ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ
Θόδωρος καβάσης
Ταχυδρόμησα στον εξαίρετο ποιητή και φίλο Τάσο Γαλάτη κάποιο ποιητικό έργο μου. Ο Τάσος έκανε τον κόπο να το διαβάσει και να το κρίνει. Η παρούσα εργασία δεν αφορά στο αν αυτό το έργο του ήταν αρεστό, ούτε κατά πόσον ήταν αξιόλογο. Αφορά μόνο κάποιες γενικές παρατηρήσεις του περί ποίησης.
Ο Τάσος λοιπόν με συμβουλεύει ότι θα λειτουργώ ποιητικά όσο είμαι εμπράγματος ενώ όσο αφήνομαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ανατενίσεις θα πελαγοδρομώ. Ακόμα τονίζει ότι η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές εκφράζοντας την ουσία της μέσω αυτών, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλλογισμούς, όσο σοφοί κι αν είναι.
Την άνοιξη του 1964 συμπέσαμε με το Νίκο Χουλιαρά στην ίδια στρατιωτική μονάδα και τον ίδιο λόχο. Συνδεθήκαμε με μιαν ιδιόρυθμη φιλία μαζί με το άλλο μέλος της παρέας τον Παναγιώτη Βενάρδο (είμασταν όπως λέει η νεολαία σήμερα “κολλητοί). Η παρέα αυτή μαζί με τις φάρσες, τα καλαμπούρια και τις άλλες στρατιωτικές συνήθειες αφορούσε και την τέχνη (εικαστικά, ποίηση, κινηματογράφο, τραγούδι) και κάποιες φορές την πολιτική και την φιλοσοφία.
Ο Νικολάκης τότε είχε ήδη τυπώσει μια ποιητική συλλογή που πιθανόν ο τίτλος της ήταν “Ο Δρόμος με τις Λεύκες” ή είχε κάποια σχέση με λεύκες. Αυτό ήταν ένα έργο που μολονότι ακολουθούσε έναν “σεφεριανό” καθωσπρεπισμό, που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή, προσπαθούσε να ξεφύγει και από τα όριά του, κάτι που έδειχνε μια τάση αναζήτησης. Εγώ τότε έγραφα κάποιους στίχους στους οποίους, όπως θα διαπίστωνε και τότε ο φίλος Τάσος, “αφηνόμουν σε ενατενίσεις φιλοσοφικές”, που προσπαθούσα να οργανώσω σε ποιητικές ριπές.
Με τον Νίκο είχαμε όλο τον καιρό και την ειλικρινή φιλία να κριτικάρουμε δεικτικά και με χιούμορ, όχι μόνο τους στίχους, αλλά τη στάση και τη συμπεριφορά μας μ’έντονο αυτοσαρκασμό.
Από τις συζητήσεις μας και τις αφηγήσεις του, είχα διαπιστώσει και του είχα τονίσει ότι οι στίχοι του ποιητικού έργου που είχε τυπώσει δεν του ταίριαζαν, αφού έπασχαν από έναν λόγιο “ποιητικό καθωσπρεπισμό” αντίθετο στην ιδιοσυγκρασία του. Δηλαδή με εξεζητημένες λέξεις ή καινοφανείς εκφράσεις, χωρίς αυτό να είναι λιτό και αναγκαίο. Ενώ ο Νίκος στην κριτική του για τους δικούς μου στίχους, βρήκε πως μολονότι είχαν ένα ποιητικό πρωτογονισμό που δεν τον ενοχλούσε κι ίσως του άρεσε, ήταν ολοφάνερα στρατευμένοι σε φιλοσοφικούς συλλογισμούς που διευκρίνιζαν απόλυτα τα λεγόμενα, αφαιρώντας τη σκιά της ποιητικής αοριστίας.
Είχαμε λοιπόν από τότε καταλίξει ότι η ποίηση μάλλον πρέπει να στέκεται σε κάποιες ξεχωριστές στιγμές ή εικόνες της καθημερινότητας αποκαλύπτοντας την ποιητικότητα της ζωντανής στιγμής, ακόμα κι αν αφορούσε εικόνες ή μνήμες του παρελθόντος.
Δεν διαφωνώ λοιπόν καθόλου με τον φίλο μου Τάσο, αφού μια τέτοια διαπίστωση περί ποίησης με έβρισκε σύμφωνο από τότε. Μετά από χρόνια όμως κατανόησα ότι ακόμα καί αυτή η διαπίστωση περί ποίησης, όταν γίνει κανόνας ποδηγετεί και περιορίζει μέσα σε απαράβατα όρια, κάτι που πνίγει το αληθινό συναίσθημα.
Η Ιστορία μας δίδαξε την ποίηση σαν πολυδιάστατη και πολύμορφη, που υπήρξε ακόμα ως φιλοσοφική στους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο, Ξενοφάνη, Παρμενίδη και Λάο Τσε, ως επική στον Όμηρο κι ως τραγική στους Αισχύλο, Σοφοκλή κ.λπ.. Ακόμα ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και μια σειρά μεγάλων κλασικών συγγραφέων, έγραψαν έργα δραματικά, που λόγω της τραγικότητάς τους, ακολουθούνται από ένα έντονο ποιητικό σύνδρομο.
Όμως γιατί μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα ή επιστημονικές διατυπώσεις, δεν μπορούν να ενδύονται την ποίηση; Π.χ. οι διάλογοι του Πλάτωνα, “Η Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, “Η Κριτική του Καθαρού Λόγου” του Καντ, “Ο Ηγεμόνας” του Μακιαβέλλι, το “Tractatus Logicophilosophicus” του Βιτγκενστάιν κι άλλα έργα, τα οποία μολονότι έχουν πλέον χάσει ένα μέρος της φιλοσοφικής τους λάμψης, εξαιτίας των φιλοσοφικών τους ενατενίσεων, του ηθικοπλαστικού τους συνδρόμου ή της λογικο-γλωσσικής τους σύνταξης, δημιουργούν στον ευφυή μιαν έντονη νοητική και συγκινησιακή ευφορία, ως μεγαλοφυή ποιητικά δημιουργήματα.
Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ενατενίσεις μέσα στην ποίηση λοιπόν, μπορεί να προκαλούν απέχθεια στους καθωσπρέπει κύκλους ή μπορεί κατά τον Λάο-Τσε “να προκαλέσουν το γέλιο στους σχολαστικούς”, αλλά δεν είναι κανόνας αντι-ποιητικής. Επίσης μπορεί οι στίχοι του Ζεν και τα Χάι-Κου να γεννιώνται μέσ’τη λιτότητα και τη μυστική ατμόσφαιρα της λεγόμενης εκκωφαντικής σιωπής που τ’ακολουθούν, αλλά η ποίηση δεν μένει μόνον εκεί. Ένα ανοικτό μυαλό μπορεί να βρεί “ποίηση” ακόμα και στην λογικο-γλωσσική διατύπωση των ορισμών της Ευκλείδιας Γεωμετρίας ή στη διατύπωση της Θεωρίας της Σχετικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αρχιμήδης πολλούς από τους μαθηματικούς γρίφους και τις λύσεις τους, συνέταξε σε ποιητική μορφή.
Οι δρόμοι της ποίησης είναι περίεργοι δαιδαλώδεις και κάποτε σκοτεινοί:
Η μεγαλη ευθεία ωφείλει να είναι κυρτή.
Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε.
Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα,
καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό, η ίδια η φωτιά παγερή.
Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
Το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται.
Τείνοντας κάτι για το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο.
Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
Οι φράσεις αυτές που δεν μιλάνε για “έρωτα”, “απονιά” “κοινωνική δικαιοσύνη”, “για τον αόρατο θίασο ενός αγαπημένου κόσμο που χάνεται” ή ακόμα κι αν “δεν πλέουν μέσα στο πολύβουο και πολύχρωμο αλλά και συγχρόνως θολό πέλαγος του υπερρεαλισμού”, μπορούν να έχουν ένα άλλο ποιητικό ένδυμα: “το ένδυμα της τέχνης της νόησης ως υψηλής”, που ενδύονται οι λιτές λογικο-διαλεκτικές αποφάνσεις.
Η ποιητική αλήθεια μπορεί πράγματι ν’αποκαλύπτεται με απεικονίσεις και μεταφορές, επίσης μπορεί να αντιπαθεί επινοήσεις και συλλογισμούς αγοραίους και ψευτικούς, όταν όμως αυτοί οι συλλογισμοί και οι επινοήσεις χειρίζονται με σοφία την αλήθεια, είναι ένα άλλο είδος ποίησης.
Η ποίηση αυτή βέβαια δεν αγγίζει τους πάντες.
Ενώ κάποτε το φεγγάρι ήταν ένα κατεξοχήν στοιχείο ποιητικής έμπνευσης και μυστικοπαθούς αίσθησης, τώρα που υπάρχουν πάνω του ντενεκεδένια κατασκευάσματα-απορρίμματα και πατημασιές, η χρήση του για ποιητική τέχνη έχει πια θολώσει. Αντίθετα το διαστημικό ταξίδι του “Βοάγιαζερ” που φεύγει για μια πολυετή πορεία απόλυτης ακρίβειας εκατομυρίων χιλιομέτρων, για μιαν ασύλληπτη επιστημονική αναζήτηση, είναι πιο συγκινητικό από την αίσθηση του μυστικοπαθούς προσώπου της Σελάνας.
Ο πρώτος πίθηκος που σηκώθηκε παραπατώντας στα πίσω πόδια μέσα σ'ένα πανδαιμόνιο χλεύης και κατακραυγής, είναι πιο ποιητική και συγκινητική μορφή απ'τον γραμματικό που ορίζει τη γενεσιουργό ποίηση μέσα σε κανόνες, που είχαν, έχουν και θα έχουν παραβιαστεί, για να υπάρξει μια ποίηση η οποία ποιεί, ―γεννά το Νέο.
με μεγαλη εκτίμηση και αγάπη στο φίλο
και ποιητή Τάσο Γαλάτη
Θόδωρος Καβάση
Θόδωρος καβάσης
Ταχυδρόμησα στον εξαίρετο ποιητή και φίλο Τάσο Γαλάτη κάποιο ποιητικό έργο μου. Ο Τάσος έκανε τον κόπο να το διαβάσει και να το κρίνει. Η παρούσα εργασία δεν αφορά στο αν αυτό το έργο του ήταν αρεστό, ούτε κατά πόσον ήταν αξιόλογο. Αφορά μόνο κάποιες γενικές παρατηρήσεις του περί ποίησης.
Ο Τάσος λοιπόν με συμβουλεύει ότι θα λειτουργώ ποιητικά όσο είμαι εμπράγματος ενώ όσο αφήνομαι σε θεωρήσεις και φιλοσοφικές ανατενίσεις θα πελαγοδρομώ. Ακόμα τονίζει ότι η ποιητική αλήθεια αποκαλύπτεται με εικόνες και μεταφορές εκφράζοντας την ουσία της μέσω αυτών, ενώ αντιπαθεί τις λόγιες επινοήσεις και συλλογισμούς, όσο σοφοί κι αν είναι.
Την άνοιξη του 1964 συμπέσαμε με το Νίκο Χουλιαρά στην ίδια στρατιωτική μονάδα και τον ίδιο λόχο. Συνδεθήκαμε με μιαν ιδιόρυθμη φιλία μαζί με το άλλο μέλος της παρέας τον Παναγιώτη Βενάρδο (είμασταν όπως λέει η νεολαία σήμερα “κολλητοί). Η παρέα αυτή μαζί με τις φάρσες, τα καλαμπούρια και τις άλλες στρατιωτικές συνήθειες αφορούσε και την τέχνη (εικαστικά, ποίηση, κινηματογράφο, τραγούδι) και κάποιες φορές την πολιτική και την φιλοσοφία.
Ο Νικολάκης τότε είχε ήδη τυπώσει μια ποιητική συλλογή που πιθανόν ο τίτλος της ήταν “Ο Δρόμος με τις Λεύκες” ή είχε κάποια σχέση με λεύκες. Αυτό ήταν ένα έργο που μολονότι ακολουθούσε έναν “σεφεριανό” καθωσπρεπισμό, που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή, προσπαθούσε να ξεφύγει και από τα όριά του, κάτι που έδειχνε μια τάση αναζήτησης. Εγώ τότε έγραφα κάποιους στίχους στους οποίους, όπως θα διαπίστωνε και τότε ο φίλος Τάσος, “αφηνόμουν σε ενατενίσεις φιλοσοφικές”, που προσπαθούσα να οργανώσω σε ποιητικές ριπές.
Με τον Νίκο είχαμε όλο τον καιρό και την ειλικρινή φιλία να κριτικάρουμε δεικτικά και με χιούμορ, όχι μόνο τους στίχους, αλλά τη στάση και τη συμπεριφορά μας μ’έντονο αυτοσαρκασμό.
Από τις συζητήσεις μας και τις αφηγήσεις του, είχα διαπιστώσει και του είχα τονίσει ότι οι στίχοι του ποιητικού έργου που είχε τυπώσει δεν του ταίριαζαν, αφού έπασχαν από έναν λόγιο “ποιητικό καθωσπρεπισμό” αντίθετο στην ιδιοσυγκρασία του. Δηλαδή με εξεζητημένες λέξεις ή καινοφανείς εκφράσεις, χωρίς αυτό να είναι λιτό και αναγκαίο. Ενώ ο Νίκος στην κριτική του για τους δικούς μου στίχους, βρήκε πως μολονότι είχαν ένα ποιητικό πρωτογονισμό που δεν τον ενοχλούσε κι ίσως του άρεσε, ήταν ολοφάνερα στρατευμένοι σε φιλοσοφικούς συλλογισμούς που διευκρίνιζαν απόλυτα τα λεγόμενα, αφαιρώντας τη σκιά της ποιητικής αοριστίας.
Είχαμε λοιπόν από τότε καταλίξει ότι η ποίηση μάλλον πρέπει να στέκεται σε κάποιες ξεχωριστές στιγμές ή εικόνες της καθημερινότητας αποκαλύπτοντας την ποιητικότητα της ζωντανής στιγμής, ακόμα κι αν αφορούσε εικόνες ή μνήμες του παρελθόντος.
Δεν διαφωνώ λοιπόν καθόλου με τον φίλο μου Τάσο, αφού μια τέτοια διαπίστωση περί ποίησης με έβρισκε σύμφωνο από τότε. Μετά από χρόνια όμως κατανόησα ότι ακόμα καί αυτή η διαπίστωση περί ποίησης, όταν γίνει κανόνας ποδηγετεί και περιορίζει μέσα σε απαράβατα όρια, κάτι που πνίγει το αληθινό συναίσθημα.
Η Ιστορία μας δίδαξε την ποίηση σαν πολυδιάστατη και πολύμορφη, που υπήρξε ακόμα ως φιλοσοφική στους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο, Ξενοφάνη, Παρμενίδη και Λάο Τσε, ως επική στον Όμηρο κι ως τραγική στους Αισχύλο, Σοφοκλή κ.λπ.. Ακόμα ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε και μια σειρά μεγάλων κλασικών συγγραφέων, έγραψαν έργα δραματικά, που λόγω της τραγικότητάς τους, ακολουθούνται από ένα έντονο ποιητικό σύνδρομο.
Όμως γιατί μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα ή επιστημονικές διατυπώσεις, δεν μπορούν να ενδύονται την ποίηση; Π.χ. οι διάλογοι του Πλάτωνα, “Η Επιστήμη της Λογικής” του Χέγκελ, “Η Κριτική του Καθαρού Λόγου” του Καντ, “Ο Ηγεμόνας” του Μακιαβέλλι, το “Tractatus Logicophilosophicus” του Βιτγκενστάιν κι άλλα έργα, τα οποία μολονότι έχουν πλέον χάσει ένα μέρος της φιλοσοφικής τους λάμψης, εξαιτίας των φιλοσοφικών τους ενατενίσεων, του ηθικοπλαστικού τους συνδρόμου ή της λογικο-γλωσσικής τους σύνταξης, δημιουργούν στον ευφυή μιαν έντονη νοητική και συγκινησιακή ευφορία, ως μεγαλοφυή ποιητικά δημιουργήματα.
Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ενατενίσεις μέσα στην ποίηση λοιπόν, μπορεί να προκαλούν απέχθεια στους καθωσπρέπει κύκλους ή μπορεί κατά τον Λάο-Τσε “να προκαλέσουν το γέλιο στους σχολαστικούς”, αλλά δεν είναι κανόνας αντι-ποιητικής. Επίσης μπορεί οι στίχοι του Ζεν και τα Χάι-Κου να γεννιώνται μέσ’τη λιτότητα και τη μυστική ατμόσφαιρα της λεγόμενης εκκωφαντικής σιωπής που τ’ακολουθούν, αλλά η ποίηση δεν μένει μόνον εκεί. Ένα ανοικτό μυαλό μπορεί να βρεί “ποίηση” ακόμα και στην λογικο-γλωσσική διατύπωση των ορισμών της Ευκλείδιας Γεωμετρίας ή στη διατύπωση της Θεωρίας της Σχετικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αρχιμήδης πολλούς από τους μαθηματικούς γρίφους και τις λύσεις τους, συνέταξε σε ποιητική μορφή.
Οι δρόμοι της ποίησης είναι περίεργοι δαιδαλώδεις και κάποτε σκοτεινοί:
Η μεγαλη ευθεία ωφείλει να είναι κυρτή.
Το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες.
Ο κύκλος είναι πολύγωνο απείρου αριθμού γωνιών.
Στον ίδιο ποταμό μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε είμαστε και δεν είμαστε.
Την ίδια ουσία δεν ξαναγγίζουμε, γιατί όλα αλλάζουν βίαια και γρήγορα,
καταλύονται-συντιθέμενα, Είναι-ΜηΌντας.
Το ίδιο το φως είναι σκοτεινό, η ίδια η φωτιά παγερή.
Το κινούμενο ευθύγραμμα και ομαλά, θα γυρίσει στη θέση που ξεκίνησε.
Το κινούμενο δεν κινείται ούτε εκεί που βρίσκεται, ούτε εκεί που δεν βρίσκεται.
Τείνοντας κάτι για το μηδέν τείνει συγχρόνως προς το άπειρο.
Το ακαριαίο είναι το ακίνητο.
Οι φράσεις αυτές που δεν μιλάνε για “έρωτα”, “απονιά” “κοινωνική δικαιοσύνη”, “για τον αόρατο θίασο ενός αγαπημένου κόσμο που χάνεται” ή ακόμα κι αν “δεν πλέουν μέσα στο πολύβουο και πολύχρωμο αλλά και συγχρόνως θολό πέλαγος του υπερρεαλισμού”, μπορούν να έχουν ένα άλλο ποιητικό ένδυμα: “το ένδυμα της τέχνης της νόησης ως υψηλής”, που ενδύονται οι λιτές λογικο-διαλεκτικές αποφάνσεις.
Η ποιητική αλήθεια μπορεί πράγματι ν’αποκαλύπτεται με απεικονίσεις και μεταφορές, επίσης μπορεί να αντιπαθεί επινοήσεις και συλλογισμούς αγοραίους και ψευτικούς, όταν όμως αυτοί οι συλλογισμοί και οι επινοήσεις χειρίζονται με σοφία την αλήθεια, είναι ένα άλλο είδος ποίησης.
Η ποίηση αυτή βέβαια δεν αγγίζει τους πάντες.
Ενώ κάποτε το φεγγάρι ήταν ένα κατεξοχήν στοιχείο ποιητικής έμπνευσης και μυστικοπαθούς αίσθησης, τώρα που υπάρχουν πάνω του ντενεκεδένια κατασκευάσματα-απορρίμματα και πατημασιές, η χρήση του για ποιητική τέχνη έχει πια θολώσει. Αντίθετα το διαστημικό ταξίδι του “Βοάγιαζερ” που φεύγει για μια πολυετή πορεία απόλυτης ακρίβειας εκατομυρίων χιλιομέτρων, για μιαν ασύλληπτη επιστημονική αναζήτηση, είναι πιο συγκινητικό από την αίσθηση του μυστικοπαθούς προσώπου της Σελάνας.
Ο πρώτος πίθηκος που σηκώθηκε παραπατώντας στα πίσω πόδια μέσα σ'ένα πανδαιμόνιο χλεύης και κατακραυγής, είναι πιο ποιητική και συγκινητική μορφή απ'τον γραμματικό που ορίζει τη γενεσιουργό ποίηση μέσα σε κανόνες, που είχαν, έχουν και θα έχουν παραβιαστεί, για να υπάρξει μια ποίηση η οποία ποιεί, ―γεννά το Νέο.
με μεγαλη εκτίμηση και αγάπη στο φίλο
και ποιητή Τάσο Γαλάτη
Θόδωρος Καβάση
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου