσοχή του είπε: Είσαι πολύ καλός, ξέρεις τέλεια όλα είδη του Φλαμέγο ακόμα και τις Μπουλερίες (λέγεται ότι Μπουλερίες είναι ένα άγριο και γρήγορο είδος Φλαμέγκο, που ρίχνει τις φράσεις βίαια σαν σε ριπές).
Ο τραγουδιστής τον ευχαρίστησε κι απομακρύνθηκε. Ο Ελ Τόρο ξαφνικά γύρισε από μακριά και του είπε: Όμως δεν θα πετύχεις. Δεν έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε κατατρώγει μέσα σου.
Φίλε Τάσο μην αρκεστείς σε ότι έχεις ήδη πετύχει, “έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε πληγώνει μέσα σου”, ψάξε όμως να το ξεθάψεις.
Ποτέ δεν είναι αργά.
Μια σύλληψη και μόνο, μια αιρετική κραυγή τρέλας ή απελπισίας ίσως αρκεί.
Μην ξεχνάς ότι οι τιμές ναρκώνουν και νεκρώνουν τις ψυχές των δημιουργών και ότι όσο πιο νεκρός είσαι τόσο πιο πολύ θα σε τιμούν, γιατί θα σε έχουν πια φέρει στα μέτρα τους και θα σ’έχουν κάνει “κατά-δικό” τους.
με μεγάλη εκτίμηση και αγάπη στο φίλο
και ποιητή Τάσο Γαλάτη
Θόδωρος Καβάσης
Αθήνα 10-1-2018
Μετά από λόγο καιρό πήρα απάντηση:
Αγαπητέ Θόδωρε ― χρόνια πολλά και καλή χρονιά
Πολύ σ’ευχαριστώ για το μάθημα ιστορίας που μου επιφύλαξες αντλώντας ένα πλήθος επιχειρήματα από την άκριτη υποταγή σε μιαν ιδεολογία την οποία είναι καιρός να ανα-θεωρήσεις κι εσύ. Εδώ και αρκετά χρόνια η καταδίκη της είναι οριστική ακόμη και από τους πιο τυφλούς οπαδούς της. Προσωπικά εγώ δεν έχω άλλην επιλογή· ο εικοστός αιώνας στον οποίον εντάσσεται ο βίος μου δεν επιτρέπει άλλην εκδοχή για την ανθρώπινη ιστορία και τα σκοτάδια της εκτός απ’ την εξίσωση:
Άουσβιτς=Γκουλάγκ ή Φασισμός=Κομμουνισμός
ή Χίτλερ=Λένιν και Στάλιν και η κουστωδία τους.
Όσο για τα ποιήματά μου, αυτή την εξίσωση υπηρετούν· αγνοώ πόσο επιτυχημένα. Πασχίζω δηλαδή να απαλλαγώ από τη δουλεία σε διάφορες ιδεολογίες και να υποκλιθώ ταπεινά στο σταυρικό μαρτύριο που αποκαλύπτει την αλήθεια και την ουσία της ζωής και του κόσμου.
με φιλικούς χαιρετισμούς
Τάσος Γαλάτης
Καλέ μου φίλε Τάσο φαίνεται ότι το γράμμα μου σου προκάλεσε μιαν έντονη ενόχληση.
―Δεν προσπάθησα να σου κάνω μάθημα ιστορίας όπως ειρω-νικά ισχυρίζεσαι, αλλά να ορθώσω αντίλογο στην ιστορία που μας διδάσκουν οι διανοητές του δημοκρατικού βίου του φιλε-λεύθερου κόσμου και της ευημερίας, με δημαγωγικές ατάκες κι απλοϊκές εξισώσεις αντί κριτικής σκέψης και διαλόγου.
―Επειδή δηλώνω διαλεκτικός, δεν αρκούμαι στο διάλογο με τους άλλους αλλά συνεχώς διαλέγομαι και με τον εαυτό μου. Αναρωτιέμαι πολύ συχνά για τις πολιτικές και ιδεολογικές μου απόψεις, όμως όποτε τις αναθεωρώ “ο κόσμος της δημοκρατίας, της ανεκτικής κοινωνίας και της προόδου” με επαναφέρει βίαια στην ιδεολογική μου τάξη.
―Βλέπεις στον εικοστό αιώνα στον οποίον εντάσσεται βίαια
ο βίος μας, ο κόσμος της δημοκρατίας, του καπιταλισμού, του
πολιτισμού και της ανεκτικής κοινωνίας, αδειάζει σε κατοικημένες περιοχές τόνους βομβών. Εκεί όπου πρόωρα γερασμένες μάνες ταράζουν την αισθητική μας με κακάσχημους μορφασ-μούς πόνου ξεσχίζοντας τα ρούχα τους και τραβώντας μέσα από χαλάσματα τα κατακρεουργημένα πτώματα των παιδιών τους. Σε λαούς που είχαν την ατυχία στη χώρα τους να υπάρχει πετρέλαιο. Κι’εμείς μακάριοι συνεχίζουμε ακόμα μιλάμε μ’ εξισώσεις Άουσβιτς=Γκουλάγκ, Χίτλερ=Λένιν και Στάλιν και όχι πετρέλαιο και δρόμοι του πετρελαίου=θάνατος.
―Ας μην ξεχνάμε πως όταν δεν βλέπουμε βόμβες που πέφτουν σήμερα σε κατοικημένες περιοχές του κόσμου, δε δικαιούμεθα να μιλάμε ούτε για τα Γκουλάγκ ούτε για τα Άουσβιτς του χθές.
―Επίσης διαπιστώνω ότι συμφωνούμε διαφωνώντας αφού και συ ισχυρίζεσαι ότι τα ποιήματά σου δεν προτίθεσαι να υπηρε-τούν διάφορες ιδεολογίες, μολονότι βέβαια ιδεολογείς στα όρια της εξίσωσης Άουσβιτς=Γκουλάγκ και Χίτλερ=Στάλιν και Λένιν.
―Αφού λοιπόν σου υπενθυμίσω πάλι, αλλά δεν σου διδάσκω γεγονότα σύγχρονης ιστορίας, όπως την “αραβική άνοιξη” και την “απελευθέρωση” υπανάπτυκτων λαών, που έχουν την ατυχία το έδαφος της χώρας τους να έχει πετρέλαιο, από τους λαούς του πολιτισμού της ανεκτικότητας της ισότητας και της προόδου, πρέπει να σου υπενθυμίσω τους λόγους, που κι εμείς οι ίδιοι βιώνουμε την “ελεύθερη, δημοκρατική, ανεκτική, και ευδαίμονα ζωή” που περιγράφεις στο θαυμάσιο ποίημά σου “Στη Γέφυρα του Καλατράβα”. Εκεί αφήνεις αιχμές που μας αφυπνίζουν ταράσσοντας την μακαριότητά μας.
Σ’αυτό σου το ποίημα επίτρεψέ μου να προσφέρω ως αντί-δωρο, έναν αριστερό προπαγαντιστικό λίβελο που φθέγγεται μεν ακαλλώπιστα, λέει δε την αλήθεια.
Πατρίδα Θρησκεία Τοκογλυφία
σε προσμένω κύριε ανάμεσα σε λιβάνι και καπνούς
οι ιεροί ποιμένες την κοιλιά τους ονόμασαν πίστη κύριε
κι όσο πιο μεγάλη η πίστη τόσο πιο πολλά η κοιλιά χωράει
το πρωινό καθενός όσο ένα γεύμα μικρού ορφανοτροφείου
οφικιάλιοι και στρατηγοί το ίδιον συμφέρον ονόμασαν πατρίδα
κι έτσι νόμιμα διώκουν όλους τους «εχθρούς» της πατρίδας
κύριε στο ναό της δημοκρατίας «δημοκράτες» αετονύχηδες
και πουτανομάτηδες, δεν τους ξεφεύγει τίποτα,
όλα τα βλέπουν διψάνε για όλα και όλα τα θέλουν
το γαμήσι ονόμασαν έρωτα κύριε κι από τότε
δίποδα και τετράποδα περάσαν νόμιμα απ’το καυλί τους
την κλοπή ονόμασαν δάνειο και την αρπαγή επένδυση κύριε
κι έτσι δανείζονται κι επενδύουν νόμιμα στις ξένες τράπεζες
κύριε ήμαρτον κύριε
μνήσθητί μου όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου
την ελλάδα ονόμασαν γελάδα κι έτσι νόμιμα την αρμέγουν
σε προσμένω κύριε στ’άγια εξάρχεια και στην αγία σόλωνος
ανάμεσα σε εκρήξεις και καπνούς, εγώ ο άπατρις παρίας
και συ κατέρχεσαι παραπατώντας και κουτσαίνοντας
εν τω μέσω της νυκτός κι όχι εν τη δόξη σου κύριε
σ’έχουν «ξεκωλώσει» άγιοι πατέρες, νταβράτοι καλόγεροι,
ιεράρχες και σεπτοί ποιμενάρχες και περνώντας ανάμεσα σε
πατριώτες πραιτοριανούς και γραμματείς
κάποιοι σε σπρώχνουν, σε φτύνουν, σε προπηλακίζουν κύριε
ενώ άλλοι, οι πιστοί, φωνάζουν με φονική λαχτάρα:
σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν
κι μεις οι απάτριδες παρίες αντί να μπουκάρουμε στα
χρηματοφυλάκια και τις αποθήκες όπλων,
φοβούμενοι το στειλιάρι σπεύδουμε στην ουρά
να πάρουμε το συσσίτιο της αρχιεπισκοπής
με την προϋπόθεση να αποθέσουμε την κεφαλήν επί της γης
και να ορθώσουμε την πρωκτοπή εις ουρανούς
ως ένδειξιν ιερής πίστης και ταπεινής υποταγής
και συ κύριε πήρες μια σκάλα κι ανέβηκες μόνος στο σταυρό
κι από κει παρακολουθείς μ’ενδιαφέρον το θέαμα
το θέατρο του παραλόγου όπου νόμος, είναι η τοκογλυφία
αγορές, το παζάρι των τοκογλύφων
εμπόρευμα, ανθρώπινοι κόποι και ψυχές
μεταρρυθμίσεις και επίτευξη προόδου,
η καταναγκαστική ανεργία και η πείνα
ισχύς, η δύναμη του τυπωμένου χαρτού κύριε
και σωφροσύνη η δουλικότητα
παραπατώντας «αργά στην προκυμαία
υπάρχεις λες κι ύστερα δεν υπάρχεις»
η λιτανεία με τα εξαπτέρυγα και τις εικόνες,
το κλάμα της πίστης και της προσμονής
τα εμβατήρια της νίκης
η δόξα του θεού και πατρός. . . .
Ω του θαύματος! το θαύμα. . το θαύμα
άνομοι άνομοι εν οδώ…
όπως λέει κι ο ανώνυμος αναρχικός κύριε:
«την πουστιά ονόμασαν ανάγκη
και την ανθρωπιά ουτοπία». . .
ελέησόν μας… ελέησον, ελέησον
«το χρήμα ενάντια στη λογική και τον άνθρωπο» κύριε…
Φίλε ο κόσμος σκοτείνιασε πολύ, γι’αυτό στις μέρες μας έγινε δύσκολο να συμφωνούμε ακόμα και στ’αυτονόητα.
Καληνύχτα
Υστερόγραφο:
Η κριτική πρέπει να σου δίνει την απόλαυση να “εξοργιστείς” προκαλώντας τον βίαιο αντίλογο. Όταν μια πρόταση δεν προκαλεί αντίλογο μπορεί να είναι ευχάριστη, έχει όμως όλα τα χαραχτηριστικά του πολύτιμου και αποστειρωμένου φερέτρου, γεμάτου αναμφισβήτητες αλήθειες κι ιδεολογικά κειμήλια και γι’αυτό «στολισμένου» με αειθαλή αλλά τεχνιτά άνθη. Δηλαδή είναι ένα φέρετρο έτοιμο για την αποτέφρωση.
ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
Θόδωρος Καβάσης
Μικρή εισαγωγή: Ο εξαίρετος ποιητής και φίλος Τάσος Γαλάτης μου ταχυδρόμησε κάποιες από τις συλλογές του τις οποίες διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν ένας φίλος ποιητής σου στέλνει τα ποιήματά του, περιμένει οπωσδήποτε μιαν έντιμη και εποικοδομητική κριτική. Εγώ όμως υπέπεσα στο σφάλμα να του γνωστοποιήσω μόνο θετικές παρατηρήσεις και να τον συγχαρώ για το θαυμάσιο ομολογουμένως έργο του, πιστεύοντας λανθασμένα ότι μπορεί να τον στεναχωρήσούν οι αρνητικές παρατηρήσεις μου. Όταν λοιπόν ταχυδρόμησα κάποια ποιήματά μου στον Τάσο, αυτός τηρώντας πιο έντιμη στάση από μένα, μαζί με κάποια προτερήματα επεσήμανε τις αδυναμίες τους. Αυτό μ’έβγαλε από την διανοητική μου νάρκη κεντρίζοντας την αξιοπρέπειά μου, που απαιτούσε να βρεθώ στο ύψος του φίλου αναγνώστη.
Φίλε Τάσο διάβασα το έργο σου με πολύ προσοχή, αλλά δεν μπόρεσα να βρώ αρνητικά στοιχεία που να αφορούν την ποίησή σου καθαυτή. Όλα είναι άψογα! Με όσο εντονότερη κριτική διάθεση διάβαζα τους στίχους σου, τόσο διαπίστωνα ότι βρίσκομαι μπροστά σε ένα “άπαρτο οχυρό”. Δεν υπήρχε κριτική ρωγμή. Ακόμα κι όταν θέλησα να σταθώ στο εξεζητημένο στιλ της γλώσσας σου, διαπίστωσα ότι και οι αρχαϊκές φράσεις που περιείχε το κείμενο, ήταν τόσο ισορροπημένες που αντί για μομφή, τους έπρεπε έπαινος.
Όμως η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή
η τελειότητα οφείλει να είναι ετελής, γιατί ως τέτοια είναι νεκρή.
Η ποίησή σου ήδη απ’τους “ανιπτόποδες και σφενδονήτες” και τον “σημειωμένο” έχει φτάσει σ’ένα είδος ολοκλήρωσης. Δεν υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Βεβαίως εσύ μπορεί να ετοιμάζεις ποιητικές συλλογές, που θα είναι θαυμάσιες, όπως το “μέμνησο” αλλά δε θα υπερβαίνουν το ύψος που έχεις ήδη φτάσει. Γνώμη μου είναι ότι αν θέλεις να συνεχίσεις ανοδικά πρέπει να στραφείς ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου σπάζοντας τις δικές σου φόρμες και κάνοντας ριζικές αλλαγές. Πρέπει να βγείς από το ποιητικό θερμοκήπιο που έχεις δημιουργήσει. Βάλε λοιπόν λίγα ψήγματα κάποιας δικής σου υγειούς τρέλας και τσαλάκωσε τον ποιητικό καθωσπρεπισμό σου. Έχεις τόσο πολλά προσόντα που μπορεί να βγείς από μια τέτοια προσπάθεια κορυφαίος.
Επισημαίνω: Ότι επιλήψιμο στη ποίησή σου δεν είναι ποιητικό.
Θα κάνω όμως τρεις μη ποιητικές επισημάνσεις:
Α. Κάποια εξαιρετικά έργα σου, δείχνουν εντέχνως καβαφικά. Αυτό, μολονότι, για όσους αγαπούν τον Καβάφη είναι αναπόφευκτο, πρέπει να δουλεύει στο υπόβαθρο μυστικά χωρίς να βγαίνει στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό. Όταν αυτό το στοιχείο γίνει αντιληπτό, αναγκαία προκαλεί μιαν άδικη σύγκριση που θα πρέπει να αποφεύγεται. Τότε ένα εξαίρετο ποίημα, χωρίς να του αξίζει, χάνει κι έρχεται δεύτερο.
Β. Την νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν έχεις εξαντλήσει, εξ’αλλου αυτά τα ποιήματα μπορεί να συγκινούν εμένα που είμαι 76 χρονών κι έχω ζήσει αυτή την εποχή, στους νέους όμως που είναι κάτω από 40 φέρνει ναυτεία. Όταν λοιπόν η γενιά μας χαθεί αυτά τα θαυμάσια ποιήματα δεν θα τα διαβάζει κανείς. Αντίθετα όμως όσα αφορούν εικόνες και συμβολισμούς που αντλούνται απ’την νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας, όπως έκανε κι ο Καβάφης, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αφού αυτή η εποχή πάντα θ’αφορά τους ανθρώπους, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό.
Γ. Παρασύρεσαι άκριτα σε αντικομμουνιστικές ποιητικές αιχμές τουλάχιστον για θέματα που πιθανόν δεν έχεις επαρκώς διερευνήσει:
1. Στο “Λευκιανό κοιμητήρι” βάζεις στο ίδιο καλάθι τους ταγματασφαλίτες (που ήταν συνεργάτες των Γερμανών και που με την προτροπή των Εγγλέζων αρχικά επάνδρωσαν τον εθνικιστικό στρατό) και τους μαχητές της αριστεράς που είχαν ήδη επανδρώσει από την αντίσταση τον ένδοξο δημοκρατικό στρατό. Έχω γνωρίσει από πρώτο χέρι αυτούς τους ανθρώπους. Είναι άξιοι τιμής και θαυμασμού: Κι επειδή δολοφονήθηκαν μια φορά, ας μη δολοφονούμε ξανά τη μνήμη τους.
Ας τους αφήσουμε στον ήσυχο ύπνο τους.
[Μετά το πόλεμο και την αντίσταση οι αριστεροί βγήκαν ένοπλοι νικητές, έχοντας ήδη τη νόμιμη κυβέρνηση του βουνού, ενώ οι εθνικιστές (οι ταγματασφαλίτες) και ο βασιλιάς που ήταν στη Αίγυπτο εγκαταστάθησαν με τη βία από τους αγγλοαμερικάνους μετά από στρατιωτική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή ξεκίνησε από τους "συμμάχους" μας με τον βομβαρδισμό του Πειραιά και 5.000 αμάχους νεκρούς και στη συνέχεια με την είσοδο των τεθωρακισμένων βομβάρδισαν την Αθήνα δεν άφησαν τίποτα όρθιο, (μολονότι Πειραιάς κι Αθήνα είχαν θεωρηθεί ανοχύρωτη πόλη). Ας υπενθυμίσω ότι ο περίφημος βομβαρδισμός του Λονδίνου απ’τους Γερμανούς, που ήταν εχθροί, είχε 7.000 αμάχους νεκρούς, ενώ γι’αυτόν του Πειραιά δε γίνεται κουβέντα.
Στη συνέχεια με τη συμφωνία της Βάρκιζας η αριστερά καλοπροαίρετα παρέδωσε τα όπλα της για ν’ακολουθήσει τον συμπεφωνημένο κοινοβουλευτικό δρόμο. Όμως από κει και πέρα άρχισε ένας ανελέητος διωγμός, υπό την καθοδήγηση του Τσώρτσιλ με σκοπό να οδηγηθεί η αριστερά σχεδόν άοπλη πλέον σε νέα σύγκρουση.
Οι αγωνιστές της αριστεράς ήταν ήρωες ενώ οι ταγματασφαλίτες ήταν πρώην συνεργάτες των Γερμανών και συνεργάτες των Άγγλων εισβολέων, που επάνδρωσαν τον μετεμφιλιακό κρατικό μηχανισμό και έφεραν τη χώρα βίαια στην εξάρτηση, δηλαδή εδώ που είμαστε σήμερα. Βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και απλοί πολίτες που οδηγήθηκαν σαν προβατα με τη βία στον εθνικιστικό στρατό. Αυτοί ήταν απλά και μόνο άβουλα θύματα, οι οποίοι θα μπορούσαν να πάνε με το μέρος του δικαίου, δηλαδή του δημοκρατικού στρατού].
2. Επίσης παραλείποντας τα περίφημα λευκά κελιά των Γερμανών και το Γκουαντάναμο των Αμερικάνων, που είναι σημερινά και ανάρμοστα για την εποχή μας, ακολουθείς στο θαυμάσιο ποίημά σου “Ρωμανός Αρτέμης” τον άκριτο αντικομμουνιστικό υπαινιγμό του σειρμού, “Άουσβιτς-Γκουλάγκ” που οδηγεί στο συνειρμό της ομοιότητας Χίτλερ και Στάλιν. (Ξεχνώντας ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε έναν παγκόσμιο πόλεμο και ματοκύλησε τον κόσμο ενώ ο Στάλιν στο πόλεμο αυτόν ήταν πρωταγωνιστής με το μέρος των συμμάχων. Ήταν αυτός που έσωσε τον κόσμο από τον ναζισμό στις περίφημες μάχες του Στάλινγκραντ, όπου πρωταγωνίστησε η ανδρεία και το σοσιαλιστικό ήθος , και του Κούρσκ όπου συγκρούστηκε πλέον η πολεμική βιομηχανία των ναζί μ'αυτή των κομμουνιστών. Εκεί εκτός από χιλιάδες τα κανόνια και αεροπλάνα, παρατάχθησαν περίπου 30.000 άρματα μάχης και από τις δύο πλευρές, όπου η ναζιστική πανίσχυρη πολεμική βιομηχανία ηττήθει από τη νεοσύστατη σοσιαλιστική.
Ο Στάλιν λοιπόν μπορεί να κατηγορηθεί μόνο για σκληρότητα κατά του λαού του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η σκληρότητα μετέτρεψε την μισοφεουδαρχική Ρωσσία μέσα σε είκοσι χρόνια σε μιαν ανεξάρτητη, τεράστια βιομηχανική και πυρηνική δύναμη. Αυτή η βιομηχανική επανάσταση, είχε ήδη πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη σε διάρκεια τριών αιώνων, με εκατομμύρια θύματα στις χώρες αυτές κι ακόμα περισσότερα στις αποικίες τους. Ενώ λοιπόν η ευρωπαϊκή βιομηχανική επανάσταση θεωρείται εποποιία, αυτή του Στάλιν παράδοξα θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας).
[Τα όποια “Άουσβιτς” δημιουργήθηκαν από τον Χίτλερ με σκοπό τη γενοκτονία των Εβραίων και την “κάθαρση” του γερμανικού πληθυσμού από τσιγγάνους, κομμουνιστές ή κάθε λογής δημοκράτες. Αντίθετα τα “Γκουλάγκ” δημιουργήθηκαν από την τσαρική Ρωσσία και όχι από τον Στάλιν, για τον εκτοπισμό των πολιτικών αντιπάλων και όχι σκόπιμα την εκκαθάρησή τους, δηλαδή ήταν κάτι σαν τη Μακρόννησο και τη Γιάρο, όπου εκτοπίστικαν οι αριστεροί κι όχι οι δεξιοί του “λευκιανού κοιμητηρίου”, τις οποίες λησμονείς όταν “αναμιμνήσκεσαι” τα πάθη του λαού μας. Όταν η Οχράνα (τσαρική ασφάλεια) συνέλαβε τον Στάλιν για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, φυσικά τον έστειλε σε Γκουλάγκ. Μάλιστα οι τσαρικοί δεσμοφύλακες συνήθιζαν για σωφρονισμό σε τακτά διαστήματα, να στέκονται σε δύο παράλληλες σειρές με μαστίγια και να κτυπούν τους κρατούμενους, οι οποίοι υποχρεούντο να περνούν ανάμεσά τους από τη μέση κι επάνω γυμνοί. Ο Στάλιν έβαζε ένα πράσινο στάχι στα μπροστινά του δόντια και το παρέδιδε μετά το μαστίγωμα ατσάκιστο στον τελευταίο δεσμοφύλακα. Γι’αυτό τον ονόμασαν Ατσαλένιο (Στάλιν). Κι όταν πέθανε η γυναίκα του η Κατιούσα, δραπέτευσε και μολονότι του είχαν στήσει ενέδρες πήγε στην κηδεία μεταμφιεσμένος.
Οι δύο γιοί του Στάλιν σκοτώθηκαν στο πόλεμο: ο ένας κατά την κατάρριψη του αεροπλάνου που επέβαινε κι ο άλλος όταν συνελλήφθει αιχμάλωτος. Όταν οι ναζί ανακάλυψαν ότι ήταν γιος του Στάλιν, έστειλαν μύνημα ανταλλαγής. Η απάντηση του Στάλιν ήταν ότι "μετά τον πόλεμο αυτοί που παρέδωσαν το όπλο που τους εμπιστεύτηκε ο λαός, θα έχουν να κάνουν μαζί μας". Όταν τόμαθε ο γιός του Στάλιν έπεσε στη ηλεκτροφόρο περίφραξη.
Βέβαια όλες αυτές οι ποιητικές και συγκινητικές (για κάποιους) ιστορίες, στις σημερινές μέρες πολιτισμικής, ηθικής και πολιτικής παρακμής, φαίνονται οπερετικές όπως η ηρωϊκή επανάσταση του 21, η ηρωική αντίσταση κατά των Γερμανών και στη συνέχεια κατά των Αγγλοαμερικάνων και των λακέδων τους που κυβέρνησαν με βία απανθρωπιά και κοινοβουλευτική νοθεία.
Η χυδαιότητα κι η απαξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου έχει κατά πολύ περισσέψει, γι’αυτό δεν μπορούμε ν'ακούσουμε πια τον κτύπο του ιερού βηματισμού της αξιοπρέπειας μέσα μας].
Παρακαλώ απόφυγε πολιτικές αιχμές για τις οποίες δεν είσαι απόλυτα σίγουρος, κράτα τον λυρισμό της νοσταλγίας του κόσμου που χάνεται και συνέχισε ν’απεικονίζεις την κρυμμένη ποίηση της ζωντανής στιγμής της καθημερινότητας.
Τέλος, με αληθινή αγάπη, θα σου πω μια μικρή ιστορία που έλεγε ο Λόρκα για τον ακαδημαϊσμό στην τέχνη: Υπήρχε ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής και φίλος του, ο Ελ Τόρο. Αυτός, μαζί με τον αγαπημένο του κόκορα (για κοκορομαχίες), σύχναζε πίνοντας και τραγουδώντας στα καπηλειά.
Κάποτε που ο Ελ Τόρο τραγουδούσε σ’ένα καταγώγιο, πέρνουσε από μακριά ο επιτάφιος, τότε ένα μεγάλο μέρος της λιτανείας, αφήνοντας τον επιτάφιο, παρέκαμψε κι ακολουθώντας τη μελωδία του τραγουδιού έφτασε μπροστά στο καπηλιό.
Επειδή η φήμη του ήταν μεγάλη, ένας ανερχόμενος τραγουδιστής που είχε σπουδάσει και στην Μουσική Ακαδημία πήγε να του τραγουδήσει.
Ο Ελ Τόρο, αφού τον άκουσε με προσοχή του είπε: Είσαι πολύ καλός, ξέρεις τέλεια όλα είδη του Φλαμέγο ακόμα και τις Μπουλερίες (λέγεται ότι Μπουλερίες είναι ένα άγριο και γρήγορο είδος Φλαμέγκο, που ρίχνει τις φράσεις βίαια σαν σε ριπές).
Ο τραγουδιστής τον ευχαρίστησε κι απομακρύνθηκε. Ο Ελ Τόρο ξαφνικά γύρισε από μακριά και του είπε: Όμως δεν θα πετύχεις. Δεν έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε κατατρώγει μέσα σου.
Φίλε Τάσο μην αρκεστείς σε ότι έχεις ήδη πετύχει, “έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε πληγώνει μέσα σου”, ψάξε όμως να το ξεθάψεις.
Ποτέ δεν είναι αργά.
Μια σύλληψη και μόνο, μια αιρετική κραυγή τρέλας ή απελπισίας ίσως αρκεί.
Μην ξεχνάς ότι οι τιμές ναρκώνουν και νεκρώνουν τις ψυχές των δημιουργών και ότι όσο πιο νεκρός είσαι τόσο πιο πολύ θα σε τιμούν, γιατί θα σε έχουν πια φέρει στα μέτρα τους και θα σ’έχουν κάνει
“κατά-δικό” τους.
με πολύ αγάπη Θόδωρος
Με τον ποιητή Τάσο Γαλάτη μιας συνδέει μια παμπάλαια αλλά μακρισμένη φιλία που αναζωπυρώνεται κατά καιρούς. Ο Τάσος με τίμησε δίνοντας μου κάποια από τα σημαντικά ποιητικά έργα του τα οποία θεώρησα εξαιρετικά. Όταν όμως εκτιμάς τόσο πολύ το έργο κάποιου που να το αγαπάς κιόλας φαίνεται ότι εξοικειώνεσαι σε βαθμό ίσως ενοχλητικό. Έτσι μολονότι δεν είμαι ποιητής πήρα το θάρρος και του έστειλα ένα ποιητικό μου έργο. Ο Τάσος όπως είχε καθήκον αλλά και συνήθεια να μην μασά τα λόγια του, μου έστειλε μια μικρή και ουσιαστική κριτική.
12-5-2017 Αγαπητέμου Θόδωρε, διάβασα με ιδιαίτερη προσοχή τα ποιήματά σου και στάθηκα αρκετά κυρίως σ’αυτά που αφορούν τη “λιτανεία των κεκοιμημένων”. Τα υπόλοιπα θεωρώ είτε ατυχή, είτε απαράδεκτα, προπάντων τα πολύστιχα (Ναστάσια Φιλίποβνα κ.λ.π.). Για να γίνω σαφέστερος, λειτουργείς ποιητικά όσο είσαι “εμπράγματος”, ενώ όταν αφήνεσαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ενατενίσεις πελαγοδρομείς. Η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές· μέσω αυτών εκφράζει την ουσία της, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλλογισμούς όσο σοφοί κι αν είναι. Να ένα παράδειγμα ποιητικής εμβέλειας από τους ελεύθερους πολιορκημένους: Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, τον Άγγλον πέλαγο μέγα αλίμονο βαρεί το καλυβάκι.
Με αγάπη Τάσος Γαλάτης
Μολονότι συμφωνώ με τις παρατηρήσεις του Τάσου, άνοιξα έναν διάλογο μαζί του που δεν αφορά στο αν αυτό μου το έργο του ήταν αρεστό, ούτε κατά πόσον ήταν αξιόλογο. Αφορά μόνο κάποιες γενικές παρατηρήσεις του περί ποίησης, δηλαδή ότι θα λειτουργώ ποιητικά όσο είμαι εμπράγματος ενώ όσο αφήνομαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ανατενίσεις θα πε-λαγοδρομώ. Τονίζοντας ότι η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές εκφράζοντας την ουσία της μέσω αυτών, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλ-λογισμούς, όσο σοφοί κι αν είναι.
Υπάρχει εδώ ερώτημα για το τι είναι να είσαι “εμπράγματος” στην ποίηση. Την έννοια αυτή ερμηνεύω “να άπτεται κάποιος της πραγματικότητας” και αυτό πιθανόν “να μην ιδεοποιεί την πραγματικότητα στο μεγάλο και υψηλό”. Όμως η ίδια η ζωή που είναι η πραγματικότητα και οι εικόνες που αντλούμε απ’ αυτήν, είναι συνυφασμένη με ιδεολογία γιατί ο άνθρωπος μέσω του οποίου βέβαια γίνεται η συνειδητότητα του κόσμου, είναι μια ιδεοποιητική μηχανή. Δεν μπορεί δηλαδή να υπάρξει ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς ιδεολογία. Ακόμα λοιπόν κι όταν επιδιώκουμε ν’αντιιδεολογούμε το κάνουμε ιδεολογικά.
Βέβαια το στοιχείο του εμπράγματου στην ποίηση θα μπορούσε να περιοριστεί στην αισθητική της γλώσσας ως υψηλής, αλλά και τότε χωρίς ιδεολογία κάτι θα έλειπε.
Την άνοιξη του 1964 συμπέσαμε με το Νίκο Χουλιαρά στην ίδια στρατιωτική μονάδα και στον ίδιο λόχο, (δηλαδή την ίδια εποχή και στην ίδια μονάδα με τον Τάσο). Με τον Νίκο συνδεθηκαμε με μιαν ιδιόρυθμη φιλία μαζί με το άλλο μέλος της παρέας τον Παναγιώτη Βενάρδο. Η παρέα αυτή μαζί με τις φάρσες, τα καλαμπούρια και τις άλλες στρατιωτικές συνήθειες αφορούσε και την τέχνη (εικαστικά, ποίηση, κινηματογράφο, τραγούδι) και κάποιες φορές την πολιτική και την φιλοσοφία.
Ο Νικολάκης τότε είχε ήδη τυπώσει μια ποιητική συλλογή που πιθανόν είχε τίτλο “Ο Δρόμος με τις Λεύκες” ή είχε κάποια σχέση με λεύκες. Αυτό ήταν ένα έργο που μολονότι ακολουθούσε έναν “σεφεριανό” καθωσπρεπισμό, που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή, προσπαθούσε να ξεφύγει και από τα όριά του, κάτι που έδειχνε μια τάση αναζήτησης. Εγώ τότε έγραφα κάποιους στίχους στους οποίους, όπως θα διαπίστωνε και τότε, αν τους είχε δει ο φίλος Τάσος, “αφηνόμουν σε ενατενίσεις φιλοσοφικές”, που προσπαθούσα να οργανώσω σε ποιητικές ριπές.
Με τον Νίκο είχαμε όλο τον καιρό και την ειλικρινή φιλία να κριτικάρουμε δεικτικά και με χιούμορ, όχι μόνο τους στίχους, αλλά τη στάση και τη συμπεριφορά μας μ’έντονο αυτοσαρκασμό.
Από τις συζητήσεις μας και τις αφηγήσεις του, είχα διαπιστώσει και του είχα τονίσει ότι οι στίχοι του ποιητικού έργου που είχε τυπώσει δεν του ταίριαζαν, αφού έπασχαν από έναν λόγιο “ποιητικό καθωσπρεπισμό” αντίθετο στην ιδιοσυγκρασία του. Δηλαδή με εξεζητημένες λέξεις ή καινοφανείς εκφράσεις, χωρίς αυτό να είναι λιτό και αναγκαίο. Ενώ ο Νίκος στην κριτική του για τους δικούς μου στίχους, βρήκε πως μολονότι είχαν ένα ποιητικό πρωτογονισμό που δεν τον ενοχλούσε κι ίσως του άρεσε, ήταν ολοφάνερα στρατευμένοι σε φιλοσοφικούς συλλογισμούς που διευκρίνιζαν απόλυτα τα λεγόμενα, αφαιρώντας τη σκιά της ποιητικής αοριστίας.
Είχαμε λοιπόν από τότε καταλήξει ότι η ποίηση μάλλον πρέπει να στέκεται σε κάποιες ξεχωριστές στιγμές ή εικόνες της καθημερινότητας, αποκαλύπτοντας την ποιητικότητα της
ζωντανής στιγμής, ακόμα κι αν αφορούσε εικόνες ή μνήμες του παρελθόντος.
Δεν διαφωνώ λοιπόν καθόλου με τον φίλο μου Τάσο, αφού μια τέτοια διαπίστωση περί ποίησης με έβρισκε σύμφωνο από τότε. Μετά από χρόνια όμως κατανόησα ότι ακόμα καί αυτή η διαπίστωση περί ποίησης, όταν γίνει κανόνας ποδηγετεί και περιορίζει μέσα σε απαράβατα όρια, κάτι που πνίγει το αληθινό συναίσθημα.
Η Ιστορία μας δίδαξε την ποίηση σαν πολυδιάστατη και πολύμορφη, που υπήρξε ακόμα ως φιλοσοφική στους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο, Ξενοφάνη, Παρμενίδη και Λάο Τσε, ως επική στον Όμηρο κι ως τραγική στους Αισχύλο, Σοφοκλή κ.λπ.. Ακόμα ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και μια σειρά μεγάλων κλασικών συγγραφέων, έγραψαν έργα δραματικά, που λόγω της τραγικότητάς τους, ακολουθούνται από ένα έντονο ποιητικό σύνδρομο. Όμως γιατί μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα ή επιστημονικές διατυπώσεις, δεν μπορούν να ενδύονται την ποίηση; Π.χ. οι διάλογοι του Πλάτωνα, “Η Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, “Η Κριτική του Καθαρού Λόγου” του Καντ, “Ο Ηγεμόνας” του Μακιαβέλλι, το “Tractatus Logicophilosophicus” του Βιτγκενστάιν κι άλλα έργα, τα οποία μολονότι έχουν πλέον χάσει την αρχική φιλοσοφική τους λάμψη, εξαιτίας όμως των φιλοσοφικών τους ενατενίσεων, του ηθικοπλαστικού τους συνδρόμου ή της λογικο-γλωσσικής τους σύνταξης, δημιουργούν στον ευφυή μιαν έντονη νοητική και συγκινησιακή ευφορία, ως μεγαλοφυή ποιητικά δημιουργήματα.
Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ενατενίσεις μέσα στην ποίηση λοιπόν, μπορεί να προκαλούν απέχθεια στους καθωσπρέπει κύκλους ή μπορεί κατά τον Λάο-Τσε “να προκαλέσουν τον γέλωτα στους σχολαστικούς”, μα δεν είναι κανόνας αντιποιητικής. Επίσης μπορεί οι στίχοι του Ζεν και τα Χάι-Κου να γεννιόνται μέσ’τη λιτότητα και τη μυστική ατμόσφαιρα της λεγόμενης εκκωφαντικής σιωπής που τ’ακολουθούν, αλλά η ποίηση δεν μένει μόνον εκεί. Ένα ανοικτό μυαλό μπορεί να βρεί “ποίηση” ακόμα και στη λογικογλωσσική διατύπωση των ορισμών της Ευκλείδιας Γεωμετρίας ή στη διατύπωση της Θεωρίας της Σχετικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αρχιμήδης πολλούς από τους μαθηματικούς γρίφους και τις λύσεις τους, συνέταξε σε ποιητική μορφή.
Οι δρόμοι της ποίησης είναι περίεργοι, δαιδαλώδεις και κάποτε σκοτεινοί:
―Η μεγαλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή.
―Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
―Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
―Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε.
Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα, καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
―Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό, η ίδια η φωτιά παγερή.
―Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
―Το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται.
―Τείνοντας κάτι για το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο.
―Το ακαριαίο είναι το ακίνητο. Το μηδενικό είναι και άπειρο.
Οι φράσεις αυτές που δεν μιλάνε για “έρωτα”, “απονιά” “κοινωνική δικαιοσύνη”, “για τον αόρατο θίασο ενός αγαπημένου κόσμο που χάνεται” ή ακόμα κι αν “δεν πλέουν μέσα στο πολύβουο και πολύχρωμο αλλά και συγχρόνως θολό πέλαγος του υπερρεαλισμού”, μπορούν να έχουν έν’άλλο ποιητικό ένδυμα: “αυτό της τέχνης της νόησης ως υψηλής”, που ενδύονται οι λιτές λογικο-διαλεκτικές αποφάνσεις.
Η ποιητική αλήθεια πρέπει έτσι να είναι αληθινά εμπράγματη ή ακόμα μπορεί πράγματι ν’αποκαλύπτεται με απεικονίσεις και μεταφορές, επίσης μπορεί να αντιπαθεί επινοήσεις και συλλογισμούς αγοραίους και ψεύτικους, όταν όμως αυτοί οι συλλογισμοί και οι επινοήσεις χειρίζονται με σοφία την αλήθεια, είναι ένα άλλο είδος ποίησης.
Η ποίηση αυτή βέβαια δεν αγγίζει τους πάντες.
Ενώ κάποτε το φεγγάρι ήταν ένα κατεξοχήν στοιχείο ποιητικής έμπνευσης και μυστικοπαθούς αίσθησης, τώρα που υπάρχουν πάνω του ντενεκεδένια κατασκευάσματα-απορρίμματα και πα-τημασιές, η χρήση του για ποιητική τέχνη έχει πια θολώσει. Αντίθετα το διαστημικό ταξίδι του “Βοάγιαζερ” που φεύγει για μια πολυετή πορεία απόλυτης ακρίβειας εκατομμυρίων χιλιομέτρων, για μιαν ασύλληπτη επιστημονική αναζήτηση, είναι πιο συγκινητικό απ’την αίσθηση του μυστικοπαθούς προσώπου της Σελάνας.
Ακόμα ο πρώτος πίθηκος που σηκώθηκε παραπατώντας στα πίσω πόδια μέσ’το πανδαιμόνιο της χλεύης και κατακραυγής, είναι πιο ποιητική και συγκινητική μορφή απ’τον γραμματικό που ορίζει τη γενεσιουργό ποίηση μέσα σε κανόνες, που είχαν, έχουν και θα έχουν παραβιαστεί, για να υπάρξει μια ποίηση η οποία ποιεί, ―γεννά το Νέο.
9. ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
Ο εξαίρετος ποιητής και φίλος Τάσος Γαλάτης μου ταχυδρόμησε κάποιες από τις συλλογές του τις οποίες διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν ένας φίλος ποιητής σου στέλνει τα ποιήματά του, περιμένει οπωσδήποτε μιαν έντιμη και εποικοδομητική κριτική. Εγώ όμως υπέπεσα στο σφάλμα να του γνωστοποιήσω μόνο θετικές παρατηρήσεις και να τον συγχαρώ για το θαυμάσιο ομολογουμένως έργο του, πιστεύοντας λανθασμένα ότι μπορεί να τον στεναχωρήσουν οι αρνητικές παρατηρήσεις μου. Όταν λοιπόν ταχυδρόμησα κάποια ποιήματά μου αυτός τηρώντας πιο έντιμη στάση από μένα, μαζί με κάποια προτερήματα επεσήμανε χωρίς περιστροφές τις αδυναμίες τους. Αυτό μ’έβγαλε απ’την διανοητική μου νάρκη κεντρίζοντας την αξιοπρέπειά μου, που απαιτούσε να βρεθώ στο ύψος του φίλου αναγνώστη.
Φίλε Τάσο διάβασα το έργο σου με πολύ προσοχή, αλλά δεν μπόρεσα να βρω αρνητικά στοιχεία που ν’αφορούν την ποίησή σου καθαυτή. Όλα είναι άψογα! Με όσο εντονότερη κριτική διάθεση διάβαζα τους στίχους σου, τόσο διαπίστωνα ότι βρίσκομαι μπροστά σε ένα “άπαρτο οχυρό”. Δεν υπήρχε ρωγμή. Ακόμα κι όταν θέλησα να σταθώ στο εξεζητημένο στιλ της γλώσσας σου, διαπίστωσα ότι και οι αρχαϊκές φράσεις που περιείχε το κείμενο, ήταν τόσο ισορροπημένες που αντί για μομφή τους έπρεπε έπαινος.
Όμως η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή. Η τελειότητα οφείλει να είναι ατελής, γιατί ως τέτοια είναι νεκρή.
Η ποίησή σου ήδη απ’τους “ανιπτόποδες και σφενδονήτες” και τον “σημειωμένο” έχει φτάσει σ’ένα είδος ολοκλήρωσης. Δεν υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Βεβαίως εσύ μπορεί να ετοι-μάζεις ποιητικές συλλογές, που θα είναι θαυμάσιες, όπως το “μέμνησο” αλλά δε θα υπερβαίνουν το ύψος που έχεις ήδη φτάσει. Γνώμη μου είναι ότι αν θέλεις να συνεχίσεις ανοδικά πρέπει να στραφείς ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου σπάζοντας τις δικές σου φόρμες και κάνοντας ριζικές αλλαγές. Πρέπει να βγεις απ’το ποιητικό θερμοκήπιο που έχεις δημιουργήσει. Βάλε λοιπόν λίγα ψήγματα κάποιας δικής σου υγειούς τρέλας και τσαλάκωσε τον ποιητικό καθωσπρεπισμό σου. Έχεις τόσο πολλά προσόντα που μέσα από μια τέτοια προσπάθεια μπορεί να βγεις κορυφαίος.
Επισημαίνω:
Ότι επιλήψιμο στη ποίησή σου δεν είναι ποιητικό.
Θα κάνω λοιπόν τρεις μη ποιητικές επισημάνσεις:
Α. Κάποια εξαιρετικά έργα σου, δείχνουν εντέχνως καβαφικά. Αυτό, μολονότι, για όσους αγαπούν τον Καβάφη είναι αναπόφευκτο, πρέπει να δουλεύει στο υπόβαθρο μυστικά χωρίς να βγαίνει στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό. Όταν αυτό το στοιχείο γίνει αντιληπτό, αναγκαία προκαλεί μιαν άδικη σύγκριση που θα πρέπει να αποφεύγεται. Τότε ένα εξαίρετο ποίημα, χωρίς να του αξίζει, χάνει κι έρχεται δεύτερο.
Β. Τη νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν έχεις εξαντλήσει, εξάλλου αυτά τα ποιήματα μπορεί να συγκινούν εμένα που είμαι 77 χρονών κι έχω ζήσει αυτή την εποχή, στους νέους όμως
που είναι κάτω από 40 φέρνει ναυτία. Όταν λοιπόν η γενιά μας χαθεί αυτά τα θαυμάσια ποιήματα δεν θα τα διαβάζει κανείς. Αντίθετα όσα αφορούν εικόνες και συμβολισμούς που αντλούνται απ’την νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας, όπως έκανε κι ο Καβάφης, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αφού αυτή η εποχή πάντα θ’αφορά τους ανθρώπους, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό.
Γ. Παρασύρεσαι σε αντικομμουνιστικές ποιητικές αιχμές τουλάχιστον για θέματα, που ίσως δεν έχεις επαρκώς διερευνήσει:
1. Στο “Λευκιανό κοιμητήρι” βάζεις στο ίδιο καλάθι τους ταγματασφαλίτες (που ήταν συνεργάτες των Γερμανών και που με την προτροπή των Εγγλέζων αρχικά επάνδρωσαν τον εθνικιστικό στρατό) και τους μαχητές της αριστεράς που είχαν ήδη επανδρώσει από την αντίσταση τον δημοκρατικό στρατό. Έχω γνωρίσει από πρώτο χέρι αυτούς τους ανθρώπους. Είναι άξιοι τιμής και θαυμασμού: Κι επειδή δολοφονήθηκαν μια φορά, ας μη δολοφονούμε ξανά τη μνήμη τους. Ας τους αφήσουμε στον ήσυχο ύπνο τους.
(Και αυτό το δικαιολογώ αντιιδεολογικά με μιαν αναδρομή στα γεγονότα.)
[Μετά το πόλεμο και την αντίσταση οι αριστεροί βγήκαν ένοπλοι νικητές, έχοντας ήδη τη νόμιμη κυβέρνηση του βουνού, ενώ οι εθνικιστές (οι ταγματασφαλίτες) και ο βασιλιάς που ήταν στη Αίγυπτο εγκαταστάθησαν με τη βία από τους αγγλο-αμερικάνους μετά από στρατιωτική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή ξεκίνησε από τους συμμάχους μας με τον βομβαρδισμό του Πειραιά και 5.000 αμάχους νεκρούς και στη συνέχεια με την είσοδο των τεθωρακισμένων βομβάρδισαν την Αθήνα δεν άφησαν τίποτα όρθιο, (μολονότι Πειραιάς κι Αθήνα είχαν θεωρηθεί ανοχύρωτη πόλη). Ας υπενθυμίσω ότι ο περίφημος βομβαρδισμός του Λονδίνου απ’τους Γερμανούς, που ήταν εχθροί, είχε 7.000 αμάχους νεκρούς, ενώ γι’αυτόν του Πειραιά δε γίνεται κουβέντα.
Στη συνέχεια με τη συμφωνία της Βάρκιζας η αριστερά καλοπροαίρετα παρέδωσε τα όπλα της για ν’ακολουθήσει τον συμφωνημένο κοινοβουλευτικό δρόμο. Όμως από κει και πέρα
άρχισε ένας ανελέητος διωγμός, υπό την προσωπική καθοδήγηση του Τσώρτσιλ με σκοπό να οδηγηθεί η αριστερά σχεδόν άοπλη πλέον σε νέα σύγκρουση.
Οι αγωνιστές της αριστεράς ήταν ήρωες ενώ οι ταγματασφαλίτες ήταν πρώην συνεργάτες των Γερμανών και συνεργάτες των Άγγλων εισβολέων, που επάνδρωσαν τον μετεμφυλιακό κρατικό μηχανισμό και έφεραν τη χώρα βίαια εδώ που είμαστε σήμερα. Βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και απλοί πολίτες που οδηγήθηκαν σαν πρόβατα με τη βία στον εθνικιστικό στρατό. Αυτοί ήταν απλά και μόνο άβουλα θύματα, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν πάει με το μέρος του δικαίου, δηλαδή του δημοκρατικού στρατού].
Οι ταγματασφαλίτες που ήταν ένθερμοι απολογητές και συνεργάτες των γερμανών είχαν μετατρέψει όλη την Ελλάδα σ’ ένα τεράστιο Άουσβιτς.
2. Επίσης παραλείποντας τα περίφημα Λευκά Κελιά των Γερμανών και το Γκουαντάναμο των Αμερικάνων, που είναι σημερινά και ανάρμοστα για την εποχή μας, ακολουθείς, στο θαυμάσιο ποίημά σου “Ρωμανός Αρτέμης” τον άκριτο αντικομμουνιστικό υπαινιγμό του συρμού, “Άουσβιτς-Γκουλάγκ” που οδηγεί στο συνειρμό της ομοιότητας Χίτλερ και Στάλιν. (Ξεχνώντας ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε έναν παγκόσμιο πόλεμο και ματοκύλησε τον κόσμο ενώ ο Στάλιν στο πόλεμο αυτόν ήταν πρωταγωνιστής με το μέρος των συμμάχων κι έσωσε τον κόσμο από τον ναζισμό στις περίφημες μάχες του Στάλινγκραντ όπου πρωταγωνίστησε η ανδρεία και του Κούρσκ όπου συγκρούστηκε πλέον η πολεμική βιομηχανία των ναζί με αυτήν των κομμουνιστών. Εκεί εκτός από τα κανόνια και τα αεροπλάνα, παρατάχθησαν περίπου 30.000 άρματα μάχης και από τις δύο πλευρές, όπου η ναζιστική πανίσχυρη πολεμική βιομηχανία ηττήθει από τη νεοσύστατη σοσιαλιστική.
Ο Στάλιν λοιπόν μπορεί να κατηγορηθεί για σκληρότητα κατά του λαού του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η σκληρότητα μετέτρεψε την μισοφεουδαρχική Ρωσία μέσα σε είκοσι χρόνια σε μιαν ανεξάρτητη, τεράστια βιομηχανική και πυρηνική δύναμη. Αυτή η βιομηχανική επανάσταση, είχε ήδη πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη σε διάρκεια τριών αιώνων, μ’εκατομμύρια θύματα στις χώρες αυτές κι ακόμα περισσότερα στις αποικίες τους.
Ενώ λοιπόν η ευρωπαϊκή βιομηχανική επανάσταση θεωρείται εποποιεία, αυτή του Στάλιν παράδοξα θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας).
[Τα όποια “Άουσβιτς” δημιουργήθηκαν από τον Χίτλερ με σκοπό τη γενοκτονία των Εβραίων και την “κάθαρση” του γερμανικού πληθυσμού από τσιγγάνους, κομμουνιστές ή κάθε λογής κοινοβουλευτικά “σκουπίδια”. Αντίθετα τα “Γκουλάγκ” δημιουργήθηκαν απ’την τσαρική Ρωσσία και όχι από τον Στάλιν, για τον εκτοπισμό των πολιτικών αντιπάλων και όχι σκόπιμα την εκκαθάρησή τους, δηλαδή ήταν κάτι σαν την Μακρόνησο και την Γιάρο, όπου εκτοπίστηκαν οι αριστεροί και όχι οι δεξιοί του “λευκιανού κοιμητηρίου”, και τις οποίες λησμονείς όταν “αναμιμνήσκεσαι” τα πάθη του λαού μας. Όταν η Οχράνα (τσαρική ασφάλεια) συνέλαβε τον Στάλιν για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, τον έστειλε σε Γκουλάγκ. Μάλιστα οι τσαρικοί δεσμοφύλακες συνήθιζαν για σωφρονισμό σε τακτά διαστήματα, να στέκονται σε δύο παράλληλες σειρές με μαστίγια και να κτυπούν τους κρατούμενους, οι οποίοι υποχρεούντο να περνούν ανάμεσά τους από τη μέση κι επάνω γυμνοί. Ο Στάλιν έβαζε ένα πράσινο στάχι στα μπροστινά του δόντια και το παρέδιδε μετά το μαστίγωμα ατσάκιστο στον τελευταίο δεσμοφύλακα. Γι’αυτό τον ονόμασαν Ατσαλένιο (Στάλιν). Κι όταν πέθανε η γυναίκα του η Κατιούσα, δραπέτευσε και μολονότι του είχαν στήσει ενέδρες πήγε στην κηδεία μεταμφιεσμένος.
Βέβαια όλες αυτές οι ποιητικές και συγκινητικές ιστορίες, (για κάποιους) στις σημερινές μέρες πολιστιμικής, ηθικής και πολιτικής παρακμής, φαίνονται οπερετικές όπως και η ηρωϊκή επανάσταση του 21, η ηρωική αντίσταση κατά των Γερμανών και στη συνέχεια κατά των Αγγλοαμερικάνων. Η χυδαιότητα κι η απαξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου έχει κατά πολύ περισσέψει, γι’αυτό δεν μπορούμε να ακούσουμε πια τον κτύπο του ιερού βηματισμού της αξιοπρέπιας μέσα μας].
Παρακαλώ απόφυγε πολιτικές αιχμές για τις οποίες δεν είσαι απόλυτα σίγουρος, κράτα τον λυρισμό της νοσταλγίας του κόσμου που χάνεται και συνέχισε ν’απεικονίζεις την κρυμμένη ποίηση της ζωντανής στιγμής της καθημερινότητας.
Τέλος, με αληθινή αγάπη, θα σου πω μια μικρή ιστορία που έλεγε ο Λόρκα για τον ακαδημαϊσμό στην τέχνη: Υπήρχε ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής και φίλος του, ο Ελ Τόρο. Αυτός, μαζί με τον αγαπημένο του κόκορα (για κοκορομαχίες), σύχναζε πίνοντας και τραγουδώντας στα καπηλειά.
Κάποτε που ο Ελ Τόρο τραγουδούσε σ’ένα καταγώγιο, πέρνουσε από μακριά ο επιτάφιος, τότε ένα μεγάλο μέρος της λιτανείας, αφήνοντας τον επιτάφιο, παρέκαμψε κι ακολουθώ-ντας τη μελωδία έφτασε μπροστά στο καπηλιό που τραγουδούσε.
Επειδή η φήμη του ήταν μεγάλη, ένας ανερχόμενος τραγουδιστής που είχε σπουδάσει στην Μουσική Ακαδημία πήγε να του τραγουδήσει.
Ο Ελ Τόρο, αφού τον άκουσε με προσοχή του είπε: Είσαι πολύ καλός, ξέρεις τέλεια όλα είδη του Φλαμέγο ακόμα και τις Μπουλερίες (λέγεται ότι Μπουλερίες είναι ένα άγριο και γρήγορο είδος Φλαμέγκο, που ρίχνει τις φράσεις βίαια σαν σε ριπές).
Ο τραγουδιστής τον ευχαρίστησε κι απομακρύνθηκε. Ο Ελ Τόρο ξαφνικά γύρισε από μακριά και του είπε: Όμως δεν θα πετύχεις. Δεν έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε κατατρώγει μέσα σου.
Φίλε Τάσο μην αρκεστείς σε ότι έχεις ήδη πετύχει, “έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε πληγώνει μέσα σου”, ψάξε όμως να το ξεθάψεις.
Ποτέ δεν είναι αργά.
Μια σύλληψη και μόνο, μια αιρετική κραυγή τρέλας ή απελπισίας ίσως αρκεί.
Μην ξεχνάς ότι οι τιμές ναρκώνουν και νεκρώνουν τις ψυχές των δημιουργών και ότι όσο πιο νεκρός είσαι τόσο πιο πολύ θα σε τιμούν, γιατί θα σε έχουν πια φέρει στα μέτρα τους και θα σ’έχουν κάνει “κατά-δικό” τους.
με μεγάλη εκτίμηση και αγάπη στο φίλο
και ποιητή Τάσο Γαλάτη
Θόδωρος Καβάσης
Αθήνα 10-1-2018
Μετά από λόγο καιρό πήρα απάντηση:
Αγαπητέ Θόδωρε ― χρόνια πολλά και καλή χρονιά
Πολύ σ’ευχαριστώ για το μάθημα ιστορίας που μου επιφύλαξες αντλώντας ένα πλήθος επιχειρήματα από την άκριτη υποταγή σε μιαν ιδεολογία την οποία είναι καιρός να ανα-θεωρήσεις κι εσύ. Εδώ και αρκετά χρόνια η καταδίκη της είναι οριστική ακόμη και από τους πιο τυφλούς οπαδούς της. Προσωπικά εγώ δεν έχω άλλην επιλογή· ο εικοστός αιώνας στον οποίον εντάσσεται ο βίος μου δεν επιτρέπει άλλην εκδοχή για την ανθρώπινη ιστορία και τα σκοτάδια της εκτός απ’ την εξίσωση:
Άουσβιτς=Γκουλάγκ ή Φασισμός=Κομμουνισμός
ή Χίτλερ=Λένιν και Στάλιν και η κουστωδία τους.
Όσο για τα ποιήματά μου, αυτή την εξίσωση υπηρετούν· αγνοώ πόσο επιτυχημένα. Πασχίζω δηλαδή να απαλλαγώ από τη δουλεία σε διάφορες ιδεολογίες και να υποκλιθώ ταπεινά στο σταυρικό μαρτύριο που αποκαλύπτει την αλήθεια και την ουσία της ζωής και του κόσμου.
με φιλικούς χαιρετισμούς
Τάσος Γαλάτης
Καλέ μου φίλε Τάσο φαίνεται ότι το γράμμα μου σου προκάλεσε μιαν έντονη ενόχληση.
―Δεν προσπάθησα να σου κάνω μάθημα ιστορίας όπως ειρω-νικά ισχυρίζεσαι, αλλά να ορθώσω αντίλογο στην ιστορία που μας διδάσκουν οι διανοητές του δημοκρατικού βίου του φιλε-λεύθερου κόσμου και της ευημερίας, με δημαγωγικές ατάκες κι απλοϊκές εξισώσεις αντί κριτικής σκέψης και διαλόγου.
―Επειδή δηλώνω διαλεκτικός, δεν αρκούμαι στο διάλογο με τους άλλους αλλά συνεχώς διαλέγομαι και με τον εαυτό μου. Αναρωτιέμαι πολύ συχνά για τις πολιτικές και ιδεολογικές μου απόψεις, όμως όποτε τις αναθεωρώ “ο κόσμος της δημοκρατίας, της ανεκτικής κοινωνίας και της προόδου” με επαναφέρει βίαια στην ιδεολογική μου τάξη.
―Βλέπεις στον εικοστό αιώνα στον οποίον εντάσσεται βίαια
ο βίος μας, ο κόσμος της δημοκρατίας, του καπιταλισμού, του
πολιτισμού και της ανεκτικής κοινωνίας, αδειάζει σε κατοικημένες περιοχές τόνους βομβών. Εκεί όπου πρόωρα γερασμένες μάνες ταράζουν την αισθητική μας με κακάσχημους μορφασ-μούς πόνου ξεσχίζοντας τα ρούχα τους και τραβώντας μέσα από χαλάσματα τα κατακρεουργημένα πτώματα των παιδιών τους. Σε λαούς που είχαν την ατυχία στη χώρα τους να υπάρχει πετρέλαιο. Κι’εμείς μακάριοι συνεχίζουμε ακόμα μιλάμε μ’ εξισώσεις Άουσβιτς=Γκουλάγκ, Χίτλερ=Λένιν και Στάλιν και όχι πετρέλαιο και δρόμοι του πετρελαίου=θάνατος.
―Ας μην ξεχνάμε πως όταν δεν βλέπουμε βόμβες που πέφτουν σήμερα σε κατοικημένες περιοχές του κόσμου, δε δικαιούμεθα να μιλάμε ούτε για τα Γκουλάγκ ούτε για τα Άουσβιτς του χθές.
―Επίσης διαπιστώνω ότι συμφωνούμε διαφωνώντας αφού και συ ισχυρίζεσαι ότι τα ποιήματά σου δεν προτίθεσαι να υπηρε-τούν διάφορες ιδεολογίες, μολονότι βέβαια ιδεολογείς στα όρια της εξίσωσης Άουσβιτς=Γκουλάγκ και Χίτλερ=Στάλιν και Λένιν.
―Αφού λοιπόν σου υπενθυμίσω πάλι, αλλά δεν σου διδάσκω γεγονότα σύγχρονης ιστορίας, όπως την “αραβική άνοιξη” και την “απελευθέρωση” υπανάπτυκτων λαών, που έχουν την ατυχία το έδαφος της χώρας τους να έχει πετρέλαιο, από τους λαούς του πολιτισμού της ανεκτικότητας της ισότητας και της προόδου, πρέπει να σου υπενθυμίσω τους λόγους, που κι εμείς οι ίδιοι βιώνουμε την “ελεύθερη, δημοκρατική, ανεκτική, και ευδαίμονα ζωή” που περιγράφεις στο θαυμάσιο ποίημά σου “Στη Γέφυρα του Καλατράβα”. Εκεί αφήνεις αιχμές που μας αφυπνίζουν ταράσσοντας την μακαριότητά μας.
Σ’αυτό σου το ποίημα επίτρεψέ μου να προσφέρω ως αντί-δωρο, έναν αριστερό προπαγαντιστικό λίβελο που φθέγγεται μεν ακαλλώπιστα, λέει δε την αλήθεια.
Πατρίδα Θρησκεία Τοκογλυφία
σε προσμένω κύριε ανάμεσα σε λιβάνι και καπνούς
οι ιεροί ποιμένες την κοιλιά τους ονόμασαν πίστη κύριε
κι όσο πιο μεγάλη η πίστη τόσο πιο πολλά η κοιλιά χωράει
το πρωινό καθενός όσο ένα γεύμα μικρού ορφανοτροφείου
οφικιάλιοι και στρατηγοί το ίδιον συμφέρον ονόμασαν πατρίδα
κι έτσι νόμιμα διώκουν όλους τους «εχθρούς» της πατρίδας
κύριε στο ναό της δημοκρατίας «δημοκράτες» αετονύχηδες
και πουτανομάτηδες, δεν τους ξεφεύγει τίποτα,
όλα τα βλέπουν διψάνε για όλα και όλα τα θέλουν
το γαμήσι ονόμασαν έρωτα κύριε κι από τότε
δίποδα και τετράποδα περάσαν νόμιμα απ’το καυλί τους
την κλοπή ονόμασαν δάνειο και την αρπαγή επένδυση κύριε
κι έτσι δανείζονται κι επενδύουν νόμιμα στις ξένες τράπεζες
κύριε ήμαρτον κύριε
μνήσθητί μου όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου
την ελλάδα ονόμασαν γελάδα κι έτσι νόμιμα την αρμέγουν
σε προσμένω κύριε στ’άγια εξάρχεια και στην αγία σόλωνος
ανάμεσα σε εκρήξεις και καπνούς, εγώ ο άπατρις παρίας
και συ κατέρχεσαι παραπατώντας και κουτσαίνοντας
εν τω μέσω της νυκτός κι όχι εν τη δόξη σου κύριε
σ’έχουν «ξεκωλώσει» άγιοι πατέρες, νταβράτοι καλόγεροι,
ιεράρχες και σεπτοί ποιμενάρχες και περνώντας ανάμεσα σε
πατριώτες πραιτοριανούς και γραμματείς
κάποιοι σε σπρώχνουν, σε φτύνουν, σε προπηλακίζουν κύριε
ενώ άλλοι, οι πιστοί, φωνάζουν με φονική λαχτάρα:
σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν
κι μεις οι απάτριδες παρίες αντί να μπουκάρουμε στα
χρηματοφυλάκια και τις αποθήκες όπλων,
φοβούμενοι το στειλιάρι σπεύδουμε στην ουρά
να πάρουμε το συσσίτιο της αρχιεπισκοπής
με την προϋπόθεση να αποθέσουμε την κεφαλήν επί της γης
και να ορθώσουμε την πρωκτοπή εις ουρανούς
ως ένδειξιν ιερής πίστης και ταπεινής υποταγής
και συ κύριε πήρες μια σκάλα κι ανέβηκες μόνος στο σταυρό
κι από κει παρακολουθείς μ’ενδιαφέρον το θέαμα
το θέατρο του παραλόγου όπου νόμος, είναι η τοκογλυφία
αγορές, το παζάρι των τοκογλύφων
εμπόρευμα, ανθρώπινοι κόποι και ψυχές
μεταρρυθμίσεις και επίτευξη προόδου,
η καταναγκαστική ανεργία και η πείνα
ισχύς, η δύναμη του τυπωμένου χαρτού κύριε
και σωφροσύνη η δουλικότητα
παραπατώντας «αργά στην προκυμαία
υπάρχεις λες κι ύστερα δεν υπάρχεις»
η λιτανεία με τα εξαπτέρυγα και τις εικόνες,
το κλάμα της πίστης και της προσμονής
τα εμβατήρια της νίκης
η δόξα του θεού και πατρός. . . .
Ω του θαύματος! το θαύμα. . το θαύμα
άνομοι άνομοι εν οδώ…
όπως λέει κι ο ανώνυμος αναρχικός κύριε:
«την πουστιά ονόμασαν ανάγκη
και την ανθρωπιά ουτοπία». . .
ελέησόν μας… ελέησον, ελέησον
«το χρήμα ενάντια στη λογική και τον άνθρωπο» κύριε…
Φίλε ο κόσμος σκοτείνιασε πολύ, γι’αυτό στις μέρες μας έγινε δύσκολο να συμφωνούμε ακόμα και στ’αυτονόητα.
Καληνύχτα
Υστερόγραφο:
Η κριτική πρέπει να σου δίνει την απόλαυση να “εξοργιστείς” προκαλώντας τον βίαιο αντίλογο. Όταν μια πρόταση δεν προκαλεί αντίλογο μπορεί να είναι ευχάριστη, έχει όμως όλα τα χαραχτηριστικά του πολύτιμου και αποστειρωμένου φερέτρου, γεμάτου αναμφισβήτητες αλήθειες κι ιδεολογικά κειμήλια και γι’αυτό «στολισμένου» με αειθαλή αλλά τεχνιτά άνθη. Δηλαδή είναι ένα φέρετρο έτοιμο για την αποτέφρωση.
ΜΙΚΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
Θόδωρος Καβάσης
Μικρή εισαγωγή: Ο εξαίρετος ποιητής και φίλος Τάσος Γαλάτης μου ταχυδρόμησε κάποιες από τις συλλογές του τις οποίες διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν ένας φίλος ποιητής σου στέλνει τα ποιήματά του, περιμένει οπωσδήποτε μιαν έντιμη και εποικοδομητική κριτική. Εγώ όμως υπέπεσα στο σφάλμα να του γνωστοποιήσω μόνο θετικές παρατηρήσεις και να τον συγχαρώ για το θαυμάσιο ομολογουμένως έργο του, πιστεύοντας λανθασμένα ότι μπορεί να τον στεναχωρήσούν οι αρνητικές παρατηρήσεις μου. Όταν λοιπόν ταχυδρόμησα κάποια ποιήματά μου στον Τάσο, αυτός τηρώντας πιο έντιμη στάση από μένα, μαζί με κάποια προτερήματα επεσήμανε τις αδυναμίες τους. Αυτό μ’έβγαλε από την διανοητική μου νάρκη κεντρίζοντας την αξιοπρέπειά μου, που απαιτούσε να βρεθώ στο ύψος του φίλου αναγνώστη.
Φίλε Τάσο διάβασα το έργο σου με πολύ προσοχή, αλλά δεν μπόρεσα να βρώ αρνητικά στοιχεία που να αφορούν την ποίησή σου καθαυτή. Όλα είναι άψογα! Με όσο εντονότερη κριτική διάθεση διάβαζα τους στίχους σου, τόσο διαπίστωνα ότι βρίσκομαι μπροστά σε ένα “άπαρτο οχυρό”. Δεν υπήρχε κριτική ρωγμή. Ακόμα κι όταν θέλησα να σταθώ στο εξεζητημένο στιλ της γλώσσας σου, διαπίστωσα ότι και οι αρχαϊκές φράσεις που περιείχε το κείμενο, ήταν τόσο ισορροπημένες που αντί για μομφή, τους έπρεπε έπαινος.
Όμως η μεγάλη ευθεία οφείλει να είναι κυρτή
η τελειότητα οφείλει να είναι ετελής, γιατί ως τέτοια είναι νεκρή.
Η ποίησή σου ήδη απ’τους “ανιπτόποδες και σφενδονήτες” και τον “σημειωμένο” έχει φτάσει σ’ένα είδος ολοκλήρωσης. Δεν υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Βεβαίως εσύ μπορεί να ετοιμάζεις ποιητικές συλλογές, που θα είναι θαυμάσιες, όπως το “μέμνησο” αλλά δε θα υπερβαίνουν το ύψος που έχεις ήδη φτάσει. Γνώμη μου είναι ότι αν θέλεις να συνεχίσεις ανοδικά πρέπει να στραφείς ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου σπάζοντας τις δικές σου φόρμες και κάνοντας ριζικές αλλαγές. Πρέπει να βγείς από το ποιητικό θερμοκήπιο που έχεις δημιουργήσει. Βάλε λοιπόν λίγα ψήγματα κάποιας δικής σου υγειούς τρέλας και τσαλάκωσε τον ποιητικό καθωσπρεπισμό σου. Έχεις τόσο πολλά προσόντα που μπορεί να βγείς από μια τέτοια προσπάθεια κορυφαίος.
Επισημαίνω: Ότι επιλήψιμο στη ποίησή σου δεν είναι ποιητικό.
Θα κάνω όμως τρεις μη ποιητικές επισημάνσεις:
Α. Κάποια εξαιρετικά έργα σου, δείχνουν εντέχνως καβαφικά. Αυτό, μολονότι, για όσους αγαπούν τον Καβάφη είναι αναπόφευκτο, πρέπει να δουλεύει στο υπόβαθρο μυστικά χωρίς να βγαίνει στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό. Όταν αυτό το στοιχείο γίνει αντιληπτό, αναγκαία προκαλεί μιαν άδικη σύγκριση που θα πρέπει να αποφεύγεται. Τότε ένα εξαίρετο ποίημα, χωρίς να του αξίζει, χάνει κι έρχεται δεύτερο.
Β. Την νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν έχεις εξαντλήσει, εξ’αλλου αυτά τα ποιήματα μπορεί να συγκινούν εμένα που είμαι 76 χρονών κι έχω ζήσει αυτή την εποχή, στους νέους όμως που είναι κάτω από 40 φέρνει ναυτεία. Όταν λοιπόν η γενιά μας χαθεί αυτά τα θαυμάσια ποιήματα δεν θα τα διαβάζει κανείς. Αντίθετα όμως όσα αφορούν εικόνες και συμβολισμούς που αντλούνται απ’την νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας, όπως έκανε κι ο Καβάφης, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αφού αυτή η εποχή πάντα θ’αφορά τους ανθρώπους, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό.
Γ. Παρασύρεσαι άκριτα σε αντικομμουνιστικές ποιητικές αιχμές τουλάχιστον για θέματα που πιθανόν δεν έχεις επαρκώς διερευνήσει:
1. Στο “Λευκιανό κοιμητήρι” βάζεις στο ίδιο καλάθι τους ταγματασφαλίτες (που ήταν συνεργάτες των Γερμανών και που με την προτροπή των Εγγλέζων αρχικά επάνδρωσαν τον εθνικιστικό στρατό) και τους μαχητές της αριστεράς που είχαν ήδη επανδρώσει από την αντίσταση τον ένδοξο δημοκρατικό στρατό. Έχω γνωρίσει από πρώτο χέρι αυτούς τους ανθρώπους. Είναι άξιοι τιμής και θαυμασμού: Κι επειδή δολοφονήθηκαν μια φορά, ας μη δολοφονούμε ξανά τη μνήμη τους.
Ας τους αφήσουμε στον ήσυχο ύπνο τους.
[Μετά το πόλεμο και την αντίσταση οι αριστεροί βγήκαν ένοπλοι νικητές, έχοντας ήδη τη νόμιμη κυβέρνηση του βουνού, ενώ οι εθνικιστές (οι ταγματασφαλίτες) και ο βασιλιάς που ήταν στη Αίγυπτο εγκαταστάθησαν με τη βία από τους αγγλοαμερικάνους μετά από στρατιωτική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή ξεκίνησε από τους "συμμάχους" μας με τον βομβαρδισμό του Πειραιά και 5.000 αμάχους νεκρούς και στη συνέχεια με την είσοδο των τεθωρακισμένων βομβάρδισαν την Αθήνα δεν άφησαν τίποτα όρθιο, (μολονότι Πειραιάς κι Αθήνα είχαν θεωρηθεί ανοχύρωτη πόλη). Ας υπενθυμίσω ότι ο περίφημος βομβαρδισμός του Λονδίνου απ’τους Γερμανούς, που ήταν εχθροί, είχε 7.000 αμάχους νεκρούς, ενώ γι’αυτόν του Πειραιά δε γίνεται κουβέντα.
Στη συνέχεια με τη συμφωνία της Βάρκιζας η αριστερά καλοπροαίρετα παρέδωσε τα όπλα της για ν’ακολουθήσει τον συμπεφωνημένο κοινοβουλευτικό δρόμο. Όμως από κει και πέρα άρχισε ένας ανελέητος διωγμός, υπό την καθοδήγηση του Τσώρτσιλ με σκοπό να οδηγηθεί η αριστερά σχεδόν άοπλη πλέον σε νέα σύγκρουση.
Οι αγωνιστές της αριστεράς ήταν ήρωες ενώ οι ταγματασφαλίτες ήταν πρώην συνεργάτες των Γερμανών και συνεργάτες των Άγγλων εισβολέων, που επάνδρωσαν τον μετεμφιλιακό κρατικό μηχανισμό και έφεραν τη χώρα βίαια στην εξάρτηση, δηλαδή εδώ που είμαστε σήμερα. Βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και απλοί πολίτες που οδηγήθηκαν σαν προβατα με τη βία στον εθνικιστικό στρατό. Αυτοί ήταν απλά και μόνο άβουλα θύματα, οι οποίοι θα μπορούσαν να πάνε με το μέρος του δικαίου, δηλαδή του δημοκρατικού στρατού].
2. Επίσης παραλείποντας τα περίφημα λευκά κελιά των Γερμανών και το Γκουαντάναμο των Αμερικάνων, που είναι σημερινά και ανάρμοστα για την εποχή μας, ακολουθείς στο θαυμάσιο ποίημά σου “Ρωμανός Αρτέμης” τον άκριτο αντικομμουνιστικό υπαινιγμό του σειρμού, “Άουσβιτς-Γκουλάγκ” που οδηγεί στο συνειρμό της ομοιότητας Χίτλερ και Στάλιν. (Ξεχνώντας ότι ο Χίτλερ ξεκίνησε έναν παγκόσμιο πόλεμο και ματοκύλησε τον κόσμο ενώ ο Στάλιν στο πόλεμο αυτόν ήταν πρωταγωνιστής με το μέρος των συμμάχων. Ήταν αυτός που έσωσε τον κόσμο από τον ναζισμό στις περίφημες μάχες του Στάλινγκραντ, όπου πρωταγωνίστησε η ανδρεία και το σοσιαλιστικό ήθος , και του Κούρσκ όπου συγκρούστηκε πλέον η πολεμική βιομηχανία των ναζί μ'αυτή των κομμουνιστών. Εκεί εκτός από χιλιάδες τα κανόνια και αεροπλάνα, παρατάχθησαν περίπου 30.000 άρματα μάχης και από τις δύο πλευρές, όπου η ναζιστική πανίσχυρη πολεμική βιομηχανία ηττήθει από τη νεοσύστατη σοσιαλιστική.
Ο Στάλιν λοιπόν μπορεί να κατηγορηθεί μόνο για σκληρότητα κατά του λαού του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η σκληρότητα μετέτρεψε την μισοφεουδαρχική Ρωσσία μέσα σε είκοσι χρόνια σε μιαν ανεξάρτητη, τεράστια βιομηχανική και πυρηνική δύναμη. Αυτή η βιομηχανική επανάσταση, είχε ήδη πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη σε διάρκεια τριών αιώνων, με εκατομμύρια θύματα στις χώρες αυτές κι ακόμα περισσότερα στις αποικίες τους. Ενώ λοιπόν η ευρωπαϊκή βιομηχανική επανάσταση θεωρείται εποποιία, αυτή του Στάλιν παράδοξα θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας).
[Τα όποια “Άουσβιτς” δημιουργήθηκαν από τον Χίτλερ με σκοπό τη γενοκτονία των Εβραίων και την “κάθαρση” του γερμανικού πληθυσμού από τσιγγάνους, κομμουνιστές ή κάθε λογής δημοκράτες. Αντίθετα τα “Γκουλάγκ” δημιουργήθηκαν από την τσαρική Ρωσσία και όχι από τον Στάλιν, για τον εκτοπισμό των πολιτικών αντιπάλων και όχι σκόπιμα την εκκαθάρησή τους, δηλαδή ήταν κάτι σαν τη Μακρόννησο και τη Γιάρο, όπου εκτοπίστικαν οι αριστεροί κι όχι οι δεξιοί του “λευκιανού κοιμητηρίου”, τις οποίες λησμονείς όταν “αναμιμνήσκεσαι” τα πάθη του λαού μας. Όταν η Οχράνα (τσαρική ασφάλεια) συνέλαβε τον Στάλιν για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, φυσικά τον έστειλε σε Γκουλάγκ. Μάλιστα οι τσαρικοί δεσμοφύλακες συνήθιζαν για σωφρονισμό σε τακτά διαστήματα, να στέκονται σε δύο παράλληλες σειρές με μαστίγια και να κτυπούν τους κρατούμενους, οι οποίοι υποχρεούντο να περνούν ανάμεσά τους από τη μέση κι επάνω γυμνοί. Ο Στάλιν έβαζε ένα πράσινο στάχι στα μπροστινά του δόντια και το παρέδιδε μετά το μαστίγωμα ατσάκιστο στον τελευταίο δεσμοφύλακα. Γι’αυτό τον ονόμασαν Ατσαλένιο (Στάλιν). Κι όταν πέθανε η γυναίκα του η Κατιούσα, δραπέτευσε και μολονότι του είχαν στήσει ενέδρες πήγε στην κηδεία μεταμφιεσμένος.
Οι δύο γιοί του Στάλιν σκοτώθηκαν στο πόλεμο: ο ένας κατά την κατάρριψη του αεροπλάνου που επέβαινε κι ο άλλος όταν συνελλήφθει αιχμάλωτος. Όταν οι ναζί ανακάλυψαν ότι ήταν γιος του Στάλιν, έστειλαν μύνημα ανταλλαγής. Η απάντηση του Στάλιν ήταν ότι "μετά τον πόλεμο αυτοί που παρέδωσαν το όπλο που τους εμπιστεύτηκε ο λαός, θα έχουν να κάνουν μαζί μας". Όταν τόμαθε ο γιός του Στάλιν έπεσε στη ηλεκτροφόρο περίφραξη.
Βέβαια όλες αυτές οι ποιητικές και συγκινητικές (για κάποιους) ιστορίες, στις σημερινές μέρες πολιτισμικής, ηθικής και πολιτικής παρακμής, φαίνονται οπερετικές όπως η ηρωϊκή επανάσταση του 21, η ηρωική αντίσταση κατά των Γερμανών και στη συνέχεια κατά των Αγγλοαμερικάνων και των λακέδων τους που κυβέρνησαν με βία απανθρωπιά και κοινοβουλευτική νοθεία.
Η χυδαιότητα κι η απαξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου έχει κατά πολύ περισσέψει, γι’αυτό δεν μπορούμε ν'ακούσουμε πια τον κτύπο του ιερού βηματισμού της αξιοπρέπειας μέσα μας].
Παρακαλώ απόφυγε πολιτικές αιχμές για τις οποίες δεν είσαι απόλυτα σίγουρος, κράτα τον λυρισμό της νοσταλγίας του κόσμου που χάνεται και συνέχισε ν’απεικονίζεις την κρυμμένη ποίηση της ζωντανής στιγμής της καθημερινότητας.
Τέλος, με αληθινή αγάπη, θα σου πω μια μικρή ιστορία που έλεγε ο Λόρκα για τον ακαδημαϊσμό στην τέχνη: Υπήρχε ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής και φίλος του, ο Ελ Τόρο. Αυτός, μαζί με τον αγαπημένο του κόκορα (για κοκορομαχίες), σύχναζε πίνοντας και τραγουδώντας στα καπηλειά.
Κάποτε που ο Ελ Τόρο τραγουδούσε σ’ένα καταγώγιο, πέρνουσε από μακριά ο επιτάφιος, τότε ένα μεγάλο μέρος της λιτανείας, αφήνοντας τον επιτάφιο, παρέκαμψε κι ακολουθώντας τη μελωδία του τραγουδιού έφτασε μπροστά στο καπηλιό.
Επειδή η φήμη του ήταν μεγάλη, ένας ανερχόμενος τραγουδιστής που είχε σπουδάσει και στην Μουσική Ακαδημία πήγε να του τραγουδήσει.
Ο Ελ Τόρο, αφού τον άκουσε με προσοχή του είπε: Είσαι πολύ καλός, ξέρεις τέλεια όλα είδη του Φλαμέγο ακόμα και τις Μπουλερίες (λέγεται ότι Μπουλερίες είναι ένα άγριο και γρήγορο είδος Φλαμέγκο, που ρίχνει τις φράσεις βίαια σαν σε ριπές).
Ο τραγουδιστής τον ευχαρίστησε κι απομακρύνθηκε. Ο Ελ Τόρο ξαφνικά γύρισε από μακριά και του είπε: Όμως δεν θα πετύχεις. Δεν έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε κατατρώγει μέσα σου.
Φίλε Τάσο μην αρκεστείς σε ότι έχεις ήδη πετύχει, “έχεις το μαύρο σώμα του Φαραώ να σε πληγώνει μέσα σου”, ψάξε όμως να το ξεθάψεις.
Ποτέ δεν είναι αργά.
Μια σύλληψη και μόνο, μια αιρετική κραυγή τρέλας ή απελπισίας ίσως αρκεί.
Μην ξεχνάς ότι οι τιμές ναρκώνουν και νεκρώνουν τις ψυχές των δημιουργών και ότι όσο πιο νεκρός είσαι τόσο πιο πολύ θα σε τιμούν, γιατί θα σε έχουν πια φέρει στα μέτρα τους και θα σ’έχουν κάνει
“κατά-δικό” τους.
με πολύ αγάπη Θόδωρος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου